Το Ξηρολίβαδο απελευθερώθηκε από τους Τούρκους στις 15 Οκτωβρίου 1912, μια ημέρα πριν τη Βέροια.
Ο Ελληνικός Στρατός υπό την ηγεσία του διαδόχου Κωνσταντίνου, προερχόμενος από την Κοζάνη, ακολούθησε την παλιά διάβαση της Βασιλικής Οδού και προχώρησε προς το Ξηρολίβαδο.
Η ένοπλη τουρκική φρουρά που έδρευε εκεί πρόβαλε αντίσταση, αλλά μετά από μια σύντομη αψιμαχία υπεχώρησε και στη συνέχεια ο Ελληνικός Στρατός διεκπεραιώθηκε μέσω των στενών του Τριποτάμου προς την Βέροια την οποία απελευθέρωσε αναίμακτα.
Χαρακτηριστικό ιστορικό κείμενο που διασώζει στην ιστορική μνήμη αυτό το επεισόδιο αποτελεί το τηλεγράφημα που απέστειλε ο αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού Διάδοχος Κωνσταντίνος προς τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο:
Προς τον Πρωθυπουργό κ.Ελευθέριο Βενιζέλο, Υπουργείο Στρατιωτικών Αθήνας.
Μετά την χθεσινή αναγγελθείσαν αψιμαχία μεταξύ ημετέρου και εχθρικού αποσπάσματος εκ πεζικού και πυροβολικού, κατέχοντος στενά Τριποτάμου, και μετά ετέραν αψιμαχίαν μεταξύ ημών και μικρού εχθρικού τμήματος εν Ξηρολιβάδω, εχθρός υπεχώρησε την νύκτα, εγκαταλείψας την Βέροια, εις ην εισήλθον σήμερον. Λαός ενθουσιωδώς υπεδέχθη, Οθωμανοί κάτοικοι διέμειναν εν τη πόλει, οι δε προύχοντες εξ αυτών, παρουσιασθέντες, εδήλωσαν υποταγήν.
Κωνσταντίνος Διάδοχος
Ο Γιαννιώτης λοχίας τότε του πυροβολικού και μετέπειτα διακεκριμένος λογοτέχνης Σπύρος Μελάς, υπήρξε από τους πρώτους που μπήκαν στο Ξηρολίβαδο και κατέγραψε με ιδιαίτερο θαυμασμό τις εντυπώσεις του από το φυσικό κάλλος του τοπίου:
Κατά τον προς τους Τούρκους πόλεμον του 1912 η τετάρτη μεραρχία, (εις ην ανήκε και ο συγγραφεύς, υπηρετών ως λοχίας του πυροβολικού), διετάχθη κατά την 15ην Οκτωβρίου να προχωρήση από το Ντορταλή προς την Βέρροιαν κυκλωτικώς διά του Ξηρολιβάδου.
Οι άνδρες λίαν πρωί εξεκίνησαν και δι' ανηφορικής και δυσβάτου ατραπού, εις την οποίαν τα ζώα εσκαρφάλωναν με δυσκολίαν, έφθασαν τέλος κατά την δύσιν εις την κορυφογραμμήν του Βερμίου όρους, εν μέσω πυκνοτάτου δάσους από αγριοβελανιδιές και οξυές.
Διέβημεν το απόκρημνον διάσελον, το υψηλότερον, δηλαδή, σημείον του νοτίου βραχίονος του Βερμίου όρους, (του οποίου η κορυφή, το περίφημον Καρά Τας, υψούται χίλια εννεακόσια μέτρα υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης), κι επήραμε, πάντοτε υπό την πυκνήν σκιάν πλουσίων φυλλωμάτων, την κατηφορικήν ατραπόν προς το Ξερολείβαδον.
Ποία παράδοξος αντιστροφή του ευφημισμού!
Επεριμέναμεν να ευρεθώμεν απέναντι του Κουασιμόδου των τοπίων, προ φαλακρού και ανύδρου επιπέδου, όπου διά μέσου πετρών θα εφύετο αραιόν χορταράκι, μόλις όσον θα ήρκει να δικαιολογηθή απλώς η λέξις λειβάδιον, οπότε υπό τους θόλους των κεκλιμένων κλάδων διεκρίναμεν θαυμάσιον χειμαδιό προβάτων, εξαισίαν κοιλάδα με τ’απλά, τα καθαρά, τα ζωντανά και γλυκύτατα χρώματα των θείων πινάκων ενός Σεγκαντίνι.
Η κοιλάς αυτή, αρκετά ευρεία, στρωμένη με παχύτατον τάπητα πυκνής χλόης, όπου δεν υπήρχεν ουδέ η ελαχίστη πετρίτσα, ουδέ η παραμικροτέρα πτυχή, ως να την εσιδέρωσαν προ πέντε λεπτών, κλείεται πανταχόθεν από δασώδεις κλιτύς, αι πυκναί σκιαί των οποίων έδιδαν εις την χλόην την πλέον έντονον και βαθείαν απόχρωσιν του πρασίνου.
Το άσπρο των προβάτων, τα οποία έβοσκαν εκεί, ακτινοβολούσε και το απαλόν περίγραμμα των αθώων ζώων ανεδεικνύετο κτυπητόν επί του θαυμασίου εκείνου βάθους.
Εις το μέσον περίπου της κοιλάδος υπήρχεν αρκετά μεγάλη τεχνητή λίμνη, εις τα νερά της οποίας ετρεμούλιαζεν, ελαφρά - ελαφρά, ο άδολος χρυσός, που έχυνεν εκεί μία εξαισία δύσις.
Παρέκει έβλεπε κανείς μίαν παράταξιν αρχεγόνων πηγαδίων, ωσάν εκείνο, προ του οποίου ο Ελεάζαρ συνήντησε την ωραίαν Ρεβέκκαν.
Τα μεγάλα, τα πρωτογενή ξύλινα βαρούλκα των έτριζαν αναβιβάζοντα εις τα πλατέα χείλη κουβάδες με διαυγέστατον νερό, από το οποίον οι άνδρες έπιναν απλήστως.
Αυτό το τρίξιμον απετέλει τον μόνον ήχον που μπορούσε ν’ακούση κανείς εις την σιωπηλήν κοιλάδα, όπου οι κρότοι των βημάτων ίππων και ανδρών επνίγοντο εις το παχύ στρώμα της πυκνής χλόης.
Από στιγμής εις στιγμήν ενόμιζες ότι από το δάσος θα ξεπροβάλη κανένα ξανθό ελαφάκι να το ταίσεις ψωμί στο χέρι σου.
Τα πάντα ήσαν εκεί τόσον ήρεμα και τόσον αθώα, ώστε το κομμάτι αυτό της γης και αυτή η ώρα σου εφαίνοντο σαν πράγματα κλεμμένα αίφνης από την πρώτην ημέραν της παραδεισιακής ευδαιμονίας του ανθρώπου.
Εντός ολίγων λεπτών όλοι εγίναμε πρόβατα εσκιρτούσαμεν, επηδούσαμεν, επαίζαμεν εις την χλόην, λησμονούντες και τον εχθρόν και την κόπωσιν, κατά το μικρόν διάστημα της ωριαίας στάσεως της φάλαγγος εις το μαγευτικόν τοπίον.
Μετά την απελευθέρωση σταμάτησε να σταθμεύει στρατιωτική δύναμη στο Ξηρολίβαδο.
Οι κάτοικοι του, κτηνοτρόφοι ως επί το πλείστον, ανέπτυξαν έκτοτε σημαντική οικονομική δραστηριότητα με βάση την εκτροφή αιγοπροβάτων, που ήταν το κύριο αντικείμενο βιοπορισμού.
Ακολούθησε περίοδος ακμής και το Ξηρολίβαδο απετέλεσε χώρο παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων με τη δημιουργία και λειτουργία οργανωμένων τυροκομείων, ενώ αναπτύχθηκε και η οικογενειακή υφαντουργία.
Παράλληλα το εύφορο λιβάδι αξιοποιήθηκε για γεωργικές καλλιέργειες πατάτας, κριθαριού και σίκαλης.
Η εκμετάλλευση του δάσους της περιοχής υπήρξε ακόμα μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα, δίνοντας το κίνητρο για τη λειτουργία ανθρακοκάμινων και ασβεστοκάμινων.
Στο Ξηρολίβαδο αναπτύχθηκαν και παραδοσιακά επαγγέλματα, όπως του αρτοποιού, του υποδηματοποιού, του σιδερά, του πεταλωτή, του επεξεργαστή δερμάτων κλπ.
Συνάμα λειτουργούσαν και μικρά μαγαζιά προμήθειας διαφόρων ειδών.
Αυτές δε όλες οι δραστηριότητες αναστέλλονταν τους χειμερινούς μήνες όπου οι Ξηρολιβαδιώτες κατέβαιναν στη Βέροια.
Κατά τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκαν οι μοναδικές σχέσεις μεταξύ των Ξηρολιβαδιωτών και δημιουργήθηκαν παραδόσεις που αναβιώνουν και παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Αναστάσιου Βασιάδη
«ΞΗΡΟΛΙΒΑΔΟ ΧΟΥΑΡΑ ΜΟΥΣΙΑΤΑ»
πηγή και περισσότερες φωτογραφίες: facebook.com
