Το Βυζάντιο ως κληρονόμος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι εύλογο ότι κληρονόμησε και ορισμένα λατινικά στοιχεία.
Από την εποχή της κατακτήσεως των περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου αναποφεύκτως άρχισε και η διαδικασία του εκλατινισμού, που ήταν σχετικώς εκτεταμένη στις χώρες της Βαλκανικής, εφ' όσον αυτές είναι γειτονικές προς την Ιταλική Χερσόνησο, αλλά στις ανατολικότερες χώρες ήταν πολύ περιορισμένη και γι' αυτό δεν είχε σημαντικά αποτελέσματα.
Κέντρα εκλατινισμού ήσαν βασικά οι σκορπισμένες κατά περιφέρειες ρωμαϊκές αποικίες (coloniae), τα στρατόπεδα, η δικαιοσύνη, η υπαλληλία. Παράγοντες του εκλατινισμού ήταν φυσικά οι λιγοστοί σχετικά άποικοι, σπάνια Ρωμαίοι αλλά πάντοτε λατινόφωνοι, οι στρατιωτικοί, επίσης σπάνια Ρωμαίοι αλλά υποχρεωτικά λατινόφωνοι, έστω κι' αν εγνώριζαν ανεπαρκώς τη γλώσσα, και οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Έχει γίνει γενικά δεκτό από τους Ιστορικούς ότι πριν από την κάθοδο των Σλάβων στις βορειότερες επαρχίες της Βαλκανικής επικρατούσε η λατινική γλώσσα και νοτιότερα η ελληνική, όπως ορίζεται με τη λεγόμενη γραμμή Jireček1. Ο Τσέχος αυτός ιστορικός με βάση την πυκνότητα των ελληνικών και των λατινικών επιγραφών κυρίως όρισε τις δυο επικράτειες κατά την γραμμή που ξεκινά από τη Λισσό της Αδριατικής, στη σημερινή Β. Αλβανία προχωρεί ανατολικά και περνά ανάμεσα στα Σκόπια και τους Στόβους, έπειτα στρέφεται βορειοανατολικά αφήνοντας νότια την Σόφια και βόρεια τον Αίμο και καταλήγει στον Δούναβη, πριν από τις εκβολές του. Βορείως αυτής της γραμμής είναι η λατινική ζώνη, νοτίως είναι η ελληνική.
Χωρίς αμφιβολία λατινικές επιγραφές ευρίσκονται και στον καθ' αυτό ελληνικό χώρο, αλλά επίσης άφθονες ελληνικές επιγραφές ευρίσκονται και βορείως της γραμμής. Η αλήθεια είναι ότι οι επιγραφές δεν μπορούν να δώσουν βέβαιο τεκμήριο για την λύση του προβλήματος του διαχωρισμού των ζωνών· διότι πρόκειται κατά κανόνα για διοικητικές επιγραφές που είναι κατ' ανάγκη λατινικές και για επιτάφιες που είναι σε μεγάλο μέρος στρατιωτικές. Στην παραμεθόρια εκείνη περιοχή ήταν εγκατεστημένες πολλές λεγεώνες, κι' επειδή τόσο η θρακική όσο και η Ιλλυρική ήταν άγραφες γλώσσες, οι επιγραφές για τους νεκρούς χαράσσονταν από Ρωμαίους στρατιώτες ή υπαλλήλους, φυσικά στη λατινική.
Βέβαια εξ' αιτίας της παρουσίας τόσου στρατού στον χώρο εκείνο πολλοί εντόπιοι, συναλλασσόμενοι ποικιλοτρόπως με τους Ρωμαίους, είχαν προσλάβει τη λατινική γλώσσα· αλλ' αυτό δεν εκάλυψε πουθενά ολόκληρους πληθυσμούς.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν ότι οι Δάκοι, ένα από τα κυριώτερα θρακικά φύλα, εδέχθηκαν πολύ περιορισμένη εκλατίνιση, αφού τα ρωμαϊκά στρατεύματα έμειναν εκεί λιγότερο από 170 χρόνια κι' εκείνη την εποχή με την απουσία σχολείων και μέσων μαζικής ενημερώσεως το διάστημα αυτό ήταν πολύ μικρό για να προχωρήσει σημαντικά αυτή η πορεία2. Πάντως οι λίγοι Δάκοι που είχαν εκλατινισθεί έφυγαν νοτίως του Δουνάβεως κατά την εκκένωση της Δακίας από τον Ρωμαικό στρατό επί Αυρηλιανού (275) λόγω των γοτθικών επιθέσεων. Όλοι αυτοί εγκαταστάθηκαν νοτίως του Δουνάβεως.
Τα άλλα θρακικά φύλα, οι Μοισοί και οι Βησσοί, δεν επηρεάσθηκαν καθόλου από την λατινική γλώσσα αντιθέτως μάλιστα τον 6ο αιώνα μ.Χ. είχαν εξελληνισθεί σχεδόν στο σύνολό τους.
Οι Ιλλυριοί βέβαια εκλατινίσθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό, αλλά όχι πλήρως και αυτοί, όπως μαρτυρούν δυο γεγονότα· το πρώτο ότι νοτίως της γραμμής Jireček αρκετά υλλυρικά μέρη είχαν εξελληνισθεί, το δεύτερο ότι βορείως της γραμμής έμειναν Ιλλυρικά φύλα ανέπαφα αυτά που με τον καιρό εξελίχθηκαν στο νεώτερο αλβανικό έθνος.
Πρέπει όμως να συνέβηκε εκλατινισμός και στα καθ' αυτό ελληνικά εδάφη και ιδιαιτέρως στα γύρω από τα όρια της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Ιλλυρίας, όπου κατά την αρχαιότητα εκινούνταν πυκνές ομάδες Ατιντάντων νομάδων3 και κατά την βυζαντινή και την νεώτερη εποχή εμφανίζονται πολυάριθμες αρωμανικές εγκαταστάσεις.
Από την εποχή του Αρκαδίου επικράτησε η σύνταξις δικαστικών αποφάσεων στην ελληνική4, μια εξέλιξις που γενικεύθηκε για όλο το δίκαιο τον 6ο αιώνα· στις αρχές του 7ου αιώνα ακόμη και τα λατινικά στρατιωτικά παραγγέλματα αντικαταστάθηκαν κατά μέγα μέρος με ελληνικά. Έτσι δεν υπήρχε κανένα κέντρο διαδόσεως ή έστω συντηρήσεως του εκλατινισμού. Οι λατινόφωνοι των πόλεων, που πάντοτε ήσαν σε μειονότητα, αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους Έλληνες κι' έμειναν ανεπηρέαστοι μόνο οι νομάδες κτηνοτρόφοι που αντέχουν πάντοτε περισσότερο στις γλωσσικές επιρροές.
Στις επόμενες σελίδες θα παρουσιάσουμε τα βέβαια Ιστορικά αρχεία περί της παρουσίας και κινήσεως λατινοφώνων κατοίκων της Χερσονήσου του Αίμου στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του βαθμιαίου μετασχηματισμού τους σε Αρωμούνους ή Βλάχους.
Ενδείξεις παρουσίας Αρωμανικού πληθυσμού
Σαφή μαρτυρία για την ύπαρξη λατινογλώσσων πληθυσμών στις δυτικές περιοχές της κεντρικής Βαλκανικής κάνει για πρώτη φορά λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αιώνα ο Ιωάννης Λυδός.
«Νόμος ἀρχαῖος ἦν, πάντα μὲν τὰ ὁπωσοῦν πραττόμενα παρὰ τοῖς ἐπάρχοις, τάχα δὲ καὶ ταῖς ἄλλαις τῶν ἀρχῶν, τοῖς Ἰταλῶν ἐκφωνεῖσθαι ῥήμασιν· οὗ παραβαθέντος, ὡς εἴρηται, (οὐ γὰρ ἄλλως) τὰ τῆς ἐλαττώσεως προὔβαινε· τὰ δὲ περὶ τὴν Εὐρώπην πραττόμενα πάντα τὴν ἀρχαιότητα διεφύλαξεν ἐξ ἀνάγκης διὰ τὸ τοὺς αὐτῆς οἰκήτορας, καίπερ Ἕλληνας ἐκ τοῦ πλείονος ὄντας, τῇ τῶν Ἰταλῶν φθέγγεσθαι φωνῇ, καὶ μάλιστα τοὺς δημοσιεύοντας.»5.
Εδώ ο συγγραφέας ομιλεί για καθαρώς ελληνικές περιοχές, οι οποίες είχαν υποστεί σημαντικό εκλατινισμό. Αν και η γνώση της λατινικής υποχώρησε σταδιακά μεταξύ 4ου και 7ου αιώνα, οπωσδήποτε, διατηρήθηκε στους πληθυσμούς εκείνους που είχαν επηρεασθεί περισσότερο από τον εκλατινισμό. Αυτοί οι πληθυσμοί, Ελληνικής καταγωγής κατά τον Λυδό αλλά λατινόγλωσσοι, κατοικούσαν στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία, ιδίως στα όρη της Πίνδου και τις γύρω πεδιάδες. Σε μια μελέτη μας, ως ένα παράγοντα αυτού του φαινομένου υποδείξαμε τις πρώιμες σχέσεις του νομαδικού ηπειρωτικού φίλου των Ατιντάνων με τους Ρωμαίους6.
Ένα αιώνα μετά τον Ιωάννη Λυδό, ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, περιγράφοντας μια εκστρατεία των Βυζαντινών κατά των Αβάρων στη Θράκη (579-582) υπό τον στρατηγό Κομεντίολο, λέγει ότι σε κάποια στιγμή το φορτίο ενός υποζυγίου έγειρε προς το ένα μέρος· τότε ένας συνάδελφος εφώναξε προς τον κάτοχο του ζώου, ο οποίος είχε προηγηθεί, «τη επιχωρίω γλώσση, τόρνα, τόρνα, φράτρε»7.
Πρέπει να δεχθούμε ότι αυτή η διήγησις ενέχει μεγάλη σημασία, πράγμα που φανερώνεται και από τις συζητήσεις που προεκάλεσε. Και πρώτα πρέπει να προσέξουμε την έννοια της εκφράσεως «επιχώριος γλώσσα». Η λέξις επιχώριος που κατ' αρχήν σημαίνει το επιτόπιο με τον καιρό έφθασε να σημαίνει το επικρατούν στοιχείο. Ο Γ. Κόλιας σε μια σύντομη μελέτη του8 φέρει παραδείγματα από τον ίδιο Σιμοκάττη που ενισχύουν την δεύτερη άποψη και μάλιστα ως προς τη γλώσσα. Θα επισημάνουμε ένα από αυτά, όπου λέγεται για τον ταμία, «τούτον επιχωρίω οι Ρωμαίοι φωνή αποκαλούσι κοιαίστορα (κυαίστορα)»9. Σαφώς εδώ επιχώριος σημαίνει την επίσημη, την επικρατούσα γλώσσα.
Παρ' όλα αυτά όμως υπάρχουν δύο σημεία που είναι ενδεικτικά της παρουσίας λατινόφωνου πληθυσμού στην περιοχή. Το ένα είναι η λέξις «φρατρε» που συνιστά γλωσσικό τύπο αρωμουνικό· αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο, διότι μερικά χειρόγραφα του κειμένου αντί φράτρε έχουν το τυπικό λατινικό φράτερ και μερικά παραλείπουν τελείως την λέξη αυτή.
Το δεύτερο σημείο είναι πολύ ενδεικτικότερο. Ο συνάδελφος του ημιονηγού όταν είδε το φορτίο να γέρνει, εφώναξε προς αυτόν, «τόρνα, τόρνα», με την έννοια ότι βαΐζει, γέρνει. Επομένως αυτός ο ίδιος και ο συνάδελφός του γνώριζαν μια λατινογενή γλώσσα και έδιναν στη λέξη την έννοια «γέρνει». Οι άλλοι όμως στρατιώτες, που γνώριζαν τη λέξη μόνο από τα στρατιωτικά παραγγέλματα επήραν τη λέξη με την έννοια «επιστρέψατε», υποχωρείστε. Και η παρεξήγηση αυτή οδήγησε σε μια στρατιωτική καταστροφή10. Η λέξη torna, από το λατινικό torno που προέρχεται από το ελληνικό τόρνος σημαίνει κατ' αρχήν «γυρίζω στον τόρνο», «τορνεύω», και μεταφορικώς «στρέφω, στρέφομαι, γυρίζω»11.
Από αυτά συνάγεται ότι το πλήθος των στρατιωτών, που δεν γνώριζε λατινικά πέραν των στρατιωτικών παραγγελμάτων εξέλαβε την κραυγή ως παράγγελμα επιστροφής, ενώ οι δυο (τουλάχιστον) ημιονηγοί μιλούσαν αυτήν τη λατινογενή διάλεκτο. Και θα θέλαμε εδώ να σημειώσουμε ότι, όπου συναντούμε λατινοφώνους, συνήθως βλέπουμε να συνδέονται με τους αγωγιάτες. Αγωγιάτες στη Θράκη τον 6ο αιώνα, «οδίτες» στην Καστοριά τον 10ο αιώνα, αγωγιάτες Βλάχοι στην νεώτερη εποχή με τον Ρόβα «που νύχτα ξεκίνησε για να παει στη Βλαχιά». Παλαιότερα τον 2ο αιώνα μ.Χ. ένας Ατιντάν κάνει ένα αφιέρωμα στην «Εκάτην Όδιον».12.
Στοιχεία για την εθνογένεση των Αρωμούνων
Αφ' ότου επί της βασιλείας Φωκά (602-610) το σύνορο του Δουνάβεως κατέρρευσε, άρχισε η εγκατάσταση των Σλάβων στα εδάφη της αυτοκρατορίας που σύντομα μετέβαλε την εθνολογική σύνθεση της περιοχής. Μετά βεβαιότητος μπορούμε να πούμε ότι μεγάλο μέρος των ρωμαϊκών πληθυσμών φεύγοντας τις αβαρο-σλαβικές επιδρομές κατευθύνθηκε είτε προς τις Δαλματικές ακτές, που παρέμειναν επί μακρόν στα χέρια των Βυζαντινών, είτε προς τον νότο, όπου το Κράτος επίσης κατόρθωσε να διατηρήσει την κυριαρχία του13. Είναι φανερό ότι αρχικά το επίπεδο του πολιτισμού και της πολιτικής οργανώσεως των σλαβικών φύλων δεν ευνοούσε την συμβίωση με τους εντοπίους. Αυτό δείχνει η αγριότης των σλαβικών επιδρομών, τις οποίες περιγράφει ο Προκόπιος. Η κατάσταση άλλαξε τον 7ο αιώνα. Οι σλαβικές φυλές που ζούσαν υπό αβαρική ή βυζαντινή κυριαρχία ήταν βέβαια αναγκασμένες να συμπεριφέρονται ειρηνικά προς τους γείτονές τους και αυτό δημιούργησε ακόμη και προϋποθέσεις φυλετικής αναμείξεως (Βλ. παρακάτω).
Έτσι κι' αλλιώς μόνο μετά την έλευση των Σλάβων μετατρέπεται ένα μέρος του λατινόγλωσσου πληθυσμού της Βαλκανικής στους Αρωμούνους του Μεσαίωνα ή Βλάχους όπως τους ονόμαζαν οι γείτονές τους. Κατ' αρχήν βέβαια πρέπει να δεχθούμε ότι μεγάλο μέρος από τους πρόσφυγες που κατευθύνθηκαν προς τα νότια, δηλ. προς τις ελληνικές περιοχές εξελληνίσθηκαν σύντομα, ιδίως αυτοί που εγκαταστάθηκαν σε πόλεις ή ως αγρότες. Ένα άλλο μέρος παρέμενε στις εστίες του υπό ξένη κυριαρχία. Εκείνοι που κυρίως μας ενδιαφέρουν είναι οι λατινόφωνοι νομάδες κτηνοτρόφοι που προσπαθώντας να αποφύγουν τους επιδρομείς μετακινήθηκαν αφ' ενός προς τα νότια για να βρίσκονται πλησιέστερα στο Κράτος και αφ' ετέρου προς τους ορεινούς όγκους για τους οποίους οι επιδρομείς αδιαφορούσαν. Πιθανότατα αυτοί οι λατινόφωνοι ήδη πριν από τις βαρβαρικές επιδρομές ζούσαν ως νομάδες ή ημινομάδες κτηνοτρόφοι14 γι' αυτό και ήσαν κατ' εξοχήν ικανοί να προσαρμοσθούν στις νέες συνθήκες, αν και η νομαδοποίηση και άλλων αγροτικών πληθυσμών δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
Αυτοί οι λατινόφωνοι παρ' όλο που εν μέρει ζούσαν πλέον εκτός του ελέγχου του Κράτους, συνέχισαν να θεωρούν τους εαυτούς τους Ρωμαίους, εξ ου και η αυτοονομασία τους (Αρωμούνοι), που σημαίνει και την πρόθεσή τους να διαχωρισθούν, όχι βέβαια από τους ελληνόφωνους κατοίκους της αυτοκρατορίας που επίσης Ρωμαίοι ονομάζονταν, αλλά από τους Σλάβους και άλλους γείτονές τους. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η romanitas δεν προϋποθέτει αναγκαστικά πλήρη γλωσσικό εκλατινισμό. Και μετά την κατάρρευση της κρατικής κυριαρχίας Ρωμαίος παρέμενε όποιος μέσω της θρησκείας, του πολιτισμού και της κρατικής του συνειδήσεως διαχωριζόταν από τους νεήλυδες. Συγχρόνως υπήρξε βέβαια και μία πολιτιστική υποβάθμιση. Σχετικά απομονωμένοι στις ορεινές περιοχές και ζώντας σαν νομάδες κτηνοτρόφοι, οι Αρωμούνοι θα αναγκασθούν αργότερα να δανεισθούν τους όρους της γεωργικής οικονομίας από τους ελληνόφωνους και τους Σλάβους που είχαν εγκατασταθεί στα πεδινά ενώ εκκλησιαστική γλώσσα του βορείου τμήματός τους γίνεται η παλαιοσλαβική, και παραμένει μέχρι τον 17ο αιώνα.
Φαίνεται πως εξαιτίας και των παραπάνω λόγων κάποιες νεολατινικές ομάδες αναμείχθηκαν σε πρώιμη σχετικά εποχή με Σλάβους. Έχει πράγματι με βάσιμες ενδείξεις υποτεθεί ότι μερικές από τις σλαβικές φυλές τις εγκατεστημένες στην Μακεδονία είναι στην πραγματικότητα βλαχικές ή βλαχοσλαβικές. Πρόκειται για τους Σαγουδάτους, τους Ρηχίνους και ίσως τους Στρυμονίτες15. Αυτοί, πιθανώτατα κατά τα έτη 672-677, εξεγείρονται κατά του Βυζαντίου, υπό την επικυριαρχία του οποίου ευρίσκονται, εξαιτίας της συλλήψεως από την κυβέρνηση του ρηγός των Ρηχίνων Περβούνδου16. Αποκλείουν και πολιορκούν κατόπιν την Θεσσαλονίκη και στην συνέχεια ηττώνται από τον Βυζαντινό στρατό17. Από ένα κείμενο του 17ου αιώνος αναφέρονται οι Ρηχίνοι (Ρυγχίνοι κατά το βιβλίο των Θαυμάτων) ως Βλαχορηχίνοι18. Βέβαια το κείμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο, καθόσον κάνει σύγχυση των Ρηχίνων και Σαγουδάτων του 7ου αιώνος με τους Βλάχους που διείσδυσαν στο Άγιο Όρος γύρω στο 110019 (πιθανώς βέβαια αυτοί οι τελευταίοι ήσαν απόγονοί τους), αλλά η επανειλημμένη μνεία τους μαζί με τους Σαγουδάτους20 καθιστά πιθανή την λατινογλωσσία τους.
Αυτοί οι τελευταίοι φέρουν όνομα που δεν είναι σλαβικό. Η κατάληξη -atus είναι βεβαίως λατινική, η δε ονομασία προέρχεται πιθανώς από το sagum, είδος ρωμαϊκού ενδύματος. Το όνομα του ρηγός των Ρηχίνων Περβούνδου ομοιάζει επίσης με λατινικό. Παρά ταύτα δεν θα έπρεπε να θεωρήσουμε τις δύο αυτές φυλές αμιγώς βλαχικές. Ο συγγραφέας του Βιβλίου των Θαυμάτων δεν τις διακρίνει από τις άλλες σλαβικές φυλές της Μακεδονίας21, ούτε ο Ιωάννης Καμενιάτης, ο οποίος αναφέρει τους Σαγουδάτους μαζί με την σλαβική φυλή των Δρογουβιτών22. Η πολιτική τους συμπεριφορά είναι τυπική για όλες τις σλαβικές φυλές που ευρίσκονταν υπό την βυζαντινή κυριαρχία. Υποτάσσονται αλλά είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να στασιάσουν κατά του κράτους προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους ή και να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, όπως υποτίθεται ότι σχεδίαζε ο Περβούνδος. Η μορφή αυτού του ηγεμονίσκου ομοιάζει πολύ με μία άλλη του Βιβλίου των Θαυμάτων, τον Μαύρο23, ο οποίος, αν και ελληνικής καταγωγής αν κρίνουμε από το όνομά του, σχεδίασε μαζί με τον Βούλγαρο αρχηγό του Κούβερ την κατάληψη της Θεσσαλονίκης24. Ο Περβούνδος και ο Μαύρος κινούνται άνετα σε βυζαντινό περιβάλλον, είναι πολύγλωσσοι και έχουν υψηλές διασυνδέσεις25. Αυτά συνηγορούν για την άποψη ότι και ο Περβούνδος δεν είναι σλαβικής καταγωγής αλλά μάλλον ρωμανικής ή μικτής.
Για την προέλευση και την συγκρότηση των Ρηχίνων (ή Ρυγχίνων) και των Σαγουδάτων μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Παρατηρούμε όμως ότι το παράδειγμα του «λαού του Κούβερ» του Βιβλίου των Θαυμάτων26 μας δείχνει ότι σ' εκείνη την ταραχώδη και σκοτεινή εποχή η δημιουργία μιας νέας φυλής από την επιμειξία δύο διαφορετικών δεν ήταν κάτι το περίεργο.
Από την άλλη μεριά υπάρχει κατά την περίοδο της καταρρεύσεως του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους το φαινόμενο πληθυσμών οι οποίοι, προκειμένου να αντισταθούν στους βαρβάρους οργάνωσαν εκ των ενόντων την άμυνά τους επιστρέφοντας σε παλαιότερες μορφές φυλετικής οργανώσεως, τις οποίες δεν είχαν λησμονήσει εντελώς κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας, και οι οποίες πάντως δεν διέφεραν ουσιωδώς από την οργάνωση των επιδρομέων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δυτικής Βρεττανίας (Ουαλίας) και της Βρεττάνης.
Πυκνές κινήσεις Αρωμουνικών ομάδων τον 10ο και 11ο αιώνα
Στους επόμενους αιώνες η συμπεριφορά των βλαχικών (αρωμουνικών) φύλων θα παραμείνει η ίδια ισχυρή φυλετική αλληλεγγύη, υποταγή στον εκάστοτε ισχυρό της περιοχής (Βυζάντιο, Βουλγαρία) και δυσπιστία απέναντι στην κεντρική εξουσία.
Φαίνεται πάντως ότι η προέλευσή τους τους συνέδεε περισσότερο με το Βυζάντιο παρά με τους γείτονες Σλάβους και Βουλγάρους. Περιγράφοντας ο Σκυλίτσης την τύχη των τεσσάρων γιών του κόμιτος Νικολάου, των λεγομέννων κομιτόπουλων, δηλαδή του κατόπιν τσάρου των Βουλγάρων Σαμουήλ και των αδελφών του, μας δίδει την πρώτη βέβαιη πληροφορία για Αρωμούνους (976 μ.Χ): «τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω, αναφεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τας λεγομένας Καλάς Δρυς παρά τινων Βλάχων οδιτών»27. Αν και η λέξη οδίτης σήμαινε κυρίως τον αγωγιάτη, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το φόνο θα διέπρατταν οι φιλειρηνικοί αγωγιάτες και γι' αυτό είναι προτιμότερο να της δοθεί η έννοια του οδοφύλακα28. Αυτοί οι Βλάχοι ήσαν φύλακες των διαβάσεων σ' ένα ορεινό χώρο, όπου και σήμερα κατοικούν πολλοί Αρωμούνοι.
Οι περιοχές των Αρωμούνων στην Ήπειρο, την Μακεδονία και την Αλβανία από τα τέλη του 9ου αιώνα ευρέθηκαν στο θέατρο του ανταγωνισμού μεταξύ των Βυζαντινών και των Βουλγάρων. Επί πολλές δεκαετίες κυριάρχησαν στις περιοχές αυτές οι Βούλγαροι. Το επεισόδιο των Καλών Δρυών δεν αποδεικνύει βέβαια και πολλά πράγματα σχετικώς με την στάση και την τύχη των Βλάχων στον Βυζαντινοβουλγαρικό πόλεμο επί Βασιλείου Β΄. Τέσσερα χρόνια αργότερα όμως (980 μ.Χ.) ο αυτοκράτωρ τοποθετεί τον Λαρισαίο πρόκριτο Νικολιτσά αρχηγό των Βλάχων της Ελλάδος· «γινώσκουσα δε η βασιλεία μου ότι από του μακαρίτου μου πατρός έχεις τούτο διά χρυσοβούλλου, αντί των εξκουβίτων, δωρείταί σε την αρχήν των Βλάχων Ελλάδος»29. Το Βυζάντιο σεβόταν την αυτονομία λαών με φυλετικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες και δεν τους υπήγε απευθείας στην Περιφερειακή διοίκηση, στην περίπτωσή μας στον Στρατηγό Ελλάδος, αλλά με την μεσολάβηση ενός άρχοντος, πρόγονος του οποίου είναι ο «άρχων φοιδεράτων» του 6ου αιώνος.
Φαίνεται ότι η τοποθέτηση αυτή συνδέεται με τον βυζαντινοβουλγαρικό πόλεμο στενότερα από ότι το κείμενο του Ανωνύμου δείχνει. Το 980 μ.Χ. ο Τσάρος Σαμουήλ επωφελούμενος της στάσεως του Βάρδα Σκληρού στη Μικρά Ασία επέδραμε κατά των βυζαντινών επαρχιών και κατά τον Σκυλίτση εισέβαλε στην Θεσσαλία και την νότιο Ελλάδα30. Τότε ακριβώς θέλησε ο Βασίλειος Β΄ να ισχυροποιήσει την κρατική εξουσία επί των Βλάχων της Θεσσαλίας τοποθετώντας επικεφαλής τους ένα εντόπιο προύχοντα η οικογένεια του οποίου διατήρησε και στο μέλλον υψηλό κύρος μεταξύ των Βλάχων και των υπολοίπων κατοίκων της Θεσσαλίας. Μετά την κατάληψη πάντως της Λαρίσης από τον Σαμουήλ (περί το 986 μ.Χ.) οι Νικολιτσάδες προσδέθηκαν στο βουλγαρικό άρμα μέχρι το τέλος του πολέμου, οπότε ο νεώτερος Νικολιτσάς επανήλθε στην υπηρεσία του αυτοκράτορος31.
Ο διορισμός του Νικολιτσά δείχνει ότι οι Βλάχοι της Θεσσαλίας παρέμειναν μέχρι τότε υπό την Βυζαντινή κυριαρχία. Αυτό συνεχίσθηκε καθ' όλη την διάρκεια του πολέμου όπως φαίνεται από το γεγονός ότι ο Σαμουήλ ποτέ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει σταθερά ερείσματα στην Θεσσαλία. Βέβαια οι Αρωμούνοι που κατοικούσαν βορειότερα θα αναγνώρισαν την κυριαρχία του Σαμουήλ, δεν φαίνεται όμως από πουθενά να συνεργάσθηκαν με αυτόν, όπως δέχεται ο Jorga ότι έκαναν πιεζόμενοι32. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι έμειναν πιστοί στο Βυζάντιο. Οι Αρωμούνοι ασκούσαν τα επαγγέλματα του κτηνοτρόφου, του αγωγιάτη και άλλα συναφή. Αν και οπωσδήποτε ένοπλοι, ήσαν βασικά φιλειρηνικοί και λόγω του νομαδισμού και των συνεχών μετακινήσεών τους επεδίωκαν καλές σχέσεις με όλους τους φορείς δυνάμεως στο χώρο τους. Φαίνεται λοιπόν ότι η πορεία των πολεμικών πραγμάτων οδήγησε μερικά τμήματα του αρωμουνικού πληθυσμού κάτω από βία και πίεση να υποκύψουν στους Βουλγάρους, να ενταχθούν στο χώρο του βουλγαρισμού και να πάρουν από τότε, τον δέκατο κιόλας αιώνα, τη σλαβονική ως εκκλησιαστική γλώσσα χωρίς να χάσουν τη μητρική τους όλοι. Άλλα όμως τμήματα, αυτά που δεν υποτάχθηκαν ποτέ στους Βουλγάρους ή διέφυγαν από τον ζυγό τους, ενωρίς, έμειναν πιστά στο Βυζάντιο, εντάχθηκαν στενότερα στον ελληνισμό και ως εκκλησιαστική γλώσσα διατήρησαν παντοτινά την ελληνική.
Από τις αρχές του 11ου αιώνα οι ειδήσεις για την παρουσία και την δραστηριότητα των Αρωμούνων ή Βλάχων πολλαπλασιάζονται, κι' αυτό γιατί σημειώθηκαν σοβαρές μετακινήσεις ομάδων τους, είτε λόγω των πολεμικών συγκρούσεων είτε λόγω υπερβολικής αυξήσεως του πληθυσμού τους, η και για τους δύο αυτούς λόγους. Μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ οι μετακινήσεις έγιναν συχνότερες και πυκνότερες.
Ο Βασίλειος Β΄ μετά το τέλος του πολέμου αναγνώρισε την εκκλησιαστική έδρα της Αχρίδος ως αρχιεπισκοπή της Βουλγαρίας και με μια ενέργεια υπερβολικής αβροφροσύνης την προικοδότησε με όλες τις επαρχίες που κάποτε είχε καταλάβει η Βουλγαρία. Σ' ένα από τα τρία σιγίλλια που εξέδωσε σχετικά με το θέμα αυτό ανέθετε στην αρχιεπισκοπή αυτή και τους Βλάχους που άλλοτε κατοικούσαν στα όρια της Βουλγαρίας, καθώς και τους Τούρκους (Ούγγρους) που ευρίσκονταν στο Βαρδάρη. «Και όσα έτερα υπελείφθησαν κάστρα εκτός των σιγιλλίων της βασιλείας μου, ταύτα πάντα κατέχειν τον αυτόν αγιώτατον αρχιεπίσκοπον και λαμβάνειν το κανονικόν αυτών πάντων και των ανά πάσαν Βουλγαρίαν Βλάχων και των περί τον Βαρδάρειον Τούρκων, όσοι εντός των Βουλγαρικών όρων εισίν»33. Η δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής αυτής στα χρόνια του Βασιλείου Β΄ έφθανε από τη Νότιο Ήπειρο και τη Θεσσαλία έως το Δούναβη, πράγμα που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες εκκλησιαστικών ηγετών. Περιελάμβανε λοιπόν και όλους τους αρωμουνικούς πληθυσμούς που ήσαν διεσπαρμένοι, όπως φαίνεται και από το κείμενο. Αργότερα η έκτασή της περιωρίσθηκε, αλλά από το 1100 εμφανίσθηκε υπό την δικαιοδοσία της ιδιαίτερη επισκοπή Βλάχων με άγνωστη σ' εμάς έδρα34.
Πιθανώς ήδη κατά το χρόνο της κυριαρχίας των Βουλγάρων επί περιοχών που κατοικούνταν από Αρωμούνους πολλές ομάδες από αυτούς, έφθαναν με τα ποίμνιά τους έως τις κοιλάδες του Δουνάβεως και έως τον Αίμο, όπου αργότερα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Αυτή η μετακίνηση είχε σπουδαιότατη επίδραση στην εθνολογική διαμόρφωση της Βαλκανικής. Φαίνεται πάντως ότι οι μετακινήσεις αυτές διευκολύνθηκαν από την κατάλυση του βουλγαρικού κράτους. Επίσης η θέση των Βλάχων στην Βαλκανική ισχυροποιείται και γίνονται πλέον σημαντικός πολιτικός παράγων της περιοχής, μέσα στα πλαίσια του Βυζαντινού κράτους35. Αυτό δεν σημαίνει ότι εκ συστήματος η αυτοκρατορική κυβέρνηση ευνόησε τους Βλάχους εναντίον των Βουλγάρων. Αντίθετα είναι φανερό ότι παρά την σκληρότητα του αγώνος ο Βασίλειος Β΄ μετά την υποταγή των ηττημένων απέφυγε κάθε αντεκδίκηση, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποτέλεσμα εθνικών αντιθέσεων, και αντιθέτως περιποιήθηκε τους Βούλγαρους αρχηγούς και Μεγιστάνες36. Μάλλον όμως απολάμβαναν κάποιας μεγαλύτερης εμπιστοσύνης οι Βλάχοι, όχι πάντοτε δικαιολογημένης. Γι' αυτό και τους βλέπουμε κατά τα τέλη του 11ου αιώνος να ελέγχουν μερικές κλεισούρες του Αίμου (βλ. παρακάτω), πράγμα που οπωσδήποτε δεν συνέβαινε τον καιρό της υπάρξεως του βουλγαρικού κράτους.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059-1067 μ.Χ.) εξερράγη στάση στην Θεσσαλία λόγω της φορολογικής πολιτικής τους37. Στην συνωμοσία συμμετείχαν Βλάχοι, Βούλγαροι προύχοντες και Έλληνες της Λαρίσης38. 'Αρχηγός της εξεγέρσεως τέθηκε, εξαναγκασθείς κατά τον συγγραφέα, ο πρόκριτος της Λαρίσης Νικολιτσάς απόγονος του συνωνύμου που είχε τοποθετηθεί αρχηγός των Βλάχων από τον Βασίλειο Β΄ (βλ. παραπάνω). Οι στασιαστές μετά από μερικές επιτυχίες ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με την αυτοκρατορική κυβέρνηση μέσω του αρχηγού τους και κατέθεσαν τα όπλα κατόπιν υποσχέσεων για αμνηστεία39. Δεν θα πρέπει να δούμε στην εξέγερση αυτή «εθνικά» κίνητρα. Όπως φαίνεται και από τις διαβουλεύσεις του Νικολιτζά με τον αυτοκράτορα, πρόκειται για μία τοπική υπόθεση που διαφέρει ριζικά από την βουλγαρική εξέγερση του Δελεάνου (1040 μ.Χ.)40. Παρουσιάζει πάντως μερικές ομοιότητες με εκείνη του 1186: το φορολογικό κίνητρο και τη συνεργασία Βουλγάρων και Βλάχων.
Ο συγγραφεύς του Στρατηγικού μας δίνει πάντως μερικές ενδιαφέρουσες πληροφορίες: Οι Βλάχοι είναι πολυάριθμοι στην Θεσσαλία41 και κατά το θέρος μετακινούν τα ποίμνιά τους στα «όρη Βουλγαρίας» δηλαδή στα ορεινά του θέματος Βουλγαρίας42. Έχουν όμως και μόνιμες εγκαταστάσεις, τουλάχιστον μερικοί από αυτούς, στην Θεσσαλία, όπως φαίνεται από την συγκέντρωση των επαναστατών στην οικία του Βλάχου προκρίτου Βεριβόη43. Αν και συγγενής του αρχηγού της εξεγέρσεως Νικολιτζά, ο συγγραφεύς του Στρατηγικού ανήκε σε άλλη πολιτική φατρία και δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους Βλάχους, τους οποίους θεωρεί επικίνδυνους και ανάξιους έμπιστοσύνης44. Όσον αφορά την προέλευσή τους τους θεωρεί απογόνους των Δακών του Δεκεβάλου, οι οποίοι, κατ' αυτόν κατοικούσαν κοντά στον Δούναβη και τον Σάβο, αλλά λόγω των ληστρικών τους επιδρομών επλήγησαν από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες και διασκορπίσθηκαν στην Ήπειρο και την Μακεδονία. Οι πληροφορίες του είναι βέβαια γεμάτες ανακρίβειες αλλά ίσως απηχούν παραδόσεις για κάθοδο λατινοφώνων προς τα νότια.
Η Άννα Κομνηνή, όταν αναφέρεται στις επιχειρήσεις του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ εναντίον των Κουμάνων (1094-1095 μ.Χ.), κάνει λόγο για την παρουσία των Βλάχων κατά τρόπο που φανερώνει ότι αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο σ' ολόκληρη την οροσειρά του Αίμου, πράγμα που για πρώτη φορά επισημαίνεται τώρα. Παίζουν τώρα αξιόλογο ρόλο αφού στο μεταξύ είχαν καθυποταχθεί οι Βούλγαροι. Η στάση τους στην περίπτωση αυτή είναι διφορούμενη, κατά τις ανάγκες της δύσκολης πάντα θέσεώς τους. Στην αρχή ειδοποιούν τους Βυζαντινούς, όπως είχαν υποχρέωση άλλωστε, για τη διάβαση του Δουνάβεως από τους Κουμάνους, αλλά αργότερα υποδεικνύουν στους τελευταίους τα μονοπάτια του Αίμου. «Νυχτός, δε καταλαβόντος Πουδίλου τινός εκκρίτου των Βλάχων και την των Κομάνων διά του Δανούβειος διαπεραίωσιν αναγγείλαντος, δέον έκρινεν αυγαζούσης της ημέρας μετακαλεσάμενος τους εκκρίτους των συγγενών τε και ηγεμόνων βουλεύσασθαι ότι δεί ποιείν». Και παρακάτω: «Των γούν Κομάνων παρά των Βλάχων τας διά των κλεισουρών ατραπούς μεμαθηκότων και ούτω τον ζυγόν ραδίως διεληλυθότων άμα τω τη Γολόη προσπελάσαι ευθύς οι έποικοι ταύτης δεσμήσαντες τον την φυλακήν του κάστρου πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοις Κομάνοις»45. Βλέπουμε ότι οι Αρωμούνοι είναι ισχυροί και πολυάριθμοι στα όρη του Αίμου κάτι που εν μέρει εξηγεί τον ρόλο τους στην βουλγαροβλαχική επανάσταση του 1186 μ.Χ.
Είναι εύλογο το ερώτημα, πως ευρέθησαν ξαφνικά αυτοί οι Βλάχοι στον Αίμο, και μάλιστα σε σχετικά μεγάλους αριθμούς. Αφ' ότου κατέβηκαν νοτίως του Δουνάβεως οι Σλάβοι και στη συνέχεια οι Βούλγαροι, τον 7ο αιώνα, δεν μαρτυρείται παρουσία λατινοφώνων στο χώρο εκείνο ούτε από ιστορικά κείμενα ούτε από αρχαιολογικά ευρήματα και δεν είναι νοητή ούτε λογικώς αφού εκεί ήταν το κέντρο των Βουλγάρων επί πεντακόσια χρόνια. Έτσι η άποψη ότι ήσαν εντόπιοι στην περιοχή του Αίμου, που στηρίζεται σε χωρίο του Χωνιάτη, όπου λέγεται «οι Μοισοί μεν πρότερον ωνομάζοντο, νυνί δε Βλάχοι κικλήσονται»46 δεν ευσταθεί. Το να καλή Μοισούς τους Βλάχους ένας αρχαϊστής βυζαντινός ιστορικός, δεν είναι ενδεικτικό της καταγωγής τους. Με την τάση τους να συνδέουν τους νεοεμφανιζομένους λαούς με ασχέτους αρχαίους λαούς οι Βυζαντινοί ονομάζουν τους Τούρκους Πέρσες και τους Σέρβους Τριβαλούς.
Δεν ευσταθεί επίσης η άποψη ότι οι Βλάχοι αυτοί κατήλθαν από τα βόρεια.
Αποδείξεις περί του αντιθέτου είναι α) ότι, ενώ είναι γνωστό ότι Κουμάνοι της Δακίας περνούν το Δούναβη το 1186 μ.Χ. και σπεύδουν σε βοήθεια των Βλαχο-βουλγάρων επαναστατών, δεν αναφέρεται να κάνουν τίποτε παρόμοιο Βλάχοι της Δακίας που θα έπρεπε πρώτοι να προστρέξουν, και β) η Άννα Κομνηνή σημειώνει για τους Βλάχους του Αίμου κατά τον προηγούμενο αιώνα ότι γνώριζαν πολύ καλά τον Αίμο και δίνουν στους Κουμάνους χρήσιμες πληροφορίες για τις διαβάσεις των βουνών αυτών. Αν ήσαν και αυτοί επήλυδες, γιατί να τις γνωρίζουν περισσότερο από τους Κουμάνους που δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά στα μέρη αυτά47;
Πιστεύω ότι οι Βλάχοι αυτοί προέρχονται από τους Αρωμούνους οι οποίοι ζούσαν από αιώνες στις περιοχές εκείνες που και σήμερα ακόμη αποτελούν το κέντρο τους, ενώ κατά την περίοδο της βουλγαρικής κυριαρχίας από τα τέλη του 9ου αιώνα εντάχθηκαν στα πλαίσια του βουλγαρικού κράτους και έπειτα ως νομάδες διασκορπίσθηκαν σε όλες τις επαρχίες του.
Η επανάσταση του 1186 μ.Χ. αποτελεί την επίσημη πλέον είσοδο των Βλάχων στην ιστορία και δεν θα μας απασχολήσει εδώ48.
Συμπεράσματα
Οι πληροφορίες που έχουμε για τους Αρωμούνους τον ενδέκατο αιώνα είναι λίγες και οπωσδήποτε δεν επαρκούν για τη λύση του προβλήματος της καταγωγής τους. Παρ' όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις και να μας οδηγήσουν σε ορισμένα συμπεράσματα: Κατ' αρχήν είναι φανερό ότι επειδή λατινόφωνοι υπήρχαν πολυάριθμοι σε πολλές περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου, ακόμη και σε ελληνικές περιοχές, είναι μάταιο να ψάχνει κανείς για μία και μόνη κοιτίδα των Αρωμούνων. Οπωσδήποτε οι εκλατινισμένοι πληθυσμοί της Παλαιάς και Νέας Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας έχουν σημαντικό μερίδιο στην εθνογένεση των Αρωμούνων, που μάλιστα τους συναντούμε στις ίδιες περιοχές. Από την άλλη μεριά είναι βέβαιο ότι λατινόφωνοι της βορείου Βαλκανικής κατήλθαν προς νότο πιεζόμενοι από τους Σλάβους49. Βέβαια έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες για την εξέλιξη αυτή: το χωρίο του Βιβλίου των Θαυμάτων που μιλά για πρόσφυγες από τις βορειότερες επαρχίες, και την παρουσία των μιξοβαρβάρων Ρηχίνων και Σαγουδάτων (βλ. παραπάνω), αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, διότι ούτως η άλλως οι πληροφορίες των πηγών για την Βαλκανική κατά τον 7ο και 8ο αιώνα μ. Χ. είναι ελάχιστα ικανοποιητικές.
Το Βυζάντιο κατείχε μέχρι το 809 μ.Χ. ένα σημαντικό έρεισμα στην Κεντρική Βαλκανική, την Σαρδική (Σόφια), και αυτό δεν πρέπει να συνέβαινε μέσα σε μία σλαβική θάλασσα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη και άλλων, φιλικά προς το Κράτος διακειμένων πληθυσμών, ελληνοφώνων και λατινοφώνων.
Μετά την βουλγαρική επέκταση προς Νότον και Δυσμάς οι Βλάχοι διασπώνται. Ένα μέρος υποτάσσεται στους νέους κυρίους, ενώ ένα άλλο φεύγει προς Νότον, στην Παλαιά Ήπειρο (π.χ. Πίνδο), όπου συναντά και εντοπίους λατινοφώνους και στην Θεσσαλία, όπου τους συναντούμε αργότερα, και σε περιοχές όπου είναι απίθανο να υπήρξαν λατινόφωνοι κατά την ρωμαϊκή εποχή τα νότια και τα ανατολικά ορεινά της, που αποτελούν και τα έσχατα όρια της προσωρινής βουλγαρικής επεκτάσεως.
Μετά την κατάρρευση του πρώτου βουλγαρικού κράτους ομάδες Αρωμούνων μετακινούνται προς βορρά. Οι Βλάχοι του Αίμου προέρχονται μάλλον από ομάδες που είχαν παραμείνει στην βουλγαρική επικράτεια. Η Δακία σαν πατρίδα των Αρωμούνων της νοτίου βαλκανικής πρέπει να αποκλεισθεί.
Η διαφορετική προέλευση και ιστορική μοίρα των αρωμουνικών ομάδων εξηγεί και τις διαφορετικές πολιτικές τους επιλογές και τις άλλες ιδιαιτερότητές τους, που ακόμα και σήμερα εμφανίζονται από περιοχή σε περιοχή.
Οι Αρωμούνοι στο Βυζάντιο εως τον 11ο αιώνα
Κωνσταντίνος Π. Χρήστου
Καθηγητής, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ
Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, τόμος 13, 1991
ανατύπωση στο:
Χρήστου Κωνσταντίνος . Αρωμούνοι. Μελέτες για την καταγωγή και την ιστορία τους . Θεσσαλονίκη . Κυρομάνος (1996)
1. C. Jireček, Die Romanen in den Städten Dalmatiens während des Mittelalters Ι, Wien 1901, σ. 13 ε.
2. Το πρόβλημα της υπάρξεως ή όχι λατινοφώνων και βορείως του Δουνάβεως μετά το τέλος της ρωμαϊκής κυριαρχίας είναι οπωσδήποτε πολύ δύσκολο Βλ. Duoichento Marhou D. The Vlachs. The Latin speaking population of eastern Europe, Byzantion. 54 (1984), σ. 508-526.
3. Κ. Χρήστου. Ατιντάνες οι Βλάχοι της αρχαίας Ηπείρου, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, 1987. 91-111 και ανάτυπο.
4. Βλ. C. J. 7.45.12-α. 397.
5. Ιωάννου Λυδού, «Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας 3, 68.
6. Κ. Χρήστου, Ατιντάνες οι Βλάχοι της αρχαίας Ηπείρου, σ. 107-109.
7. Θεοφυλάκτου Σιμοκάττη, Ιστορία, C. de Boor, 99-101. Το ίδιο επεισόδιο περιγράφει ο Θεοφάνης. Χρονογραφία, C. de Boor, 257 ε. Ο Θεοφάνης λέγει «τη πατρώα φωνή».
8. «Τόρνα, επιχώριος γλώσσα». Έπετ. Έταιρ. Βυζαντ. Σπουδών. 14 (1938), 295-299
9. C. de Boor, 39, 12
10. Από μια άλλη άποψη το Στρατηγικό του Μαυρικίου λέγει, «κράζει πάλιν, τorna mina, και ανθυποστρέφουσιν ωσανεί κατά των εναντίων», 3, 6.
11. Από αυτό παράγεται το αρωμουνικό turno, το ρουμανικό inturno και τα αντίστοιχα όλων των λατινογενών γλωσσών, ακόμη και το αγγλικό turn.
12. Βλ. Μ. Δήμιτσας. Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις, αρ. 228. Κ. Χρήστου. Ατιντάνες σ. 107.
13. Βιβλίον των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, εκδ. P. Lemerle, Les plus anciens, recueils des Miracles de Saint Démétrius, Παρίσι 1979 Т. 1-11, 197: «διότι τας υπ' αυτήν πάσας πόλεις επαρχίας εξ αυτών αοικήτους γενέσθαι, ταύτην δε μόνην (Θεσσαλονίκην) καθώς είρηται, εν μέσω αυτών υπάρχειν και αυτήν υποδέχεσθαι πάντας τους αποφύγους των εκ του Δανουβίου μερών, Παννονίας τε και Δακίας και Δαρδανίας και των λοιπών επαρχιών τε και πόλεων...».
14. Βλ. και Χρήστου, Ατιντάνες. Γενικώτερα βλ. Stadtmüller, Geschichte Südosteuropas, Μόναχο 1950, σ. 97.
15. Βλ. Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους Μέσους Χρόνους (285 - 1354), σ. 179 ε.
16. Θαύματα του Αγίου Δημητρίου, 230-282.
17. Για τα γεγονότα αυτά, βλ. Α. Στράτος. Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα, τ. Ε΄, σ. 88 ε., Θεοχαρίδης, ενθ' άνωτ, σ. 161ε.
18. Ιστορικός λόγος του Κασταμονίτου, εκδ. Th. Uspensky, Istorija Afona, Κίεβο 1877, σ. 311: «Τότε δη οι λεγόμενοι Ρηχίνοι και απλούστερον Βλαχορηχίνοι τε και Σαγουδάτοι εξουσιάσαντες την Βουλγαρίαν και απλώσαντες από ολίγον κατ' ολίγον εις διάφορα μέρη εκυρίευσαν και Μακεδονίαν, τέλος ήλθαν και εις το "Άγιον Όρος με όλα τους τα γυναικόπαιδα».
19. Π. Χρήστου. Το Άγιον Όρος, Αθήναι 1987, σ. 36
20. Θεοχαρίδης, ενθ' άνωτ, σ. 180 εε. Η Οι Ρηχίνοι ονομάσθηκαν από τον ποταμό Ρήχιο, μεταξύ Βόλβης και Στρυμονικού Κόλπου. Οι Σαγουδάτοι κατοικούσαν στην πεδιάδα της Βεροίας. Ιωάννης Καμενιάτης, εκδ. Βόννης, Συνεχισταί Θεοφάνους, σ. 496, 5 ε. Βλ. και C. Jireček, Geschichte der Serben, 1, Άμστερνταμ 1967 (Ανατυπ ), σ. 94.
21. Π.Χ. 231.
22. Σ. 496, 5 ε.
23. 283 εε.
24. Βιβλίον των Θαυμάτων, 289. Ο Στράτος, ενθ' άνωτ., σ. 71 εε., ιδιατέρως σ. 82 εε., χρονολογεί τα γεγονότα μεταξύ 660-670.
25. Βιβλίον των Θαυμάτων, 232-242, 292.
26. 283 εε.
27. Ιωάννης Σκυλίτσης. Synopsis Historiarum, εκδ. J. Thurn, CFHB, V, Berlin - New York 1973, σ. 329, 77 εε.
28. Α. Λαζάρου. Η Αρωμουνική, Αθήνα 1976, σ. 76 ε.
29. Ανωνύμου. Λόγος νουθετητικός προς βασιλέα, εκδ. Β. Wassiliewsky, V. Jernstedt. Cecaumeni Strategikon et incerti Scriptoris, de Officiis Regiis Libellus. Πετρούπολις 1896 (Ανάτυπ. Άμστερνταμ 1965).
30. Ιωάννης Σκυλίτσης, σ. 330, 95. 1. Καραγιαννόπουλος. Ιστορία βυζαντινού κράτους, Τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 431 ε.
31. Ιωάννης Σκυλίτσης, σ. 344, 94-95, 3-13, 358, 83, 366, 43. Οι εκατέρωθεν λιποταξίες και προσχωρήσεις προς τον αντίπαλο ήταν συνηθισμένες στον πόλεμο αυτό και δεν οφείλονται αναγκαστικα σε εθνική καταγωγή ή συμπάθεια αλλά και σε τυχαία γεγονότα ή και σε προσωπικά ζητήματα. Βλ. Καραγιαννόπουλος, ενθ' άνωτ., σ. 448.
32. N. Jorga, Breve Storia dei Rumani, Βουκουρέστι 1911, σ. 91, του ιδίου, La place des Roumains dans l' Histoire Universelle, Βουκουρέστι 1980, σ. 106.
33. Το σιγίλλιο βλ. στο Η. Gelzer, Ungedruckte und wenig bekannte Verzeichnisse der orientalischen Kirche, Byzantinische Kirche 2 (1893), σ 46.
34. Γερ. Κονιδάρη, Αχρίδος Πατριαρχείον. ΗΘ. και Θρ. Εγκυκλοπαίδεια 3, σ. 547.
35. Bλ. Stadtmüller, ενθ' άνωτ. σ. 206 ε. Ο Γερμανός ερευνητής θεωρεί ότι τότε Βλάχοι από την νότιο και κεντρική Βαλκανική άρχισαν να εγκαθίστανται στην σημερινή Ρουμανία.
36. Καραγιαννόπουλος, ενθ' άνωτ., σ. 464.
37. Κεκαυμένου Στρατηγικόν, σ. 66 εε., σ. 70, 13: «ην γαρ πολλών νομισμάτων αυξήσεις ποιήσας».
38. Ενθ' άνωτ. σ. 69,8 εε.
39. Φαίνεται πως συγχρόνως πέτυχαν την ακύρωση των επιπλέον φόρων που τους είχαν επιβληθεί, βλ. Κεκαυμένου Στρατηγικόν, σ. 70, 10 εε., 71, 12 εε, 72, 5 εε.
40. Καραγιαννόπουλος, ενθ' άνωτ. σ. 490 εε.
41. Σ. 70, 1. Και μάλιστα στην περιοχή των Φαρσάλων. Βλ. και Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, ενδ. A. Refferscheid. Λειψία 1884, 1, σ. 169.
42. Στρατηγικόν, σ. 68, 31.
43. Ενθ' άνωτ, σ. 68, 16. Ένας Βεριβόης ήταν διοικητής Χίου γύρω στο 1025, Σκυλίτσης, σ. 373, 16.
44. Σ. 74 ε.
45. Αλεξιάς, II. σ. 193-194.
46. Νικήτας Χωνιάτης, εκδ. Βόννης, ΙΧ, σ. 482.
47. Το 1991 οι Κουμάνοι βοήθησαν τους Βυζαντινούς κατά των Πετσενέγων στην ίδια περιοχή.
48. Για την είσοδο Βλάχων ποιμένων στο Άγιο Όρος και την εκδίωξή τους με αυτοκρατορικές διαταγές, επί Αλεξίου Α΄ βλ. Π. Χρήστου ενθ' άνωτ., σ. 126.
49. Α. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Δ΄, Θεσσαλονίκη 1961, σ. 36 εε.