Ιστορίες - γεγονότα

Αντιπροσωπείες των βαλκανικών κρατών κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, 1913Σημαντική, επίσης, πληθυσμιακή ομάδα αποτελούσαν και οι Βλάχοι. Εκτός, από την ονομασία «Βλάχοι» μπορούμε να τους συναντήσουμε στις πηγές και ως Αρμάνους, Σαρακατσάνους, Κουτσόβλαχους κ.α.

Η Βενιζελική μειονοτική πολιτική της περιόδου 1910 - 1915
2. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Η έναρξη της μειονοτικής πλημμυρίδας
2.3. Βλάχοι


Επρόκειτο για εκλατινισμένα νομαδικά ελληνικά φύλα292 ενώ όσον αφορά τη γεωγραφική τους κατανομή, εντοπίζονταν στις ορεινές περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Οι Βλάχοι, δεδομένου ότι άλλαζαν συχνά τόπο διαμονής, είχαν διασπαρεί σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Στην πλειονότητα τους αποτελούσαν ένα ποιμενικό λαό, ο οποίος, όμως, όταν κατέβηκε από τα βουνά και εγκαταστάθηκε στα αστικά κέντρα, διέπρεψε στο εμπόριο και στα γράμματα.
Κομβικό σημείο στη δημιουργία του λεγόμενου Κουτσοβλαχικού Ζήτηματος υπήρξε η επανάσταση του 1860 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, η οποία οδήγησε στην παραχώρηση ημιαυτονομίας από την Υψηλή Πύλη. Η παραχωρηθείσα αυτονομία διευκόλυνε την ανάπτυξη του εθνικού αισθήματος των Ρουμάνων, το οποίο εκδηλώθηκε με ανθελληνικά αισθήματα για τους Έλληνες διαβιούντες στη Ρουμανία. Η έξαρση του ρουμανικού εθνικισμού οδήγησε τους Ρουμάνους στην αναζήτηση των «αλύτρωτων» αδελφών τους, που δεν ήταν άλλοι από τους βλαχόφωνους της Βαλκανικής και κυρίως τους βλαχόφωνους της Ελλάδας. Με μόνο όπλο τη γλωσσική συγγένεια της κουτσοβλαχικής διαλέκτου με τη ρουμανική γλώσσα, η Ρουμανία επιδόθηκε σε έναν αγώνα προσέλκυσης των βλαχόφωνων πληθυσμών της Βαλκανικής.293

Η δράση της ρουμανικής προπαγάνδας στο ελλαδικό χώρο είχε ως αφετηρία το ταξίδι των Ρουμάνων Ραντουλέσκου – Μπολιντινεάνου στην Ήπειρο και τη Μακεδονία το 1853, με σκοπό να συναντήσουν και να μελετήσουν τους «ξεχασμένους» αδελφούς τους. Γενικότερα, η ρουμανική κίνηση ήταν έντονα επηρεασμένη από τα ρεύματα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Το 1860 ιδρύθηκε το Μακεδονικορουμανικό Κομιτάτο με σκοπό τον συντονισμό της ρουμανικής προπαγάνδας στον ελλαδικό χώρο. Εν τούτοις, η κίνηση των ρουμανιζόντων εδραιώθηκε μόνο χάρη στον δραστήριο δάσκαλο, Απόστολο Μαργαρίτη, ο οποίος θα γίνει ο βασικός κήρυκας του ρουμανισμού στον ελλαδικό χώρο. Ο Μαργαρίτης, έχοντας βέβαια οικονομική ενίσχυση από το Βουκουρέστι, προχώρησε στην ίδρυση μεγάλου αριθμού ρουμανικών σχολείων και προσπάθησε να προσηλυτίσει μεγάλες μάζες βλαχόφωνων στη ρουμανική ιδέα.

Το διακύβευμα για τη Ρουμανία υπήρξε η προσπάθεια απόσπασης των Βλάχων από τις αγκάλες του Ελληνισμού, δεδομένου ότι μια μερίδα των βλαχόφωνων είχε αναπτύξει ελληνική συνείδηση. Το αποτέλεσμα της ρουμανικής προπαγάνδας ήταν η δημιουργία δυο κατηγοριών βλαχόφωνων, εκείνοι που είχαν προσχωρήσει στη ρουμανική προπαγάνδα, οι λεγόμενοι ρουμανίζοντες και οι Βλάχοι που παρέμεναν πιστοί στην ελληνική παιδεία και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η δράση της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη μετά την αναγνώριση των κουτσοβλαχικών κοινοτήτων, ως ιδιαίτερη κοινότητα, από την οθωμανική κυβέρνηση το 1905. Την περίοδο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, η ρουμανική προπαγάνδα επί των αλύτρωτων ακόμα περιοχών της Ελλάδας είχε φτάσει στο ζενίθ. Αμέτρητες είναι οι εκθέσεις των κατά τόπους ελληνικών προξενικών αρχών προς το ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, στις οποίες περιγράφεται με ανησυχητικό τρόπο η δράση των ρουμανιζόντων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί υφίσταντο αφόρητη πίεση από τους οπαδούς της ρουμανικής προπαγάνδας, με αποτέλεσμα να απειλείται το φρόνημα και η ακεραιότητα τους. Αρωγός της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξε ο τουρκικός κρατικός μηχανισμός. Η τουρκική πολιτική, με γνώμονα την πολιτική διαίρει και βασίλευε, ενίσχυσε και ανέχθηκε ποικιλοτρόπως τη ρουμανική δράση επί των εδαφών της, σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης του ελληνικού στοιχείου των περιοχών της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου.294

Σε γενικές γραμμές, στόχος της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξε πρώτον, η προσέλκυση των Βλάχων με ελληνική συνείδηση των περιοχών της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, και δεύτερον, η αποσκίρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εξασφάλιση εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής αυτονομίας.

 

5. ΒΛΑΧΟΙ

5.1. Η ρουμανική προπαγάνδα πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους

Πριν προχωρήσουμε στον τρόπο αντιμετώπισης του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος από τον Βενιζέλο, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε στη δράση της ρουμανικής προπαγάνδας στον ελλαδικό χώρο, πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο.

Η δράση των ρουμανιζόντων υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια στις περιοχές του ελλαδικού χώρου που βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Για παράδειγμα, έντονη υπήρξε η δράση των ρουμανιζόντων στην περιοχή των Ιωαννίνων. Η ευρύτερη περιφέρεια Ιωαννίνων αποτελούσε σημαντικό πυρήνα βλαχόφωνων πληθυσμών και ιδιαίτερα ο ορεινός όγκος της Πίνδου. Συνεχείς ήταν οι διαμαρτυρίες των κατά τόπους ελληνικών προξενικών αρχών στις οθωμανικές αρχές, ώστε να περιοριστεί η δράση των ρουμανιζόντων. Οι ρουμανικοί κύκλοι επεδίωκαν τη δημιουργία στα Ιωάννινα εμπορικού επιμελητηρίου, με σκοπό την αύξηση της εισαγωγής ρουμανικών προϊόντων στην Ήπειρο.603 Η ρουμανική προπαγάνδα δραστηριοποιούνταν σε περιοχές με συμπαγή βλαχόφωνο πληθυσμό. Έτσι στη Μακεδονία, μαρτυρείται η ύπαρξη Επιτροπής Ρουμανομακεδόνων, η οποία στηριζόταν υλικά και οικονομικά από τη ρουμανική κυβέρνηση και ασκούσε προπαγάνδα μεταξύ των Βλάχων της Μακεδονίας.

Η πολιτική εκμετάλλευση των Βλάχων από τη Ρουμανία δημιουργούσε προβλήματα στις ελληνορουμανικές σχέσεις,604 με αποτέλεσμα τη διακοπή τους το 1906.605 Μια από τις βασικές αιτίες της επιδείνωσης των σχέσεων των δυο χωρών υπήρξαν οι κατηγορίες της Ρουμανίας για τη δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων εναντίον κουτσοβλαχικών πληθυσμών της Μακεδονίας.606 Ήταν η εποχή που μαινόταν ο Μακεδονικός Αγώνας και η στενή σχέση ρουμανιζόντων και κομιτατζήδων τους αναδείκνυε σε εχθρούς της ελληνικής πλευράς.607

Οι διευθύνοντες της ρουμανικής προπαγάνδας έφεραν αντιρρήσεις στο ενδεχόμενο επανέναρξης των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας – Ρουμανίας, αν πρώτα δεν λυνόταν το ζήτημα των ρουμανικών εκκλησιών και της παραχώρησης μιας έδρας Μητροπολίτου στους ρουμανίζοντες της Μακεδονίας.608 Παράλληλα εντείνονταν οι πιέσεις σε ελληνικούς πληθυσμούς να προσχωρήσουν στη ρουμανική προπαγάνδα.609

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο αποφάσισε να ενισχύσει « πάση θυσία τους ρουμανίζοντας του Βιλαετίου τούτου ειδικώτερον δε προς την περιφέρειαν Γρεβενών με σκοπόν να διοργανώση δια των εκεί ρουμανιζόντων συμμορίας εις βάρος των εκεί ελληνικών πληθυσμών ».610 Η τουρκική ανοχή οδήγησε τους ρουμανίζοντες στη δημιουργία τριών εφορειών, οι οποίες έδρευαν σε Μοναστήρι, Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα και επόπτευαν τις δραστηριότητες της ρουμανικής κίνησης.611

Στις αλύτρωτες περιοχές της Ηπείρου και της Μακεδονίας, η κινητικότητα και ο αντεθνικός για τα ελληνικά συμφέροντα ρόλος των ρουμανιζόντων, οδηγούσε τις προξενικές ελληνικές αρχές σε συνεχή διαβήματα προς την οθωμανική κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια διαφύλαξης των ντόπιων βλαχόφωνων πληθυσμών. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμαρτυρίες των ελληνικών αρχών « ουδόλως λαμβάνονται υπ’ όψιν και τούτο ακριβώς είναι εκείνο το οποίον ενθαρρύνει τα όργανα της ρουμανικής προπαγάνδας[…]». Αντίθετα, τα κατά τόπους ελληνικά προξενεία σε Ήπειρο και Μακεδονία αντέταξαν σθεναρή άμυνα στη ρουμανική προπαγάνδα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις αμέτρητες αναφορές προς το Υπουργείο Εξωτερικών για την ενεργοποίηση των μηχανισμών άμυνας έναντι της ρουμανικής προπαγάνδας.612

Εκτός, όμως, από τις εκθέσεις των κατά τόπους προξενικών αρχών των αλύτρωτων περιοχών της Μακεδονίας και της Ηπείρου, υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές των ελληνικών τοπικών αρχών της Θεσσαλίας για την ανεξέλεγκτη δράση των ρουμανιζόντων σε περιοχές με σημαντικό βλάχικο στοιχείο αλλά και οι αυθαιρεσίες - πιέσεις που ασκούσαν στους ντόπιους πληθυσμούς, ώστε να τους προσηλυτίσουν στη ρουμανική ιδέα.613

Η ίδρυση σχολείων και η στελέχωση αυτών με ρουμανίζοντες διδασκάλους αποτέλεσε το σημαντικότερο όπλο των ρουμανιζόντων στην προσπάθεια τους να προσελκύσουν τους ελληνικής συνείδησης Βλάχους. Οι ιδεολόγοι της ρουμανικής προπαγάνδας γνώριζαν ότι, αν ήθελαν να πλήξουν το ελληνικό στοιχείο, έπρεπε να δημιουργήσουν ένα εκπαιδευτικό δίκτυο εφάμιλλο με αυτό του είχε ο Ελληνισμός των αλύτρωτων περιοχών της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σύστημα υπήρξε, εκτός από θεματοφύλακας των ελληνικών ιδεών, η βασική αιτία της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ανόδου των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά, οι ρουμανίζοντες προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα παράλληλο προς το ελληνικό εκπαιδευτικό δίκτυο. Βλέποντας, όμως, ότι οι εκπαιδευτικές και κοινωνικές δομές του Ελληνισμού των αλύτρωτων περιοχών ήταν βαθιά ριζωμένες στο χρόνο και συνεπώς δεν μπορούσαν να εξαλειφθούν μονομιάς, στράφηκαν σε βίαιες μεθόδους για να πετύχουν τον σκοπό τους αλλά και στη βοήθεια των Τούρκων. Στο εξής, βασικός στόχος τους ήταν η βίαιη «κατάσχεση» - μετατροπή των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών σε εστίες προπαγάνδας της ρουμανικής ιδέας.

Αντιπροσωπείες των βαλκανικών κρατών κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, 1913Αντιπροσωπείες των βαλκανικών κρατών κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, 1913Η ενορχηστρωμένη από το Βουκουρέστι προπαγάνδα επί των βλάχικων πληθυσμών της Μακεδονίας περιείχε και τη δυνατότητα της παροχής υποτροφιών για σπουδές στη Ρουμανία, για όσους Βλάχους βρίσκονταν υπό την επιρροή της. Συγκεκριμένα, οι κατά τόπους ρουμανικές οργανώσεις επέλεγαν τους κατάλληλους νέους, οι οποίοι μετά το πέρας των σπουδών τους στελέχωναν τον ρουμανικό μηχανισμό προπαγάνδας. Η ρουμανική προπαγάνδα διέθεσε μεγάλα ποσά για τον εκρουμανισμό των Βλάχων της Ελλάδας.614 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Καψαμπέλης, η Ρουμανία «αφειδώς δαπανώσα», προσπάθησε να προσελκύσει τους Βλάχους. Γενικότερα, το κριτήριο της επιβίωσης και της ευημερίας έσπρωξε πολλούς από αυτούς στην αγκαλιά της ρουμανικής προπαγάνδας.615

Το ρουμανικό δίκτυο προπαγάνδας υπήρξε ένας μηχανισμός που αποτελούνταν από τα ρουμανικά προξενεία, τις κατά τόπους επιτροπές, τους επιθεωρητές των σχολείων, τους μεμονωμένους περιηγητές – κήρυκες της ρουμανικής ιδέας, τους ρουμανίζοντες ιερείς, τους δασκάλους και τις ρουμανικές οργανώσεις συλλογικού χαρακτήρα. Οι τοπικές επιτροπές των ρουμανιζόντων λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι μεταξύ του δικτύου των τοπικών σχολείων και εκκλησιών και των ρουμανικών προξενείων, που σχεδίαζαν τις κατευθυντήριες γραμμές της ρουμανικής δράσης. Οι συγκεκριμένες επιτροπές έδρευαν σε κάθε βλαχόφωνο κεφαλοχώρι.616

Η δημιουργία ανεξάρτητης εκκλησιαστικής δομής στα εδάφη, όπου κατοικούσαν βλαχόφωνοι πληθυσμοί, αποτέλεσε το δεύτερο όπλο της ρουμανικής προπαγάνδας. Η ίδρυση ρουμανικών εκκλησιών, στελεχωμένων με Ρουμάνους ή ρουμανίζοντες ιερείς αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς τον εκρουμανισμό των Βλάχων. Ειδικότερα, η τέλεση της θείας λειτουργίας στη βλάχικη γλώσσα συγκέντρωνε γύρω από τις εκκλησίες των ρουμανιζόντων τους πληθυσμούς, οι οποίοι μιλούσαν τη βλάχικη γλώσσα. Η εκκλησιαστική χειραφέτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη αυτόνομων εκπαιδευτικών δομών περιόριζε τον έλεγχο των βλάχικων κοινοτήτων από το ελληνικό κράτος και έκοβε τον ομφάλιο λώρο των Βλάχων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στο πλαίσιο της καλλιέργειας της ρουμανικής συνείδησης στους Βλάχους, εντασσόταν και η προσπάθεια απόσπασης προνομίων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι ρουμανίζοντες, σε μια προσπάθεια απόκτησης εκκλησιαστικής αυτονομίας,617 απαίτησαν από αυτό την ικανοποίηση μιας σειράς αιτημάτων προς την κατεύθυνση της εκκλησιαστικής αυτονομίας.618

Η Ιερά Σύνοδος απέρριψε τα αιτήματα των ρουμανιζόντων, τα οποία προωθούσαν την ιδέα μιας νέας απόσχισης από το Πατριαρχείο, στο πρότυπο της Βουλγαρικής Εξαρχίας.619 Το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων οδήγησε τους ρουμανίζοντες στη διατύπωση της απειλής ότι θα θέσουν το ζήτημα στην τουρκική κυβέρνηση με σκοπό να προωθήσουν τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ρουμανικής εκκλησίας.620 Στο πλαίσιο αυτό, της προσπάθειας των ρουμανιζόντων να ανεξαρτητοποιηθούν από τον έλεγχο του Πατριαρχείου, ίδρυθηκε και ρουμανικό μιλλέτ.

Το τεταμένο κλίμα στις ελληνορουμανικές σχέσεις θα παραμείνει μέχρι το 1911. Οι σχέσεις των δυο κρατών άρχισαν να βελτιώνονται μετά το 1911 διότι, όπως αναφέρει ο Ευάγγελος Αβέρωφ, «ο Ελευθέριος Βενιζέλος […] απεφάσισε να υποχωρήση στο κουτσοβλαχικό ζήτημα».621

 

5.2. Η στάση των ρουμανιζόντων Βλάχων εν μέσω των Βαλκανικών Πολέμων

Την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων υπήρξαν δημοσιεύματα του ρουμανικού τύπου περί βιαιοπραγιών και εκτροπών σε βάρος των ρουμανιζόντων βλαχόφωνων της Ελλάδας. Με ανταποκρίσεις από τη Μακεδονία ο ρουμανικός τύπος κατηγορούσε την ελληνική πλευρά ότι ασκούσε τρομοκρατία επί των ρουμανιζόντων.

Η ελληνική πλευρά προέβη, μέσω των ελληνικών προξενικών αρχών στο Βουκουρέστι, σε διάψευση των δημοσιευμάτων, θεωρώντας τα ανυπόστατα και ψευδή.622 Η κυβέρνηση Βενιζέλου στηρίχθηκε σε τηλεγραφήματα των προέδρων των κατά τόπους βλαχόφωνων οικισμών,623 οι οποίοι επιβεβαίωναν τις προθέσεις της ελληνικής διοίκησης να παράσχει σ’ αυτούς καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας.

Η ρουμανική πλευρά εμφανιζόταν, επίσης, δυσαρεστημένη διότι οι ρουμανίζοντες αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους, κατόπιν εντολής από τις ελληνικές αρχές, ώστε να στεγαστούν οικογένειες προσφύγων. Ταυτόχρονα, διαμαρτύρονταν ότι ορισμένοι εκκλησιαστικοί ηγέτες, όπως ο Μητροπολίτης Βέροιας, απαγόρευσαν την τέλεση της θείας λειτουργίας «εις γλώσσαν Ρουμανικήν». Οι κατά τόπους πολιτικές αρχές προσπαθούσαν να βλέπουν με επιείκεια και πνεύμα διαλλακτικότητας τα παράπονα τους, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να ικανοποιούν τις απαιτήσεις τους.624

Ενόσω ο Βενιζέλος βρισκόταν στο Βουκουρέστι για την υπογραφή της συμφωνίας ειρήνης, δεχόταν τα παράπονα του Ρουμάνου Πρωθυπουργού περί βιαιοπραγιών του ελληνικού στρατού σε βάρος βλαχόφωνων ρουμανιζόντων. Παράλληλα, ο ρουμανικός τύπος έβριθε άρθρων που αναφέρονταν σε ληστείες, πυρπολήσεις και κακομεταχείριση ρουμανιζόντων από τα ελληνικά στρατεύματα.

Εκτός τούτων, ανέφερε, επίσης, ότι έγινε προσπάθεια επιβολής της ελληνικής γλώσσας σε εκκλησίες και σχολεία.625

Δεδομένου ότι ο Βενιζέλος δεν επιθυμούσε οι συγκεκριμένες κατηγορίες να εμποδίζουν τη διπλωματική του ευελιξία, ζητούσε από το ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών να ενημερωθεί αν όντως ίσχυαν τα καταγγελλόμενα αλλά κυρίως για να επιστήσει την προσοχή στις κατά τόπους αρχές της Μακεδονίας. Παράλληλα υπογράμμιζε την ανάγκη να απέχει το στράτευμα από ενέργειες που «δυσκόλευαν» τη διαπραγματευτική ικανότητα της Ελλάδας στο Βουκουρέστι.626 Ζητούσε, λοιπόν, στις επιστολές του «αυστηράς και λεπτομεραίς ανακρίσεις».627 Τηλεγραφήματα, επίσης, απηύθυνε και στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, όπου ζητούσε να τον ενημερώσει ταχέως αν ίσχυαν οι κατηγορίες για ωμότητες σε βάρος των ρουμανιζόντων.628

Υποκινητής της ρουμανικής προπαγάνδας εναντίον της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία ειρήνης, υπήρξε και η βουλγαρική πλευρά. Ο Βενιζέλος, με τηλεγράφημά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών, αναφερόταν στο γεγονός ότι οι Βούλγαροι διοχέτευαν στο τύπο ψευδείς καταγγελίες περί κακομεταχείρισης των βλαχόφωνων από τον ελληνικό στρατό.629 Την ίδια στιγμή ο Έλληνας πρωθυπουργός ζητούσε στοιχεία, για να διαψεύσει τις συκοφαντίες.630

Η στάση του Βενιζέλου έναντι των καταγγελιών, που δημοσιεύονταν καθημερινά στο ρουμανικό τύπο αλλά και απέναντι στις επίσημες καταγγελίες της ρουμανικής κυβέρνησης για κακομεταχείριση των ρουμανιζόντων της Ελλάδας, ήταν ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε τα μειονοτικά ζητήματα. Ο ίδιος έλαβε σοβαρά τα παραπάνω καταγγελλόμενα, ενώ ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία των οργάνων της ελληνικής διοίκησης, αν αποδεικνυόταν ότι είχαν εμπλακεί σε βιαιοπραγίες εναντίον μη ελληνόφωνων στοιχείων.

 

Χάρτης των Βαλκανίων α) κατόπιν της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (1913) και β) μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)5.3. Ο ρόλος της Ρουμανίας στην υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913)

Ο ρόλος της Ρουμανίας υπήρξε καταλυτικός στη διαμόρφωση των ισορροπιών κατά τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Δεν είναι, επίσης, τυχαίο το γεγονός ότι το Βουκουρέστι φιλοξενούσε τις συνομιλίες μεταξύ των πρώην εμπόλεμων.631 Η στάση της Ρουμανίας στις διαπραγματεύσεις υπήρξε «δεσποτική». Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Μαγιορέσκου, η Ρουμανία επεδίωκε να έχει « τας χείρας ελευθέρας ίνα επιβάλωμεν την ειρήνην».632 Ως εκ τούτου, Ελλάδα και Βουλγαρία επεδίωκαν τη συμμαχία της, ώστε να κατοχυρώσουν τις εδαφικές τους αξιώσεις.

Ο Βενιζέλος, αντιλαμβανόμενος τον ηγετικό ρόλο της Ρουμανίας, προσπάθησε να προσεγγίσει τη ρουμανική πλευρά, ώστε να ενισχύσει τις ελληνικές εδαφικές αξιώσεις. Ωστόσο, μεσολαβούσαν σημαντικά εμπόδια στην προσέγγιση των δυο κρατών. Η βουλγαρορουμανική προσέγγιση αλλά και η θετική στάση της Ρουμανίας έναντι της νεοσύστατης Αλβανίας δημιουργούσαν ανησυχία στον Έλληνα Πρωθυπουργό. Η ανησυχία του δεν ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι η ρουμανική πλευρά, η οποία εμφανιζόταν ως μητέρα πατρίδα των βλάχικων πληθυσμών της Βαλκανικής, τον Μάρτιο του 1913, είχε ζητήσει όλες οι βλαχόφωνες περιοχές, οι μεταξύ των Ιωαννίνων, Μετσόβου, Γρεβενών, όρους Γράμμου και Κορυτσάς, συνολικά 36 βλαχόφωνα χωριά και κωμοπόλεις, να προσαρτηθούν στο νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας και να εξασφαλιζόταν η πολιτική, κοινοτική και διοικητική αυτονομία των περιοχών αυτών.633 Συν τοις άλλοις, η Βουλγαρία διαπραγματευόταν την απόσπαση της ρουμανικής συναίνεσης για την προσάρτηση των μακεδονικών εδαφών που κατοικούνταν από βλαχόφωνες μειονότητες.634

Τέλη του 1912, ο Βενιζέλος είχε τις πρώτες επαφές με τη ρουμανική πλευρά και συγκεκριμένα με τον Ιονέσκου, ώστε να αμβλύνει τη ψυχρότητα στις ελληνορουμανικές σχέσεις.635 Ο Κρητικός πολιτικός επιθυμούσε διακαώς να αποσπάσει τη συγκατάθεση της Ρουμανίας στο ενδεχόμενο προσάρτησης της Μακεδονίας και της Ηπείρου στην Ελλάδα. Για να συμβεί αυτό, όμως, η ρουμανική πλευρά απαιτούσε η ελληνική κυβέρνηση να παραχωρήσει εκτεταμένη αυτονομία στους βλαχόφωνους των παραπάνω περιοχών.

Σε τηλεγράφημά του Βενιζέλου προς τον Υπουργό των Εξωτερικών, Λάμπρο Κορομηλά, τον Μάιο του 1913, γινόταν λόγος για προφορική συμφωνία μεταξύ αυτού και του Ιονέσκου και δήλωνε ότι η ελληνική κυβέρνηση « εμμένει εις αυτήν έτοιμος και δια γραπτής συμφωνίας των δυο κρατών να ρυθμίση από τούδε το ζήτημα τούτο (εννοείται το ζήτημα της διευρυμένης αυτονομίας)» και « εννοείται ότι συμφωνία θα προυποθέτει παραίτησιν ρουμανικής αντιδράσεως μετά προσαρτήσεως εις Ελλάδα κουτσοβλαχικών πληθυσμών».636 Είναι σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε τη συμμαχία της Ρουμανίας, αρκεί να μην προέβαλλε αντιδράσεις στην προσάρτηση των Βλάχων της Πίνδου στην Ελλάδα. Συν τοις άλλοις, η ελληνορουμανική προσέγγιση αποδυνάμωνε τη θέση της Βουλγαρίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.637

Τον ίδιο μήνα (Μάιος του 1913), ο Έλληνας πρέσβης στο Βουκουρέστι επισκέφθηκε, μετά από προτροπή του Βενιζέλου, το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, δηλώνοντας ότι η ελληνική πλευρά αποδέχεται τους όρους της Ρουμανίας. Η παραχώρηση διευρυμένης αυτονομίας για τους Βλάχους της Ελλάδας υπήρξε η βάση της ελληνορουμανικής προσέγγισης.638 Ο Πρωθυπουργός της Ρουμανίας δεν είχε αμφιβολία για τις δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ έβρισκε επαρκή τα δικαιώματα που παραχωρούνταν στους Βλάχους, αλλά ζητούσε έγγραφη δέσμευση.639

Βέβαια, ο Βενιζέλος είχε αμφιβολίες για ορισμένα από τα παραχωρηθέντα προνόμια, όπως αυτό της ύπαρξης ιδιαίτερου επισκόπου για τους Βλάχους που ζητούσε η ρουμανική πλευρά. Σύμφωνα με τον Έλληνα πρωθυπουργό, η παραπάνω παραχώρηση απτόταν των εσωτερικών εκκλησιαστικών κανόνων της χώρας.640 Εν τούτοις, ο Βενιζέλος υποχώρησε, ώστε να κερδίσει την υποστήριξη της Ρουμανίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ο Ρουμάνος Πρωθυπουργός, Μαγιορέσκου, με την επιστολή του προς τον Βενιζέλο, βολιδοσκοπούσε την ελληνική στάση έναντι των ρουμανικών αιτημάτων. Εν ολίγοις, αν η Ελλάδα «συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομίαν εις τας των Βλάχων σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις Ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψη την σύστασιν Επισκοπής δια τους Κουτσοβλάχους τούτους, της Ρουμανικής κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή, υπό την επίβλεψιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, τα ειρημένα ενεστώτα ή μέλλοντα θρησκευτικά και εκπαιδευτικά καθιδρύματα ».641

Ο Βενιζέλος ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα της ρουμανικής κυβέρνησης. Οι ανταλλαγείσες επιστολές Βενιζέλου – Μαγιορέσκου,642 οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κατοχύρωσαν γραπτώς τις απαιτήσεις της ρουμανικής πλευράς, σχετικά με τα δικαιώματα των Βλάχων της Ελλάδας και έθεσαν τη Ρουμανία, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, στο πλευρό του Βενιζέλου.

 

5.4. Τι παραχώρησε ο Βενιζέλος στους βλαχόφωνους

Το περιεχόμενο των επιστολών Βενιζέλου – Μαγιορέσκου αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ του Βενιζέλου και της αντιπολίτευσης,643 η οποία θεώρησε ότι τα παραχωρηθέντα προνόμια υποδαύλιζαν την ελληνική ακεραιότητα και ασφάλεια.

Όπως είδαμε ο Βενιζέλος με επιστολή του προς τον Μαγιορέσκου αποδέχτηκε τα ρουμανικά αιτήματα, εξασφαλίζοντας κατά αυτό τον τρόπο τη ρουμανική υποστήριξη στις ελληνικές διεκδικήσεις στο συνέδριο της Ειρήνης. Βέβαια, η αποδοχή των παραπάνω αξιώσεων από τον Έλληνα Πρωθυπουργό αποτέλεσε μια πράξη νεωτερισμού για τα ελληνικά δεδομένα. Για αυτόν τον λόγο, η αντιπολίτευση τον κατηγόρησε ότι οι όροι που αποδέχτηκε « αποβλέπουσιν εις το ανακηρύξωσι την επικυριαρχίαν της Ρωμουνίας επί των κουτσοβλαχικών κοινοτήτων εν Ελλάδι». Τον κατηγόρησαν, επίσης, για έλλειψη βαθύτερης γνώσης του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος, το οποίο είχε απασχολήσει ιδιαίτερα, τα προηγούμενα χρόνια, την ελληνική πολιτική σκηνή.644

Σύμφωνα με την άποψη της αντιπολίτευσης, η αποδοχή της επιστολής Μαγιορέσκου από τον Βενιζέλο « θα καταστή πληγή αεναώς χαίνουσα, συνεπαγομένη μέλλοντας κινδύνους», διότι αναγνωριζόταν η αυτονομία των εκκλησιών και των σχολών των βλαχόφωνων κοινοτήτων στις Νέες Χώρες.645 Η Βέροια και το Μέτσοβο μετατρέπονταν σε έδρες των αυτονομιστικών κουτσοβλαχικών σχολών και εκκλησιών, ενώ η μέχρι τότε υπολανθάνουσα και υπογείως κινούμενη προπαγάνδα της Ρουμανίας αποκτούσε πλέον επίσημο χαρακτήρα.646 Ο αντιπολιτευτικός λόγος ήταν ιδιαίτερα οξύς για τις κινήσεις του Βενιζέλου στο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα. Έκαναν λόγο ότι νομιμοποίησε «τον σάρακα της προπαγάνδας της Ρωμουνικής εντός του Κράτους». Για την αντιπολίτευση η κατάσταση, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά τις επιστολές, αναμφισβήτητα «θέλει επιδράσει επί την τύχην και των κουτσοβλαχικών κοινοτήτων της Θράκης […]».647

Ο Βενιζέλος, εξάλλου, δέχτηκε κατηγορίες ότι δεν μερίμνησε για τις ελληνικές σχολές και εκκλησίες της Ρουμανίας, τη στιγμή που προέβη σε τόσες παραχωρήσεις στους ρουμανίζοντες Βλάχους της Ελλάδας. Ένα ακόμη ζήτημα που έθεσε η αντιπολίτευση ήταν αυτό της παραχώρησης του δικαιώματος σύστασης επισκοπής από τους ρουμανίζοντες. Η αποδοχή των συγκεκριμένων αιτημάτων θα έφερνε την ελληνική πλευρά αντιμέτωπη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο είχε ήδη απορρίψει τα αιτήματα τους. Ακόμη, υπήρξε ασαφές τόσο το καθεστώς όσο και οι αρμοδιότητες του νέου πνευματικού αρχηγού των ρουμανιζόντων Βλάχων.648 Τέλος, η αντιπολίτευση διατύπωσε την άποψη ότι η Ελλάδα πλήρωσε πολύ ακριβά το τίμημα της επανάληψης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο κρατών, θυσιάζοντας στο βωμό της βελτίωσης των ελληνορουμανικών σχέσεων, σπουδαία συμφέροντα του ελληνικού κράτους, χωρίς παράλληλα να αποσπάσει ανταλλάγματα.649

Ο Βενιζέλος, από την πλευρά του, δεν έδειχνε διατεθειμένος να συζητήσει το περιεχόμενο των επιστολών. Θεωρούσε, επίσης, απαράδεκτα τα όσα ελέχθησαν από τον Βούλγαρη για τη Ρουμανία, την οποία ο ίδιος αναγνώριζε ως «φίλον κράτος».650 Ο Έλληνας πρωθυπουργός ενέταξε το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα και τις ελληνορουμανικές σχέσεις στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο. Με άλλα λόγια, η ελληνική ανησυχία για την εξέλιξη του ζητήματος αυτού είχε λογική βάση τα προηγούμενα χρόνια. Η νέα πολιτική και εδαφική κατάσταση, που δημιούργησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, είχε εξοβελίσει τους προηγούμενους κινδύνους που απέρρεαν από τη δράση της ρουμανικής προπαγάνδας.

Κατά τα λεγόμενα του Βενιζέλου, η συγκράτηση των Ελλήνων της Μακεδονίας αποτελούσε, τα προηγούμενα έτη, ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, «ίνα μη εξασθενίση η εθνική ημών επικράτησις εις τα μέρη εκείνα». Συνεπώς, η προτεραία πολιτική και γεωπολιτική κατάσταση δεν ευνοούσε τη διπλωματική προσέγγιση της Ελλάδας με κράτη που επιβουλεύονταν τα εδάφη ή τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Οι μέχρι τότε ελληνικές κυβερνήσεις μπορούσαν να αδιαφορούν για τις σχέσεις Ελλάδος – Ρουμανίας. Κατ’ εκείνον, από τη στιγμή, όμως, που λύθηκε το Μακεδονικό Ζήτημα και απετράπη η ίδρυση μιας αυτόνομης Μακεδονίας, γιατί η Ελλάδα να μην επαναπροσδιόριζε το δόγμα της εξωτερικής της πολιτικής; Για τον Βενιζέλο, υπήρχε ταύτιση συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας.651 Απ’ τη στιγμή που εξέλιπε το αγκάθι του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος και η Ρουμανία παραιτήθηκε από οποιαδήποτε εδαφική διεκδίκηση επί της Μακεδονίας,652 γιατί να μην υπήρχαν στενές ελληνορουμανικές σχέσεις;

Η αντιπολίτευση υποστήριξε την άποψη ότι το περιεχόμενο των επιστολών υπήρξε το αντάλλαγμα που ζήτησε η ρουμανική πλευρά, για να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα στη συνδιάσκεψη της ειρήνης στο Βουκουρέστι. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ανταπάντησε, λέγοντας ότι η πρώτη επαφή με τη ρουμανική πλευρά έγινε τον Δεκέμβριο του 1912 – αρχές του 1913 στο Λονδίνο σε συνάντηση που είχε με τον τότε Υπουργό Εσωτερικών της ρουμανικής κυβέρνησης. Στη συνάντηση αυτή, η Ρουμανία έθεσε ως όρο για τη διανομή των εδαφών της Μακεδονίας « όπως εις τα προσκυρωθησόμενα μέρη εις έκαστον των συμμάχων, όπου θα υπηρχον ρωμουνίζοντες κουτσοβλαχικοί πληθυσμοί, εξασφαλισθή η αυτονομία αυτών ».653

Ωστόσο, τις ίδιες αξιώσεις πρόβαλε η Ρουμανία, κατά τη διάρκεια των βουλγαρορουμανικών διαπραγματεύσεων. Η Βουλγαρία συναίνεσε να παραχωρήσει αυτονομία στους Βλάχους που θα περιέρχονταν στη κυριαρχία της, αναγκάζοντας κατά κάποιο τρόπο τον Βενιζέλο να δηλώσει στον Ιονέσκου ότι και η Ελλάδα θα παραχωρούσε στους Βλάχους τα ίδια δικαιώματα, με αυτά που θα παραχωρούσε η Σόφια. Οι ανταλλαγείσες επιστολές, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, επισημοποίησαν την προφορική συμφωνία του Λονδίνου.654

Ενδιαφέρον για το περιεχόμενο της μειονοτικής πολιτικής του Βενιζέλου, παρουσιάζουν τα παρακάτω αποσπάσματα για το πώς αντιλαμβανόταν ο Κρητικός πολιτικός την ύπαρξη των μειονοτήτων εντός του ελληνικού εδάφους αλλά και ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του κράτους απέναντι στους «ολίγους ». Με αφορμή το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα, ανέπτυξε τις πολιτικές του θέσεις για το ζήτημα των μειονοτήτων. Πρώτον, θεωρούσε αδιαπραγμάτευτη τη θέση ότι οι συμφωνίες που αφορούσαν μειονοτικά ζητήματα θα τηρούνταν στο ακέραιο και δεν θα κατέληγαν κενό γράμμα.655 Ας σημειωθεί ακόμη ότι ήταν βέβαιος ότι όχι μόνο η δική του κυβέρνηση αλλά και οι διάδοχες κυβερνήσεις θα τηρούσαν στο ακέραιο την συμφωνία. Ο Βενιζέλος ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι η προσωπική του προσέγγιση για τα μειονοτικά ζητήματα ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. Επιπλέον, πίστευε ότι από τη στιγμή που η Ρουμανία παραιτήθηκε των εδαφικών της αξιώσεων επί της Μακεδονίας, οι ρουμανίζοντες πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Ηπείρου, με δεδομένο, πρώτον, τη πληθυσμιακή και πολιτιστική ανωτερότητα του ελληνικού στοιχείου των περιοχών αυτών και δεύτερον την επίδραση του παράγοντα χρόνου θα συγχωνεύονταν από το ελληνικό στοιχείο.656 Εν τούτοις, η συγχώνευση αυτή δεν θα αποτελούσε συνειδητή κυβερνητική επιλογή, διότι όπως ο ίδιος ανέφερε « δεν ευρίσκω κανέν συμφέρον εις το Ελληνικόν Κράτος, όπως τας ολίγας χιλιάδας Βλάχων απορροφήσωμεν εντός των Ελληνιζόντων Βλάχων».657

Σύμφωνα με τη βενιζελική άποψη, όπως η Ρουμανία δεν υπήρξε ασθενέστερη λόγω της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στο έδαφος της, έτσι και η Ελλάδα, δεν είχε λόγους να αισθάνεται ανασφαλής λόγω των ρουμανιζόντων Βλάχων. Ο Βενιζέλος κατέληξε το συμπέρασμα ότι « Αι ολίγαι αυτές χιλιάδες των Ελλήνων εν Ρωμουνία και αι ολίγαι χιλιάδες των Ρουμανιζόντων Βλάχων εν Ελλάδι δεν δύναται πλέον ν’ αποτελούν αφορμήν διχοστασίας μεταξύ των δυο κρατών » και « Αφ’ ης ελύθη το ζήτημα το Μακεδονικόν, η ύπαρξις ομογενούς πληθυσμού του ετέρου κράτους παρά τω ετέρω είναι απλώς και μόνον εις πρόσθετος δεσμός, εξασφαλιστικός της στενότητος των σχέσεων των δυο κρατών ».658

Κατά την άποψη του γράφοντος, η Ρουμανία, εκμεταλλεύτηκε την ελληνοβουλγαρική σύγκρουση, ώστε να εξασφαλίσει όσα περισσότερα προνόμια μπορούσε για τους φίλα σ’ αυτήν προσκείμενους βλαχόφωνους πληθυσμούς.659 Έχοντας ανοικτούς δίαυλους διαπραγμάτευσης και με τις δυο χώρες, προσπάθησε να αποσπάσει τα μέγιστα, δεδομένου ότι Ελλάδα και Βουλγαρία αναζητούσαν διεθνή ερείσματα για να κατοχυρώσουν τις εδαφικές τους αξιώσεις. Η Ρουμανία θα συμμαχούσε με όποιο από τα δυο κράτη, παραχωρούσε διευρυμένη αυτονομία στους ρουμανίζοντες πληθυσμούς των υπό ενσωμάτωση περιοχών. Το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα χρησιμοποιήθηκε από τη Ρουμανία ως αντικείμενο συναλλαγής σε διπλωματικό επίπεδο.660

Όσον αφορά τα παραχωρηθέντα προνόμια, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Αβέρωφ - Τοσίτσα, οι ανταλλαγείσες επιστολές καθιέρωσαν το Κουτσοβλαχικό ως μειονοτικό ζήτημα. Εν τούτοις, το ζήτημα υπήρχε, δεν το δημιούργησε η πολιτική του Βενιζέλου. Τα «γενικώτερα συμφέροντα του τόπου» επέβαλλαν στον Βενιζέλο την αλλαγή κατεύθυνσης όσον αφορά το ζήτημα αυτό.661 Τα γενικότερα συμφέροντα δεν ήταν άλλα από την προσάρτηση της Μακεδονίας και της Ηπείρου αλλά και το ενδιαφέρον του Βενιζέλου για την επιβίωση του ακμαίου ελληνικού πληθυσμού της Ρουμανίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπήρξε τόσο επικίνδυνη για την Ελλάδα η αναγνώριση των ρουμανιζόντων, όσο το γεγονός ότι μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα συνέχιζε να παραμένει αδρανής έναντι του ρουμανικής προπαγάνδας. Αν και το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα αποτέλεσε, από το 1918 και εξής, μια βραδυφλεγή βόμβα για την ελληνική κυριαρχία, λαμβάνοντας υπόψη και την ανάμειξη του ιταλικού παράγοντα,662 η ελληνική αντίδραση υπήρξε υποτονική.

Τέλος, τα αποσπάσματα του λόγου του Βενιζέλου που αναλύσαμε παραπάνω και αναφέρονταν στον τρόπο αντιμετώπισης του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος αποτελούν απτές αποδείξεις του στίγματος της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Κατά τα λεγόμενά του, οι συμφωνίες που αφορούσαν μειονοτικά ζητήματα θα τηρούνταν στο ακέραιο, χωρίς ταυτόχρονα να μεσολαβούσε καμία προσπάθεια αφομοίωσης των αλλογενών πληθυσμών. Το αν η βενιζελική μειονοτική πολιτική υπήρξε συνεπής στα κηρύγματά της θα το δούμε στη συνέχεια. Ωστόσο, αποτελεί αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός ότι οι κυβερνήσεις Βενιζέλου της περιόδου 1910-1920 δεν προσπάθησαν να περιορίσουν τη δράση των ρουμανιζόντων στον ελλαδικό χώρο, γεγονός που προκαλούσε τα παράπονα των κατώτερων οργάνων των κατά τόπους Γενικών Διοικήσεων της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που πίεζαν για τη λήψη δραστικών μέτρων σε βάρος των ρουμανιζόντων.

Η διαφορετική αντίληψη των κατά τόπους οργάνων της ελληνικής διοίκησης, σε σχέση με τα μειονοτικά ζητήματα αποτέλεσε μια άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή για την αντιμετώπιση των μειονοτήτων από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Η κεντρική διοίκηση («το κράτος των Αθηνών») εμφανιζόταν πάντα περισσότερο διαλλακτικό απέναντι στα ζητήματα των μειονοτήτων σε σχέση με τα τοπικά όργανα (κατά τόπους Γενικές Διοικήσεις, Νομαρχίες, στρατιωτικές διοικήσεις). Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι πρώτον, η κυβέρνηση δεν είχε άμεση και βιωματική εμπειρία με τους μειονοτικούς πληθυσμούς και δεύτερον, η ελληνική κυβέρνηση, με δεδομένο τους στενούς δεσμούς των μειονοτήτων με κράτη της περιφέρειας, συνυπολόγιζε τις συνέπειες των αποφάσεων της σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αντιθέτως, η πλειονότητα των τοπικών οργάνων λειτουργούσαν περισσότερο με βάση το θυμικό και πάντα στα στενά πλαίσια της τοπικής κοινωνίας που ζούσαν. Η καθημερινή τριβή με τα μειονοτικά ζητήματα σε συνδυασμό με τη συναίσθηση του εθνικού τους καθήκοντος, τους καθιστούσε περισσότερο συντηρητικούς και άκαμπτους έναντι των μειονοτήτων.663


Η Βενιζελική μειονοτική πολιτική της περιόδου 1915 - 1920

5. ΒΛΑΧΟΙ
5.1.
Η εμπλοκή του ιταλικού παράγοντα

Μέσα στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού, η ελληνική διοίκηση αντικαταστάθηκε σε πολλές περιοχές από τα συμμαχικά στρατεύματα.1077 Τον Ιούνιο του 1917 η Ιταλία κατέλαβε απροειδοποίητα την Αλβανία και την Ήπειρο. Την ίδια περίοδο, άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για τους βλαχόφωνους πληθυσμούς του ελληνικού χώρου, ιδιαίτερα τους ρουμανίζοντες, τους οποίους επιθυμούσε να θέσει στην υπηρεσία του ιταλικού επεκτατισμού. Η ιταλική βοήθεια προς τους ρουμανίζοντες έλαβε τη μορφή της υλικής, εκπαιδευτικής και ηθικής στήριξης. Κυρίως, οι ιταλικοί κύκλοι κατέβαλλαν προσπάθεια να στελεχώσουν με ρουμανίζοντες διδασκάλους τα βλαχόφωνα σχολεία της περιοχής της Ηπείρου. Παράλληλα, η ιταλική προπαγάνδα στα βλαχόφωνα χωριά της περιφέρειας της Ηπείρου είχε στόχο την κατάταξη των νέων στον ιταλικό στρατό. Οι πιο ακραιφνείς ρουμανίζοντες μετατράπηκαν σε όργανα της ιταλικής προπαγάνδας, εν τούτοις, σύμφωνα με έγγραφο της Χωροφυλακής της περιφέρειας Ηπείρου, δεν είχαν απτά αποτελέσματα οι ιταλικές δολοπλοκίες.1078

Η Ιταλία χρησιμοποίησε τη γλωσσική συνάφεια της ιταλικής με την κουτσοβλαχική, για να προσεγγίσει τους βλαχόφωνους. Ωστόσο, η γεωγραφική εγγύτητα της Ιταλίας, η οποία είχε καταστήσει την Αλβανία προτεκτοράτο της και ως εκ τούτου είχε ελευθερία κινήσεων με τους βλαχόφωνους της Ηπείρου, της έδινε παραπάνω πλεονεκτήματα σε σχέση με την άλλη «προστάτιδα μητέρα» τους, τη Ρουμανία. Χωρίς αμφιβολία, η ιταλική στρατιωτική παρουσία στον ελλαδικό χώρο ενίσχυσε τις τάσεις απομονωτισμού και ανεξαρτητοποίησης των ρουμανιζόντων ενώ υπό την προστασία των ιταλικών στρατευμάτων ενισχύθηκε και η επιρροή τους.1079

Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις, την περίοδο 1917-1918, βρίσκονταν επί ξυρού ακμής. Οι σχέσεις των δυο κρατών επιδεινώθηκαν όταν η Συνδιάσκεψη των Παρισίων, μετά από κινήσεις του Βενιζέλου το 1917, αποφάσισε την εκκένωση της νότιας Ηπείρου από τα ιταλικά συμμαχικά στρατεύματα. Προηγουμένως, η Ιταλία είχε διορίσει προξένους σε πολλά βλαχόφωνα χωριά της Ηπείρου. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε και δέχτηκε μόνο τη σύσταση προξενείου στα Γιάννενα.1080 Η εξέλιξη αυτή δυσαρέστησε την ιταλική πλευρά, δεδομένων των εδαφικών της βλέψεων στην περιοχή της Ηπείρου.1081 Οι ιταλικές αρχές ανέπτυξαν ιδιαίτερη δράση στις βλαχόφωνες περιοχές του Μετσόβου και της Σαμαρίνας, κυρίως μέσω «ανθρωπιστικών αποστολών», οι οποίες προπαγάνδιζαν τους δεσμούς συγγένειας των Βλάχων με την Ιταλία. Η πιο απροκάλυπτη κίνηση της ιταλικής προπαγάνδας υπήρξε η ανακήρυξη το φθινόπωρο του 1918 στην Κορυτσά, της «Δημοκρατίας της Πίνδου», ένα «κράτος» το οποίο είχε μια μόνο μέρα ζωής.1082

Πριν από την ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Πίνδου» είχε προηγηθεί στο χωριό Σαμαρίνα, έναν βλαχόφωνο οικισμό, βόρεια των Γρεβενών και εντός της ουδέτερης ζώνης που χώριζε το «κράτος των Αθηνών» από το «κράτος της Θεσσαλονίκης» αυτονομιστικό κίνημα, το λεγόμενο κίνημα της Σαμαρίνας.1083 Επρόκειτο για πυροτέχνημα της ιταλικής προπαγάνδας χωρίς ιδιαίτερες προεκτάσεις.1084

Η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, με αφορμή τα γεγονότα της Σαμαρίνας αλλά και με γνώμονα να αφήσει στη λήθη όσα έλαβαν χώρα την περίοδο της ιταλικής κατοχής, διακήρυττε « ότι δέον άπαντες οι κάτοικοι να ρίψωσι λήθην εις την διαγωγήν ην επέδειξαν κατά τον χρόνον της ιταλικής κατοχής οι συλληφθέντες ρουμανίζοντες και ότι δέον να συμβιώσωσιν άπαντες εν αρμονία ως και κατά τα παρελθόντα έτη[…]».1085 Βέβαια, η λήθη δεν συνεπαγόταν κατάχρηση των ελευθεριών που τους παρείχε το ελληνικό Σύνταγμα.1086

 

5.2. Οι μειονότητες ως αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των οργάνων της διοίκησης

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών τον Φεβρουάριο του 1919, με αφορμή πληροφορίες για τη δράση των ρουμανιζόντων στη περιοχή της δυτικής Μακεδονίας, ανέφερε ότι επιθυμία της κυβέρνησης ήταν να τηρούνται αυστηρώς «αι παρ’ ημών αναληφθείσαι υποχρεώσεις απέναντι της Ρουμανίας, όσον αφορά το σχολικόν καθεστώς […] καταλληλότερον θα ήτο η πάση θυσία ενίσχυσις του διδασκαλικού προσωπικού των ελληνικών σχολείων και παροχή μικρού επιδόματος εις απόρους μαθητάς ».1087 Η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν επιθυμούσε να παρεκκλίνει από το γράμμα των συνθηκών που αφορούσαν τα μειονοτικά ζητήματα. Αντιθέτως, προέτρεπε την τοπική αυτοδιοίκηση να βρει περισσότερο «διπλωματικούς» τρόπους στη προσπάθειά της να χειριστεί τα μειονοτικά προβλήματα. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμούσε να ακολουθήσει το δρόμο της πόλωσης και των διώξεων, ως μέτρο συμπεριφοράς έναντι των μειονοτήτων. Για το λόγο αυτό, η κεντρική αρχή κατέβαλε προσπάθεια όπως τα σώματα ασφαλείας αλλά και οι τοπικές πολιτικές αρχές εφάρμοζαν ρητά τις αποφάσεις της.

Στη περίπτωση των βλαχόφωνων, η τάση των ρουμανιζόντων κινούνταν προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της εκπαιδευτικής και εκκλησιαστικής τους αυτονομίας.1088 Με βάση την άποψη του Νομάρχη Ιωαννίνων τον Απρίλιο του 1917 οι ανταλλαγείσες επιστολές Βενιζέλου – Μαγιορέσκου, αποτελούσαν βάση συνεχών αξιώσεων από πλευράς ρουμανιζόντων, παρόλο που οι κάτοικοι αυτοί θεωρούνταν Έλληνες υπήκοοι.

Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που τα τοπικά όργανα εξουσίας εξέφραζαν ενδοιασμούς για την ασκούμενη μειονοτική πολιτική, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου ήταν βασιλικότερη του βασιλέως έναντι των μειονοτήτων. Η συγκεκριμένη συμφωνία (Βενιζέλου - Μαγιορέσκου), κατά τον Νομάρχη Ιωαννίνων, έστρεψε μια μερίδα των βλαχόφωνων προς τη ρουμανική πλευρά, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η ελληνική τους συνείδηση. Αδήριτη ανάγκη, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν να επιδιωχθεί η κατάργηση των παραχωρηθέντων προνομίων (κατάργηση της συμφωνίας Βενιζέλου – Μαγιορέσκου).1089 Ο εν λόγω αξιωματούχος δεν ήταν ο μόνος που εισηγούνταν παρόμοιες προτάσεις. Γενικότερα, η τοπική αυτοδιοίκηση δεν συμμεριζόταν τις απόψεις των κυβερνήσεων Βενιζέλου, όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης των μειονοτήτων.

Με το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρατηρήθηκε αναδιοργάνωση της ρουμανικής προπαγάνδας στον ελληνικό χώρο, ενώ ζητούσαν επαναφορά του προνομιακού καθεστώτος που απολάμβαναν πριν τον πόλεμο. Οι κατά τόπους ελληνικές αρχές, από την πλευρά τους, ζητούσαν την αποστολή διδασκάλων και ιερέων σε βλαχόφωνα χωριά, ενώ θεωρούσαν επιτακτική ανάγκη την κρατική ενίσχυση των αγροτικών πληθυσμών, οι οποίοι είχαν υποστεί τα δεινά του πολέμου. Η έλλειψη διδασκάλων ωθούσε τις οικογένειες να στέλνουν τα παιδιά τους σε ρουμανικά σχολεία.1090 Οι ρουμανίζοντες διδάσκαλοι είχαν αφθονία υλικών μέσων, ενώ προσπαθούσαν να προσελκύσουν με κάθε τρόπο άπορους μαθητές. Αντιθέτως, η ελληνική πλευρά έπασχε από έλλειψη διδακτικού προσωπικού, ικανού να στελεχώσει σχολικές μονάδες σε εθνικά ευαίσθητες περιοχές.1091

Για τη «θεραπεία» των παραπάνω προβλημάτων, η ελληνική κυβέρνηση προώθησε το νομοθετικό διάταγμα « Περί αποσπάσεως διδασκάλων εκ σχολείων της Παλαιάς Ελλάδος εις σχολεία ξενόφωνων συνοικισμών της Νέας Ελλάδος», το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1975/1920.1092 Ο νόμος αυτός προέβλεπε ειδικά προνόμια, όπως επιδόματα και αναγνώριση διπλής υπηρεσίας για όσους δασκάλους επιθυμούσαν να υπηρετήσουν σε ξενόφωνα σχολεία των Νέων Χωρών. Γενικότερα, επικρατούσε η αντίληψη ότι η υπηρεσία στις βόρειες επαρχίες του κράτους θεωρείτο ως τιμωρία ή δυσμενής μετάθεση για τους κρατικούς υπάλληλους. Με τον παραπάνω νόμο αφενός δίνονταν κίνητρα να διευκολυνθεί η απόσπαση Ελλήνων δασκάλων σε σχολεία ξενόφωνων συνοικισμών, αφετέρου ενισχυόταν η ελληνοφωνία των περιοχών αυτών. Η νομοθετική αυτή διάταξη, όπως και οι επόμενες που θα δούμε παρακάτω, εντασσόταν σε μια ευρύτερη πολιτική προβολής της χώρας, ως κράτος το οποίο ενδιαφερόταν και σεβόταν τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

 

Η Βενιζελική μειονοτική πολιτική της περιόδου 1928 - 1932

4. ΒΛΑΧΟΙ
4.1.
Οι ελληνορουμανικές σχέσεις και το ζήτημα των μειονοτήτων

Όπως ήδη έχουμε δει, αρχές της δεκαετίας του 1900, οι ελληνορουμανικές σχέσεις βρίσκονταν επί ξυρού ακμής λόγω της στάσης της Ρουμανίας στο ζήτημα των βλαχόφωνων της Μακεδονίας και της Ηπείρου, των οποίων διεκδικούσε την πατρότητα. Οι ανταλλαγείσες επιστολές Βενιζέλου – Μαγιορέσκου τον Αύγουστο του 1913, μπορεί να βελτίωσαν αισθητά τις σχέσεις μεταξύ των δυο κρατών εντούτοις, τα επόμενα χρόνια, η ρουμανική προπαγάνδα συνέχιζε να ασκεί προσηλυτιστικό έργο μεταξύ των βλαχόφωνων, στα εδάφη των Νέων Χωρών.

Το νέο μειονοτικό καθεστώς, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε τη Ρουμανία σε δύσκολη θέση λόγω ζητημάτων που αντιμετώπιζε με την ουγγρική μειονότητα που ζούσε στο έδαφος της.1764 Επιπλέον, εκτός των προβλημάτων με την Ουγγαρία, και με τη Βουλγαρία οι σχέσεις της δεν ήταν καλύτερες. Η βουλγαρική μειονότητα της Δοβρουτσάς διατηρούσε στενούς δεσμούς με τη «μητέρα» Βουλγαρία.1765 Επομένως, η Ρουμανία θεωρούσε ως άμεση προτεραιότητά της, να αμβλύνει τα ζητήματα που τη χώριζαν με τα παραπάνω κράτη. Στο πλαίσιο αυτό, δεν επιθυμούσε να ανοίξει «μέτωπο» και με την Ελλάδα στα ζητήματα των μειονοτήτων.1766 Ως εκ τούτου, το Βουκουρέστι είχε ανάγκη από συμμάχους, δεδομένων των πολλών μειονοτικών ζητημάτων που καλούνταν να αντιμετωπίσει.1767

Με βάση τα παραπάνω, η Ρουμανία δεν κατήγγειλε ούτε μια φορά την Ελλάδα στα όργανα της ΚτΕ, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Επιπλέον, υπήρχε κοινή συνισταμένη συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας, γύρω από τη διατήρηση του μεταπολεμικού εδαφικού status quo.1768 Αντιθέτως, η Βουλγαρία εμφανιζόταν ως αναθεωρητική δύναμη, η οποία χρησιμοποιούσε τις σλαβόφωνες μειονότητες που ζούσαν σε γειτονικά της κράτη, ως μοχλό πίεσης.

Οι κοινές αντιλήψεις Ελλάδας και Ρουμανίας γύρω από τα μειονοτικά ζητήματα δημιουργούσαν γόνιμο έδαφος για τη μεταξύ τους προσέγγιση.1769 Η κοινή αντίληψη των δυο κρατών επί των μειονοτικών ζητημάτων, πιστοποιείται και από το παρακάτω έγγραφο της ελληνικής πρεσβείας Βουκουρεστίου, όπου ανέφερε ότι σχετικά με τα μειονοτικά ζητήματα «δυνάμεθα ευκόλως να βασιζώμεθα επί της αμερίστου υποστηρίξεως της Ρουμανικής Κυβερνήσεως[…]».1770

Το 1927 οι ελληνορουμανικές σχέσεις βρισκόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αμφότερες οι δυο κυβερνήσεις βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την υπογραφή εμπορικής συμφωνίας διαμετακόμισης του ρουμανικού εμπορίου μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.1771 Την υπογραφή εμπορικής συμφωνίας θα ακολουθούσε πιθανότατα υπογραφή πολιτικής συμφωνίας μεταξύ των δυο κρατών. Η προσέγγιση Ελλάδας – Ρουμανίας (και Σερβίας) κινούνταν στο πλαίσιο των συμμαχιών της Μικρής Αντάντ.1772

Ο Ρουμάνος Πρωθυπουργός, Β. Μπρατιάνο, ανέφερε για τις ελληνορουμανικές σχέσεις τέλη του 1927, ότι « ουδέν εχώριζε ζήτημα να προσεγγίσωσι προς άλληλα δια της συσφίγξεως των ελληνορουμανικών σχέσεων δια στενωτέρων δεσμών», ενώ δεν έκανε καμία αναφορά στο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα. Βέβαια, ανάλογη ήταν και η άποψη της κυβέρνησης Ζαΐμη, ότι «ουδέν απολύτως ζήτημα υπάρχει χωρίζον τας δυο χώρας ή δυνάμενον να επηρεάση τας αγαθάς αυτών σχέσεις».1773 Η ελληνική κυβέρνηση ήταν σύμφωνη με την υπογραφή ενός συμφώνου που θα επικύρωνε και επίσημα τη συμμαχία των δυο κρατών.

Η ελληνορουμανική συνθήκη του 1928 (Σύμφωνο περί μη Επιθέσεως και Διαιτησίας) αποτέλεσε το επιστέγασμα της εγκαρδιότητας μεταξύ των κρατών.1774 Η υπογραφή της έλαβε χώρα στις 21 Μαρτίου του 1928, στη Γενεύη, μεταξύ του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και του Ρουμάνου ομολόγου του, Νικολάε Τιτουλέσκου, με σκοπό την εμπέδωση της ειρήνης στα Βαλκάνια.1775 Για την ελληνική πλευρά, η παραπάνω συνθήκη ίσως να αποτελούσε την απαρχή ενός Βαλκανικού Λοκάρνο.1776

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από το Βενιζέλο το 1928, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τη ρουμανική πολιτική ηγεσία.1777 Τον Ιούνιο του 1930 ο Βενιζέλος δήλωσε στον Ρουμάνο πρεσβευτή στην Αθήνα, Λάνγκα Ρασκάνο, ότι ήταν σύμφωνος με την περαιτέρω σύσφιξη των ελληνορουμανικών οικονομικών σχέσεων.1778 Τον Αύγουστο του 1931 ο Βενιζέλος επισκέφτηκε τη Ρουμανία με σκοπό τη διεύρυνση της υφιστάμενης, μεταξύ των δυο χωρών, συνθήκης φιλίας,1779 και η ρουμανική κυβέρνηση του επεφύλαξε θερμή υποδοχή.1780 Στο Βουκουρέστι, ο Βενιζέλος υπέγραψε, μαζί με τον Ρουμάνο Πρωθυπουργό Νικολάε Ιόργκα, συμφωνία για την αναγνώριση των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας, ως νομικών προσώπων.1781

Σημαντική παράμετρος που διευκόλυνε την προσέγγιση μεταξύ των δυο κρατών ήταν το γεγονός ότι, μετά το 1920, η ρουμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Το ρουμανικό κράτος είχε επαναπροσδιορίσει την πολιτική του έναντι της Ελλάδας στο κουτσοβλαχικό ζήτημα. Αιτία ήταν τα σημαντικά μειονοτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τα οποία δεν επέτρεπαν στη Ρουμανία να χρησιμοποιήσει τους ρουμανίζοντες της Ελλάδας, ως μοχλό πίεσης έναντι της Ελλάδας. Η σταδιακή εγκατάλειψη του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος από τη ρουμανική εξωτερική πολιτική αντικατοπτριζόταν στο γεγονός ότι η ρουμανική κυβέρνηση συναίνεσε στη μετανάστευση ρουμανιζόντων της Ελλάδας προς τη Ρουμανία.

4.2. Μετανάστευση βλαχόφωνων

Μέσα της δεκαετίας του 1920 μετανάστευσαν από την Ελλάδα εκατοντάδες βλαχόφωνες οικογένειες και εγκαταστάθηκαν, με μέριμνα της ρουμανικής κυβέρνησης, κυρίως στην περιφέρεια της Δοβρουτσάς. Πρόκειται για μετανάστευση άνευ επιστροφής με ταυτόχρονη παραίτηση από την ελληνική ιθαγένεια και διαγραφή αυτών από τα κατά τόπους μητρώα.1782 Η μετανάστευση έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων.1783

Από το 1925 μέχρι τα μέσα του 1929, 1.800 περίπου οικογένειες Βλάχων της Μακεδονίας μετανάστευσαν με προορισμό την Ρουμανία (8.000 άτομα).1784 Αρχές του 1928 το μεταναστευτικό ρεύμα διεκόπη προσωρινά λόγω της άρνησης της ρουμανικής πλευράς να δεχτεί άλλους μετανάστες. Υπολείπονταν ακόμα 400 οικογένειες, οι οποίες δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να ζήσουν στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, ουδεμία πίεση ασκήθηκε από τα κρατικά όργανα προς τους συγκεκριμένους μετανάστες, γεγονός που το αποδεχόταν και το γενικό προξενείο της Ρουμανίας στη Θεσσαλονίκη.1785

Σχετικά με τα αίτια της μετανάστευσης, με βάση έγγραφο της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας, εντοπίζονταν « εις αυτούς του ίδιους, παρασυρθέντας εις αυτήν αφ’ ενός μεν διότι ενεκολπώθησαν την ρουμανικήν ιδέαν αφ’ ετέρου δε διότι ήλπιζον να εύρωσιν εν Ρουμανία γην επαγγελίας και επομένως βελτίωσιν της θέσεως των[…] ».1786 Η εφημερίδα Νέα Αλήθεια τέλη του 1931, ανέφερε ότι αναχώρησαν περισσότεροι από 200 ρουμανίζοντες για Ρουμανία λόγω της κτηνοτροφικής απραξίας αλλά και της προσφυγικής εγκατάστασης.1787 Μια ακόμα αιτία της μετανάστευσης πρέπει να εντοπιστεί στο γεγονός ότι οι Βλάχοι υπήρξαν αντίθετοι με την αγροτική μεταρρύθμιση, διότι περιορίστηκαν αισθητά τα διαθέσιμα βοσκοτόπια.1788 Η βασική αιτία της μετανάστευσης εντοπιζόταν στην παρουσία των προσφύγων, η οποία προκάλεσε τεράστιες αλλαγές στη μεγάλη κτηνοτροφία λόγω της διανομής των γαιών του δημοσίου στους πρόσφυγες.1789 Οι βλαχόφωνοι, όντας μεγαλοκτηματίες, δυσαρεστήθηκαν από την απαλλοτρίωση προς όφελος των προσφύγων.

Μέσα του 1929 κατέφθασε στη Μακεδονία αποστολή με επικεφαλής τον Τμηματάρχη του Υπουργείου Γεωργίας της Ρουμανίας, Πόποβιτς, με σκοπό να μελετήσει τις αιτίες της μετανάστευσης των ρουμανιζόντων αλλά και να οργανώσει το εποικιστικό.1790 Την ίδια εποχή, ο βουλγαρικός τύπος μέμφονταν την κυβέρνηση Βενιζέλου ότι υποδαύλιζε τη μετανάστευση των ρουμανιζόντων.1791 Τα ακραιφνή στοιχεία της ρουμανικής προπαγάνδας υπήρξαν αρνητικά στη προοπτική της μετανάστευσης ή συνέδεαν τη μετανάστευση με τον όρο της αμοιβαίας μετανάστευσης των Ελλήνων της Ρουμανίας.1792 Το ρεύμα της μετανάστευσης κόπασε μόνο όταν οι ρουμανίζοντες της Ελλάδας έμαθαν ότι δεν «διήγον εκεί καλώς» οι μετανάστες.1793

Η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν έφερε προσκόμματα στο μεταναστευτικό ρεύμα των βλαχόφωνων της Ελλάδας προς τη Ρουμανία. Με αφορμή αιτήσεις ρουμανιζόντων για αποχώρηση από την Ελλάδα, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι οι μετανάστες «παραιτώντο της ελληνικής ιθαγένειας, δεν δικαιώνται να επιστρέψωσι εις Ελλάδα, ουδέ συμφέρουσα είναι η επιστροφή των».1794 Η κυβέρνηση Βενιζέλου εξέφραζε την άποψη ότι «τοιαύτη μετανάστευσις τυγχάνει ημίν συμφέρουσα διότι ούτω μας δίδεται η ευκαιρία να μειωθή η μικρά απομένουσα εισέτι εν Μακεδονία κουτσοβλαχική μειονότης ». Παρ’ όλα αυτά, υπογραμμιζόταν ο σημαντικός ρόλος των κατά τόπους αρχών, ώστε να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μετανάστευση υποκινούνταν από τις ελληνικές αρχές αλλά ότι «επαφίεται εις την απόλυτον πρωτοβουλίαν των ενδιαφερομένων».1795 Σε ερώτηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον Σεπτέμβριο του 1931 «αν συμφέρη τοιαύτη μετανάστευσις εις Ρωμανίαν»1796, το Υπουργείο Εξωτερικών απαντούσε ότι η μετανάστευση των ρουμανιζόντων ανταποκρινόταν πλήρως στο εθνικό συμφέρον, δεδομένου ότι επιτυγχανόταν «αραίωσις μη αφομοιωθέντος ξενοφώνου πληθυσμού ».1797

Σε έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, με αφορμή την οικειοθελή και οριστική μετανάστευση 40 βλαχόφωνων οικογενειών, γινόταν σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση συμφωνούσε με τη μετανάστευση υπό τους εξής όρους: α) οι μετανάστες όφειλαν να υποβάλουν δήλωση ότι παραιτούνταν της ελληνικής ιθαγένειας και μετανάστευαν «άνευ πνεύματι επιστροφής», β) οι μετανάστες εφοδιάζονταν με ειδική άδεια μετανάστευσης, γ) οι ενδιαφερόμενοι δήλωναν εγγράφως ότι ουδεμία ακίνητη ιδιοκτησία εγκατέλειπαν στην Ελλάδα και δ) διαγραφή τους από τα κατά τόπους μητρώα.1798

Μια από τις άμεσες συνέπειες της μετανάστευσης των βλαχόφωνων ήταν η μείωση του αριθμού των ρουμανιζόντων μαθητών, συνεπώς και το κλείσιμο μειονοτικών σχολείων. Σε έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών τον Μάιο του 1932, διαβάζουμε ότι ως συνέπεια των αθρόων μεταναστεύσεων βλαχόφωνων στη Ρουμανία «εμειώθη ο αριθμός των ρουμανιζόντων μαθητών τούτο δε βεβαίως θέλει συντελέσει ώστε ολίγον κατ’ ολίγον να εκλείψη ικανός αριθμός εκ των Ελλάδι υπαρχόντων σχολείων της ρουμανικής μειονότητος ».1799

4.3. Η ρουμανική προπαγάνδα μέσα από τα βλαχόφωνα σχολεία

Το 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου ζητούσε να ληφθούν μέτρα προς παρεμπόδιση της ρουμανικής προπαγάνδας στην Ήπειρο και τη Μακεδονία.1800 Η απόφασή της υπήρξε απόρροια της έντονης προπαγανδιστικής δραστηριότητας των γενικών προξένων της Ρουμανίας, σε Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα, για τα εκπαιδευτικά ζητήματα των ρουμανιζόντων.1801 Κυρίως, η ίδρυση σχολείων αποτελούσε το κύριο μέλημα των Ρουμάνων, όπως επίσης και η προσέλκυση μαθητών σ’ αυτά.1802 Η ρουμανική προπαγάνδα είχε ανταπόκριση λόγω κυρίως των οικονομικών «ευκολιών» που παρείχε. Στα Ιωάννινα διέθετε οικοτροφείο και Γυμνάσιο, ενώ παρείχε δωρεάν βιβλία, σίτιση, στέγαση και υποτροφίες για σπουδές στη Ρουμανία, σπουδαίο δέλεαρ για τους βλαχόφωνους πληθυσμούς.1803

Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να αυξήσει τον αριθμό των οικότροφων στα ελληνικά σχολεία, μειώνοντας παράλληλα τον αριθμό των τροφίμων των ρουμανικών οικοτροφείων.1804 Οι κινήσεις αυτές προκαλούσαν δημοσιεύματα του ρουμανικού τύπου περί εξαφάνισης της ρουμανικής μειονότητας στην Ελλάδα, μέσω της ολοένα και εντεινόμενης συρρίκνωσης της εκπαίδευσης των ρουμανιζόντων.1805

Ο Ρουμάνος πρεσβευτής στην Αθήνα, Ρασκάνο, με αφορμή τις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της εμπορικής σύμβασης και του πρωτοκόλλου που αφορούσε τις ελληνικές εκκλησίες και τα σχολεία στη Ρουμανία, έθετε ως όρο της υπογραφής του πρωτοκόλλου, την παροχή από την ελληνική πλευρά έγγραφων εγγυήσεων για τα κουτσοβλαχικά σχολεία της Ελλάδας.1806

Η κυβέρνηση Βενιζέλου θεώρησε τα ζητήματα ασύνδετα μεταξύ τους και επιπλέον δήλωσε στον Ρασκάνο ότι είχε προβεί στο μέγιστο των δυνατών παραχωρήσεων προς τους ρουμανίζοντες που ζούσαν στο ελληνικό έδαφος, τη στιγμή που άλλα κράτη είχαν καταργήσει εντελώς τα ρουμανικά σχολεία.1807 Τα όμορα βαλκανικά κράτη, όπως η Βουλγαρία, η Αλβανία και η Γιουγκοσλαβία, δεν επέτρεπαν τη λειτουργία ρουμανικών σχολείων, με αποτέλεσμα, «οι εκείθεν ορμώμενοι μαθηταί και διδάσκαλοι καταφεύγουσι εις τα παρ’ ημίν ρουμανικά σχολεία ».

Από το 1928 ο Ρασκάνο κατέβαλε προσπάθειες να αποσπάσει από την ελληνική κυβέρνηση μείζονα εκπαιδευτικά δικαιώματα υπέρ των ρουμανιζόντων της βλαχόφωνης μειονότητας. Κατ’ αρχάς, πέτυχε, έπειτα από συναίνεση του Βενιζέλου, να διδάσκουν στην Ελλάδα δάσκαλοι ρουμανικής υπηκοότητας.1808 Βέβαια, η δήλωση του Βενιζέλου παρερμηνεύτηκε από τον Ρασκάνο, ο οποίος προσπάθησε να αυξήσει τον αριθμό των Ρουμάνων δασκάλων των κουτσοβλαχικών σχολείων της Ελλάδας, παραμερίζοντας όσους δασκάλους ήταν ελληνικής υπηκοότητας και κουτσοβλαχικής καταγωγής.1809 Η αντικατάσταση των υπηρετούνταν δασκάλων θα γινόταν μόνο όταν υπήρχε προφανής και σοβαρός λόγος, ώστε να μην αυξηθεί ο αριθμός των ρουμανιζόντων καθηγητών.1810

Τα έτη 1928-1929, δίδασκαν σε κουτσοβλαχικά σχολεία της Ελλάδας, 63 δάσκαλοι σε δημοτικά σχολεία, 15 καθηγητές σε γυμνάσια και 19 στην εμπορική σχολή Θεσσαλονίκης, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν ελληνικής ή κουτσοβλαχικής καταγωγής.1811 Βέβαια, οι καθηγητές ορισμένων μαθημάτων των ρουμανικών σχολείων και σχολών που λειτουργούσαν στην Ελλάδα ήταν Ρουμάνοι υπήκοοι, ελλείψει Ελλήνων υπηκόων. Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές τάσσονταν υπέρ της προτίμησης Ελλήνων υπηκόων, κουτσοβλαχικής καταγωγής, ως δασκάλων για τα παραπάνω εκπαιδευτικά ιδρύματα.1812

Τον Σεπτέμβριο του 1931, παρ’ όλες τις πρωτοβουλίες του Ρασκάνο για αύξηση του αριθμού των ρουμανικής υπηκοότητας καθηγητών, η ρουμανική κυβέρνηση δήλωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βουκουρέστι ότι « εις το μέλλον θα τείνουν να ελαττώσουν κατά το δυνατόν τον αριθμόν των ρουμανικής υπηκοότητας καθηγητών, αντικαθισταμένων τούτων υπό Ελλήνων υπηκόων εγκατεστημένων εν Ελλάδι ».1813

Μολαταύτα, οι πιέσεις του Ρασκάνο προς την ελληνική κυβέρνηση υπήρξαν αμείωτες. Ο Ρουμάνος πρεσβευτής ζήτησε τη δημιουργία διδασκαλείου παρά την εμπορική σχολή Θεσσαλονίκης για τη μόρφωση δασκάλων, πράγμα που δεν πέτυχε.

Έπειτα επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην αύξηση των τάξεων του γυμνασίου Γρεβενών, πράγμα που επίσης δεν κατάφερε.1814 Το άνοιγμα νέων μειονοτικών σχολείων και η προσθήκη τάξεων στα μειονοτικά σχολεία των Βλάχων, ενώ δεν υπήρχε καμία εκπαιδευτική ανάγκη, θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου περιττά.1815 Η ελληνική πλευρά πίστευε ότι η ύπαρξη 26 σχολείων, ενός γυμνασίου και μιας εμπορικής σχολής ήταν αρκετά για έναν διεσπαρμένο πληθυσμό 15-20.000 κατοίκων. Στον βαλκανικό περίγυρο κανένα κράτος δεν επέτρεπε τη λειτουργία ρουμανικών σχολών.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η απάντηση της κυβέρνησης Βενιζέλου, στο επιχείρημα του Ρασκάνο ότι η κουτσοβλαχική μειονότητα απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια, βάσει της συμφωνίας Βενιζέλου – Μαγιορέσκου. Ο Γ.Β. Μελάς, Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Υπουργείου Εξωτερικών, απάντησε στον Ρασκάνο ότι «η ιδιάζουσα θέσις της κουτσοβλαχικής Μειονότητος, υπαχθείσης κατά τα άλλα απολύτως εις την περί Μειονοτήτων Συνθήκην ήτις αντικατέστησε πάσαν προγενεστέραν τοιαύτην, επομένως και την συμφωνίαν Βενιζέλου – Μαγιορέσκο, συνέκειτο απλώς εις το δικαίωμα της Ρουμανικής Κυβερνήσεως να επιχορηγή τα παρ’ ημίν Κουτσοβλαχικά σχολεία υπό τον έλεγχον όμως της Ελληνικής Κυβερνήσεως ».

Επομένως, το μειονοτικό καθεστώς που επέβαλλε στην Ελλάδα η Συνθήκη περί Μειονοτήτων, αντικαθιστούσε κάθε προηγούμενη συμφωνία που είχε υπογράψει η χώρα με μειονοτικό περιεχόμενο. Ήδη από το 1924, οι ελληνικές αρχές είχαν κάνει γνωστό στη Ρουμανία ότι « η Συνθήκη των Μειονοτήτων αντικατέστησε πάσαν προηγούμενη σχετικήν διάταξιν», ενώ η χορήγηση άδειας, το ίδιο έτος, για την ίδρυση του Γυμνασίου Γρεβενών «ήτο η τελευταία παραχώρησις την οποίαν ηδύναντο να ελπίση η Ρουμανία».1816

Κατά την άποψη του Μελά, η ρουμανική κυβέρνηση υπερέβαινε διαρκώς τα εσκαμμένα στο ζήτημα των κουτσοβλαχικών σχολείων,. Οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί ουδέποτε απευθύνθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας για εκπαιδευτικά ζητήματα, μόνο ο Ρουμάνος πρεσβευτής στην Αθήνα, Ρασκάνο, διατύπωνε συνεχώς παράπονα. Ο Μελάς αναφέρθηκε, επίσης, στα ελληνικά σχολεία της Ρουμανίας, των οποίων οι καθηγητές και οι διευθυντές απαγορεύονταν να είναι Έλληνες υπήκοοι.1817 Ακόμη, τα σχολεία των ρουμανιζόντων της Ελλάδας χρηματοδοτούνταν από τη Ρουμανία και δεν ελέγχονταν από το ελληνικό κράτος. Συμπερασματικά, σύμφωνα με τον Μελά, η ελληνική κυβέρνηση είχε προβεί σε «φανεράν υπέρβασιν των εκ των συνθηκών υποχρεώσεων της», ενώ την ίδια στιγμή, τα ελληνικά σχολεία της Ρουμανίας υφίσταντο συνεχείς περιορισμούς.1818 Σύμφωνα με τη θέση της κυβέρνησης Βενιζέλου, μόνο η ΚτΕ δικαιούνταν να ελέγξει την ελληνική κυβέρνηση για το καθεστώς λειτουργίας των παραπάνω σχολείων.1819

Παρερμηνείες, σε σχέση με το καθεστώς λειτουργίας των βλαχόφωνων σχολείων, δημιούργησε και ο Ν. 4862, «Περί των ξένων σχολείων». Τον Απρίλιο του 1931 το Υπουργείο Παιδείας, μετά από αίτημα της Χωροφυλακής Κοζάνης, έθετε το ζήτημα αν τα εν Ελλάδι ρουμανικά σχολεία θεωρούνταν ξένα σχολεία.1820 Το Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε ότι τα σχολεία αυτά δεν μπορούσαν να υπαχθούν στη κατηγορία των ξένων σχολείων και δεν ηδύνατο να εφαρμοστεί ως προς αύτα ο Ν.4862. Στο ίδιο έγγραφο γινόταν λόγος ότι επρόκειτο περί μειονοτικών ελληνικών σχολείων, τα οποία «κατόπιν ειδικής ημετέρας προς την Ρουμανίαν υποσχέσεως και καθ’ υπέρβασιν των επί μειονοτικών σχολείων κρατούντων (λόγω της προϋπάρξεως σχετικής συμφωνίας του 1913) χρηματοδοτούνται υπό της ρουμανικής κυβερνήσεως και δικαιούνται εις την πρόσληψιν διδασκάλων τινών ρουμανικής υπηκοότητας ».1821

Σύμφωνα με τον Φίλιππο Δραγούμη, Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, τον Απρίλιο του 1933, μετά την εφαρμογή του Ν. 4862, ο αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στα ξένα σχολεία μειώθηκε περίπου στο μισό (4.000 στη στατιστική του 1928-29, 2.114 το 1933). Στη Θεσσαλονίκη, τον Απρίλιο του 1933 λειτουργούσαν 3 αρμενικά σχολεία με 605 μαθητές, μια ρουμανική σχολή με 26 μαθητές και μια εμπορική ρουμανική σχολή με 168 οικότροφους (124 Έλληνες ρουμανίζοντες, 44 ξένοι υπήκοοι, 16 Αλβανοί υπήκοοι, 26 Σέρβοι υπήκοοι, 1 Βούλγαρος και 1 Ρουμάνος).1822

Γενικότερα, η κυβέρνηση Βενιζέλου έκανε στροφή προς περισσότερο συντηρητικές επιλογές στο ζήτημα των ρουμανιζόντων, ενώ προσπάθησε να εξοβελίσει τη ρουμανική επιρροή επί των βλαχόφωνων της Ελλάδας. Για παράδειγμα, μέσα του 1930 η ελληνική πλευρά διατύπωνε τη θέση ότι « η απλή ελευθερία διδασκαλίας γλώσσης μειονότητος τινος δεν δύναται να φθάση ποτέ μέχρι του ν’ αποτελέση βάσιν ανθελληνικής προσπάθειας και απωλείας του ελληνικού αισθήματος του μειονοτικού τοιούτου στοιχείου ».1823 Δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1932 το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε την υποχρεωτική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας για 10 τουλάχιστον ώρες κάθε εβδομάδα στα σχολεία των ρουμανιζόντων (Εγκύκλιος αρ. 109 Υπουργείου Παιδείας, 4/3/1932). Βέβαια, έπρεπε να αποφευχθεί κάθε πιεστική ενέργεια, ικανή να δημιουργήσει παράπονα από τα μέλη της μειονότητας.1824

Τον Αύγουστο του 1932 το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε την ελληνική πρεσβεία στο Βουκουρέστι ότι οι Ρουμάνοι δάσκαλοι με σερβική υπηκοότητα, όπως και ορισμένοι καθηγητές της εμπορικής σχολής Θεσσαλονίκης δεν θα γίνονταν πλέον δεκτοί από την ελληνική κυβέρνηση, ενώ συγχρόνως θα μειωνόταν ο αριθμός των δασκάλων με ρουμανική υπηκοότητα, στο ελάχιστο δυνατό.1825 Το σχολικό έτος 1934-35, υπήρχαν μόνο 17 καθηγητές ρουμανικής υπηκοότητας στα ρουμανικά σχολεία της Ελλάδας. Τον Αύγουστο του 1934 η ελληνική κυβέρνηση ξεκαθάριζε ότι «στο εξής δεν θα δυνηθώμεν να επιτρέψωμεν την εις Ελλάδα παραμονήν και εξάσκησιν επαγγέλματος εις Ρουμάνους διδασκάλους οίτινες δεν θα έχωσι περιληφθή εις τον επίσημον κατάλογον της ρουμανικής κυβερνήσεως ».1826

Αποσπάσματα από τη διδακτορική διατριβή:
Βασίλειος Ν. Κολλάρος: Η μειονοτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου
Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών - 2015
(http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/36141)

 BASA 284K 2 52 1 Treaty of Bucharest 1913

BASA 284K 2 52 10 Treaty of Bucharest 1913

πηγή: https://commons.wikimedia.org

292. Για την προέλευση των Βλάχων βλ. Λαζάρου, Βλάχοι του ελληνικού χώρου, 1986. Του ίδιου, Βαλκάνια και Βλάχοι, 1983 όπως επίσης, του ίδιου, Βλάχοι: Η αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής, 1986. Του ίδιου, Βλαχολογική προχειρότητα και επιστήμη, 1998. Αβέρωφ-Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλάχικου ζητήματος, 1948 ∙ Έξαρχο, Ξένοι Περιηγητές για τους Βλάχους, Γαλλόφωνοι 1550-1980, 2004, Του ίδιου, Ξένοι Περιηγητές για τους Βλάχους, Αγγλόφωνοι (1160- 2000), 2005 ∙ Του ίδιου, Σαρακατσάνοι, Άγνωστες και σπάνιες πηγές για τη ζωή και την ιστορία τους 1850-2000, 2005 ∙ Του ίδιου,Αρμάνοι (Βλάχοι) Ιστορία, γλώσσα, ριζικό, 2010 ∙ Κεραμόπουλο, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι; 1939 ∙ Αραβαντινό, Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, 2000 ∙ Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι)…, 2001.
293. Αβέρωφ-Τοσίτσας, ό.π., σελ. 179.
294. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Προξενείο Σερρών προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 146, 30/3/1911.
603. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Προξενείο Ιωαννίνων προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 1162, 25/10/1910.
604. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3/2, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8955, 13/4/1911.
605. Για το παρασκήνιο της διακοπής των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας - Ρουμανίας, βλ. Καψαμπέλη, Διπλωματικά παρασκήνια, 1946, σελ. 73.
606. Αβέρωφ - Τοσίτσας, Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλάχικου ζητήματος, σελ. 54.
607. Ό.π., σελ. 60-61.
608. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 84, 31/3/1911.
609. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3, Προξενείο Σερρών προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 331, 5/7/1911.
610. Για τις σχέσεις Νεότουρκων και ρουμανικής προπαγάνδας Βλ. Α.Υ.Ε./1912/21/2/1, Προξενείο Μοναστηρίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 876, 17/9/1911.
611. Α.Υ.Ε./1912/21/2/1, Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 71, 31/3/1910.
612. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Προξενείο Ελασσόνας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 32935, 29/11/1911.
613. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Προξενείο Ελασσόνας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 14118, 3/6/1911. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Επιστολή προς τον Βενιζέλο σε σχέση με τη ρουμανική προπαγάνδα στη βόρεια Θεσσαλία, 1911.
614. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 78, 16/3/1911.
615. Αβέρωφ - Τοσίτσας, ό.π., σελ. 168.
616. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3, Προξενείο Μοναστηρίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 635, 12/7/1910.
617. Α.Υ.Ε./1912/21/2/3, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 78, 16/3/1911.
618. Α.Υ.Ε./1912/21/2/1, Πρεσβεία Κων/πόλεως προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 4078, 30/12/1911.
619. Α.Υ.Ε./1912/21/2/1, Τηλ. πρεσβείας Κων/πόλεως προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 19042, 22/6/1912.
620. Α.Υ.Ε./1912/21/2/2, Πρεσβεία Κων/πόλεως προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 24244, 28/12/1910.
621. Αβέρωφ -Τοσίτσας, ό.π., σελ. 63.
622. Α.Υ.Ε./1912/84/2/1, Τηλ. Διαδόχου προς Υπ. Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 1438, 16/11/1912.
623. Α.Υ.Ε./1912/84/2/1,Αναφορά των κατοίκων προς την Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ελλάδος, Τρίκαλα, 19/12/1912. Α.Υ.Ε./1912/84/2/1, Επιστολή Δημάρχου Γρεβενών προς Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Ελευθέριο Βενιζέλο, χ.χ..
624. Α.Υ.Ε./1913/30/6, Τηλ. Ρέπουλη προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 27446, 27/9/1913.
625. Άρθρο της ρουμανικής εφημερίδας Πρωία, 21/7/1913
626. Α.Υ.Ε./1913/3/5, Υπ.Εξ. προς τον Βενιζέλο, ά.α.π., 23/8/1913.
627. Α.Υ.Ε./1913/3/5, Τηλ. Βενιζέλου προς το Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, ά.α.π., Βουκουρέστι, 21/7/1913.
628. Ό.π.,
629. Α.Υ.Ε./1913/3/10, Τηλ. Βενιζέλου προς Α.Μ Βασιλέα και Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης, αρ. πρωτ. 11/4, Βουκουρέστι, 16/7/1913.
630. Ό.π.,
631. Αντωνόπουλος, Αι συνθήκαι Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Αθηνών, σελ. 122-123.
632. Ό.π., σελ. 124.
633. Αβέρωφ - Τοσίτσα, ό.π., σελ. 65. Επίσης, και η Αυστρία ήταν αντίθετη με την παραχώρηση τους στην Ελλάδα. A.M.M./A.E.B./173/173/φάκ. 10, Τηλ. Κακλαμάνου προς το Υπ.Εξ., ά.α.π., Ρώμη, 10-23/5/1914.
634. Η Βουλγαρία, στη Διαιτητική Διάσκεψη των Πρέσβεων, στη Πετρούπολη, στις 26.4/9.5/1913, φάνηκε διατεθειμένη να ικανοποιήσει τα ρουμανικά αιτήματα σχετικά με τους βλαχόφωνους της Μακεδονίας. Σ’ αυτήν τη συνάντηση, ο Βούλγαρος αντιπρόσωπος δεσμεύτηκε ότι θα παρείχε διευρυμένα προνόμια στους κουτσοβλαχικούς πληθυσμούς που θα βρίσκονταν υπό βουλγαρική κυριαρχία. Αντωνόπουλος, ό.π., σελ. 129.
635. Για την αλληλογραφία Βενιζέλου - Ιονέσκου, βλ. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ. 4/1, 4/4 Επιστολές Ξένων Πρεσβευτών και επιστολογράφων (1910 - 1919). Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ. 1/5, Επιστολή Βενιζέλου προς τον Έλληνα πρεσβευτή στο Βουκουρέστι σχετικά με το ταξίδι του Ιονέσκου στην Αθήνα, 4/10/1913.
636. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ. 6, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 296, 16/5/1913.
637. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ. 6/3/4, Τηλ. Βενιζέλου προς τον υπουργό των Εξωτερικών, ά.α.π., 6/5/1913.
638. A.M.M./A.E.B./173/173/φάκ. 6, Τηλ. Σπεράντζα προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 833, Βουκουρέστι, 18/10/1912.
639. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ.1/1, Τηλ. Παπαδιαμαντόπουλου προς το Υπ.Εξ., ά.α.π., Βουκουρέστι, 12/5/1912.
640. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Ε.Β./φάκ.1/1, Τηλ. Παπαδιαμαντόπουλου προς το Υπ.Εξ., ά.α.π., Βουκουρέστι, 13- 26/5/1912.
641. Ό.π.,
642. Για τις ανταλλαγείσες επιστολές βλ. Α.Υ.Ε./1913/3/5, Επιστολές Μαγιορέσκου – Βενιζέλου, αρ. πρωτ. 17277, 23/7-5/8/1913.
643. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α΄, αρ. φ. 217, 28/10/1913.
644. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, συνεδρίαση 4η της 11/11/1913, σελ. 99.
645. Ό.π., σελ. 101.
646. Ό.π., σελ. 101. Βλ. επίσης, Αβέρωφ-Τοσίτσα, ό.π., σελ. 67.
647. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, ό.π., σελ. 101.
648. Ό.π., σελ. 101. Βλ. επίσης, Αντωνόπουλο, ό.π., σελ. 154-157.
649. Ό.π., σελ. 158.
650. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, ό.π., σελ. 105-106.
651. Ό.π.,, σελ. 106.
652. «αφ’ ης στιγμής το Κουτσοβλαχικόν ελύθη δια της λύσεως του Μακεδονικού». Ό.π., σελ. 107.
653. Ό.π.,
654. Ό.π.,
655. Ό.π.,
656. Ό.π.,
657. Ό.π.,
658. Ό.π.,
659. Α.Υ.Ε./1914/ Β/150, Τηλ. Ρωμανού προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 35890, Παρίσι, 27/11/1912.
660. Αβέρωφ-Τοσίτσας, ό.π., σελ. 174.
661. Ό.π., σελ. 65.
662. Ό.π., σελ. 191.
663. Βλ. για παράδειγμα, Α.Υ.Ε./1915/Α/5/19,Υποδιοικητής Εδέσσης προς τον Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης, αρ. πρωτ. 16, 29/1/1915 και Αστυνομική Υποδιεύθυνση Εδέσσης προς Α.Δ.Χ.Μ., αρ. πρωτ. 7720, 12/4/1915
1077. Α.Υ.Ε./1917/Β/37,Υπουργείο των Εκκλησιαστικών προς των Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2140, 14/2/1917. 1078 Α.Υ.Ε./1918/Α/5/4, Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ηπείρου προς το Αρχηγείο της Χωροφυλακής, αρ. πρωτ. 9927, 13/11/1918.
1079. Α.Υ.Ε./1917/Β/37, Υπ.Εξ. προς Κυβ. Αντιπρόσωπο Κοζάνης, αρ. πρωτ. 12848, 19/10/1917.
1080. Αβέρωφ-Τοσίτσας, Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού…, σελ. 68-69.
1081. Οικονόμου, «Από την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα ως το τέλος του πολέμου» στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ΄, σελ. 51.
1082. Το ίδιο «εγχείρημα» επαναλήφθηκε την περίοδο της Κατοχής. Βλ. Διβάνη, «Το θνησιγενές πριγκιπάτο της Πίνδου. Γιατί δεν ανταποκρίθηκαν οι Κουτσόβλαχοι της Ελλάδος στην ιταλό – ρουμανική προπαγάνδα», στο συλλογικό τόμο: Μακεδονία και Θράκη 1941 – 1944. Κατοχή – αντίσταση – απελευθέρωση, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 189-210.
1083. Α.Υ.Ε./1917/Β/37, Κυβ. Αντ. Κοζάνης - Φλώρινας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 4544, 13/10/1917.
1084. Α.Υ.Ε./1917/Β/37, Υποδ. Γρεβενών προς Κυβ. Αντ. Κοζάνης - Φλωρίνης, αρ. πρωτ. 748, 26/9/1917.
1085. Ό.π.,
1086. Ό.π.,
1087. Α.Υ.Ε./1919/ Β/37, Υπ.Εξ. προς Γ.Δ. Κοζάνης, αρ. πρωτ. 916, 14/2/1919.
1088. Α.Υ.Ε./1917/Β/37, Νομαρχία Ιωαννίνων προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2914, 3/4/1917.
1089. Ό.π.,
1090. Α.Υ.Ε./1921/41/2, Γ.Δ. Θεσ/νίκης προς τον υπουργό των Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 183, 21/4/1921.
1091. Α.Υ.Ε./1919/ Β/37, Γ.Δ. Κοζάνης - Φλώρινας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 1129, 23/2/1919.
1092. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α΄, αρ. φ. 37, 12/2/1920.
1764. Α.Υ.Ε./1927/48/1/1, Πρεσβεία Βέρνης προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2581, 2/10/1927.
1765. Α.Υ.Ε./1927/48/1/2, Γ.Τ. Θεσ/νίκης προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 129, 11/1/1927.
1766. Α.Υ.Ε./1928/25/2/1, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2031, 27/12/1927.
1767. Διβάνη, Ελλάδα και Μειονότητες…, σελ. 102.
1768. Α.Υ.Ε./1927/11/6, Σημείωμα «επί της συναντήσεως μου της 6ης Μαΐου 1927 μετά του πρεσβευτού της Ρουμανίας».
1769. Α.Υ.Ε./1928/72/3/3, Άρθρο Βούλγαρου καθηγητή Γ.Π Γκένωφ στην βουλγαρική εφημ. Ζορά, 6/7/1928.
1770. Α.Υ.Ε./1928/72/3/3, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 1237, 4/9/1928.
1771. Α.Υ.Ε./1927/11/6, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 6514, 13/5/1927.
1772. Α.Υ.Ε./1927/11/6, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 7492, 31/5/1927.
1773. Α.Υ.Ε./1928/25/2/1, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 594, 9/1/1928.
1774. Ν. 4143/1928. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α΄, αρ. φ. 172, 11/5/1928 ∙ Ελεύθερον Βήμα, 23/7/1928
1775. Α.Υ.Ε./1928/25/2/1, Πρεσβεία Παρισίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 980, 22/3/1928. Βλ επίσης, Σβολόπουλος, «Το Ελληνορουμανικόν Σύμφωνον της 21ης Μαρτίου 1928», Μακεδονικά, ΙΔ΄ (1974), σελ. 151-162 και Τούντα - Φεργάδη, «Ο Νικολάε Τιτουλέσκου και η βαλκανική προσέγγιση» στο συλλογικό τόμο: Επιστημονική Επετηρίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1995, σελ. 537-557.
1776. Α.Υ.Ε./1928/25/2/3, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 438, 1/4/1928.
1777. A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 331, Επιστολή Τιτουλέσκου προς τον Βενιζέλο, Κωνστάντζα 15/7/1928.
1778. Α.Υ.Ε./1930/Α/7/1, Συνομιλία Πρωθυπουργού – Ρασκάνο, 20/6/1930.
1779. Μακεδονία, 24/8/1931 ∙ Καθημερινή, 23/8/1931.
1780. Α.Υ.Ε./1931/Α/7/Ι, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 1680, 26/8/1931.
1781. Σφέτας, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνορουμανικών πολιτικών σχέσεων (1866-1913)», Μακεδονικά , 33 (2001-2002), σελ. 47.
1782. «μεταναστεύουσιν εις Ρουμανίαν άνευ επιστροφής». Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙ, Γ.Δ. Μακεδονίας προς τη Νομαρχία Σερρών, αρ. πρωτ. 92222, 30/7/1931.
1783. Όπως ανέφερε ο Μιχαλακόπουλος, «[…]τα της επελθούσης προ δυο ετών μετά της ρουμανικής κυβερνήσεως συμφωνίας δια την εις Ρουμανίαν μετανάστευσιν 1.500 κουτσοβλαχικών οικογενειών Μακεδονίας[…] ». Α.Υ.Ε./1932/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς το Υπουργείο Γεωργίας, αρ. πρωτ. 3234, 21/3/1927.
1784. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Τηλ. Λαζαρίδη προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 31753, Θεσ/νίκη 26/6/1929. Ο συνολικός ακριβής αριθμός των ρουμανίζοντων μεταναστών ήταν δύσκολο να εξακριβωθεί. Ωστόσο, μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις, με βάση τους αριθμούς των μεταναστών που αναφέρουν οι αρχεικές πηγές. Επί παραδείγματι, οι ρουμανίζοντες μετανάστες από 1925 μέχρι Νοέμβριο του 1931, με βάση τον αστυνομικό έλεγχο διαβατηρίων λιμένος Θεσσαλονίκης αριθμούνταν σε 2.673. Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙ, Πίνακας εμφαίνων τους από του έτους 1925 μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1931 μεταναστεύσαντες εις Ρουμανίαν Ρουμανίζοντες, Θεσσαλονίκη 30/11/1931. Το 1933, η Γ.Δ. Μακεδονίας έκανε λόγο ότι το 1932 μετανάστευσαν από τη Θεσσαλονίκη 132 οικογένειες (756 άτομα) και από τις Σέρρες 174 οικογένειες 1263 άτομα. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙ, Γ.Δ. Μακεδονίας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 28481, 3/3/1933.
1785. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Γ.Δ. Μακεδονίας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 21980, 23/4/1929.
1786. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Γ.Δ. Μακεδονίας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 21980, 23/4/1929. Τον Μάιο του 1932, με αφορμή το συνέδριο των ρουμανικών κοινοτήτων, στη Βέροια, η υποδιοίκηση Χωροφυλακής Βέροιας δήλωνε ότι υπάρχει «τάσις γενική δια την μετανάστευσιν». Α.Υ.Ε./1932/Α/21/ΙΙΙ, Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Ημαθίας προς τη Διοίκηση χωροφυλακής, αρ. πρωτ. 22/24/1, 9/5/1932.
1787. Νέα Αλήθεια, 12/11/1931
1788. Ρήγος, Η Β΄Ελληνική Δημοκρατία 1924 -1935…, σελ. 213.
1789. Βλ. επίσης, Διβάνη, Ελλάδα και Μειονότητες…, σελ. 109-112.
1790. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Γ.Τ. Θεσ/νίκης προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2404, 21/5/1929.
1791. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Πρεσβεία Σόφιας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3605, 8/10/1929.
1792. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Αρχηγείο Χωροφυλακής προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 601/10/3, 15/5/1929.
1793. Γ.Β./Α.Φ.Δ./Ι/36/36.3, Α.Δ.Χ.Μ. προς το Αρχηγείο της Χωροφυλακής, αρ. πρωτ. 41/7/32, 30/11/1932.
1794. Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς τμήμα Δικαστικού, αρ. πρωτ. 3784, 19/3/1931. Επίσης, Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς Υπ. των Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 9514, 13/9/1930.
1795. Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς Υπ. των Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 15030, 21/11/1931.
1796. Α.Υ.Ε./1932/Α/21/ΙΙΙ, Γενικό Επιτελείο Στρατού προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3377, 4/9/1931.
1797. Α.Υ.Ε./1932/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού, αρ. πρωτ. 12060, 10/10/1931.
1798. Α.Υ.Ε./1932/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς τη Γ.Δ. Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 8627, 10/8/1932.
1799. Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙΙα, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Τιράνων, αρ. πρωτ. 1538, 25/5/1932.
1800. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Υπουργείο Παιδείας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 11400, 13/3/1929.
1801. Α.Υ.Ε./1929/Α/21/ΙΙΙ, Γενικός Επιθεωρητής των σχολείων της ΙΒ΄ Εκπ. Περιφέρειας προς το Υπουργείο της Παιδείας, αρ. πρωτ. 5, 20/2/1929.
1802. Α.Υ.Ε./1928/6/2, Γενικό Επιτελείο Στρατού προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 4996/496, 5/9/1928.
1803. Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙ, Γενικό Επιτελείο Στρατού προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 4211, 9/11/1931.
1804. Α.Υ.Ε./1930/Α/21/ΙΙΙα, Υπουργείο Πρόνοιας και Αντιλήψεως προς τον Πρόεδρο του Εθνικού Οικοτροφείου Αρρένων Γρεβενών, αρ. πρωτ. 299/1929, 13/1/1930.
1805. Α.Υ.Ε./1930/Α/21/ΙΙΙα, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2267, 24/11/1930.
1806. Α.Υ.Ε./1930/Α/21/ΙΙΙα, Επιστολή Ρασκάνο προς Υπ.Εξ., Αθήνα 21/11/1930.
1807. Α.Υ.Ε./1930/Α/21/ΙΙΙα, Υπ.Εξ. προς Ρουμάνο Πρεσβευτή στην Αθήνα, Ρασκάνο, 26/11/1930. Α.Υ.Ε./1930/Α/21/ΙΙΙα, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 15621, 18/12/1930.
1808. A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 331, Eπιστολή Βενιζέλου με ημερομηνία 16/7/1928 και επιστολή Laga Rascano προς τον Βενιζέλο, Βουκουρέστι 28/7/1928.
1809. Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙΙ, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 12226, 22/12/1928
1810. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών και Ελέγχου διαβατηρίων προς τις Δ/νσεις Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Πέλλης κ.α, αρ. πρωτ. 43/4/17, 3/11/1931.
1811. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Πίνακας περιέχων τα ονόματα των διδασκάλων σε κουτσοβλαχικά σχολεία Ελλάδας, τα έτη 1928/1929.
1812. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Γ.Δ. Μακεδονίας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 79880, 4/7/1933.
1813. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 1908, 30/9/1931.
1814. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Σημείωμα «περί της κουτσοβλαχικής μειονότητος εν Ελλάδι και των ελληνικών σχολείων εν Ρουμανία» του Γ.Β. Μελά, 3/7/1929.
1815. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Υπ.Εξ. προς τη πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 11179, 11/10/1929.
1816. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Σημείωμα «περί της κουτσοβλαχικής μειονότητος…»
1817. Ελεύθερον Βήμα, 15/6/1931.
1818. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Σημείωμα «περί της κουτσοβλαχικής μειονότητος…»
1819. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙα, Υπ.Εξ. προς τη Γ.Δ. Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 10130, 19/12/1933.
1820. Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙα, Υπουργείο Παιδείας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 132, 11/3/1931.
1821. Α.Υ.Ε./1931/Α/21/ΙΙΙα,Υπ.Εξ. προς το Υπουργείο Παιδείας, αρ. πρωτ. 2505, 2/4/1931.
1822. Γ.Β./Α.Φ.Δ./Ι/23/23.5, Γ.Δ. Μακεδονίας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 14408, 10/4/1933.
1823. Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙΙα, Υπ.Εξ. προς Υπ.Εσ., αρ. πρωτ. 6126, 17/6/1930.
1824. Α.Υ.Ε./1934/Α/21/ΙΙΙα, Υπουργείο Παιδείας προς τους Γενικούς Επιθεωρητές των σχολείων, αρ. πρωτ. 257, 7/5/1932.
1825. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙβ, Υπ.Εξ. προς Πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 6623, 17/8/1932.
1826. Α.Υ.Ε./1933/Α/21/ΙΙΙγ, Υπ.Εξ. προς Πρεσβεία Βουκουρεστίου, αρ. πρωτ. 8108, 6/8/1934.