Την ελληνικότητα των ομιλούντων τα κουτσοβλάχικα κανείς δεν αμφισβήτησε, γιατί ο πατριωτισμός των συμβαδίζε πάντοτε με των άλλων ελλήνων.
Εκείνο όμως που θελήσαμε να ψέξωμε σε σημείωμα του περασμένου φύλλου, ήταν η επαίσχυντος διαγωγή των ρουμανιζόντων, που για χάρη λίγης μπομπότας κατεπρόδοσαν τη πατρίδα τους που τους εκτρέφει και η πρωτόγονη διάλεκτος που μιλούν οι βλάχοι Βεροίας που έπρεπε για λόγους αξιοπρεπείας και εθνικής υπερηφανίας να είχαν πάψη να τη χρησιμοποιούν μια και είναι Έλληνες, όπως για λόγους αξιοπρεπείας οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες και κάθε Ρωμαίος πολίτης που ήθελε να λέγεται μορφωμένος, θεωρούσε υποχρέωσί του να μαθαίνη την Ελληνική γλωσσα, γιατί ήταν ο καλύτερη.
Ως εκ τούτων, ζητούμε συγγνώμην από τους θιγέντας συμπατριώτας μας και τους καλούμε να χειρίζωνται με υπερηφάνεια την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, την Έλληνική, που ταιργιάζει στη πατρίδα του Μεγάλου Αλε ξάνδρου, εφ' όσον και αυτο! είναι απόγονοί του. Έτσι θα ξεχωρίζουν και από τους ολίγους ποταπούς Ρουμανοβλάχους, οι οποίοι με τας ανθελληνικάς, στη Κατοχή, πράξεις τους, πλήγωσαν βαθειά το πατριωτικό αίσθημα όλων των Βεργιωτών που παρηκολούθησαν, τις βρωμιές τους.
Γιαυτό ο κατά πάντα ανεκτικός Λαός Βεροίας αηδιάζει όταν ακούει να ομιλήται επιδεικτικά η κορακίστικη γλώσσα των ρουμανιζόντων και δε συγχωρεί να τη χρησιμοποιούν άλλοι Έλληνες συμπατριώτας, εκτός από τους προδότας και μόνο, για να τους ξεχωρίζη.
Εφ' όσον λοιπόν θέλουν να ξεχωρίζουν από τους βρωμερούς ρουμανίζοντας που σήκωσαν στη κατοχή ρουμανική σημαία και ποδοπάτησαν τη γαλανόλευκη, μια τους απομένει ελληνική υποχρέωση, να παύσουν να μιλούν τη κακόηχη γλώσσα που προκαλεί αηδία στον ακούοντα έλληνα Βεργιώτην.
Είν' αλήθεια ότι η κουτσοβλάχικη είναι γλώσσα μητρική και συνάμα τσαπαλίζεται εύκολα. Πλην όμως χρειάζεται μια προσπάθεια, για χάρην της αξιοπρεπείας αυτών και του Έθνους.
Εφημερίδα Θαρραλέος, 70, 17-5-1948

Η ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ με θρασύτητα και υποκρισία που ταιργιάζει στη (σύνθεση) της, διεμαρτυρήθη στη Κυβέρνησή μας και ζητεί ικανοποίησή για τους «διωγμούς» που γίνονται κατά των υπηκόων της. Και ημείς οι Βεργιώτες που ζούμε με πολλούς βλάχους που πιστεύουν στην ένδοξη πατρίδα του Αντωνέσκο και της (...) και ξαφνιασμένοι απ' την εσκεμένη θρασύτητά της, της απαντάμε ότι ψεύδεται και συκοφαντεί αδιάντροπα. Γιατί οι άνθρωποι τους που τους χρωστάνε λίγη εὐγνωμοσύνη για τη μπομπότα που τους έστειλαν στη Κατοχή, ούτε διωγμούς έπαθαν ούτε η κακόηχη και πρωτόγονη γλώσσα απηγορεύθη να ομιλήται παρ' αυτών, αλλ' ελεύθερα και επιδεικτικά τη διαλαλούν και μέσα στην αγορά, άνευ καν συστολής τους για τη βαρβαρότητά της.
Ήθελε η Ρουμανική Κυβέρνησις μια δικαιολογία για να θολώση τα νερά της Διεθνούς κοινής γνώμης και να διώξη τους εκεί Έλληνας. Τη βρήκε χονδροειδεστάτη και τιποτένια.
Είμεθα έτοιμοι να υποδεχθούμε και τους Έλληνας της Ρουμανίας που είναι παληότεροι και αυτών των σημερινών Ρουμάνων.
Εφημερίδα Θαρραλέος, 69, 3-5-1948
