Διασπορά των Βλάχων

Η βλάχικη διάσταση της Ελλάδας την κάνει πιο «πλούσια και ισχυρή» 
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκθεση θα παρουσιαστεί στο Νυμφαίο της Φλώρινας από τις 11 ως τις 20 Αυγούστου. Πρόκειται για την έκθεση φωτογραφιών και χαρτών με θέμα «Η κοινωνική ζωή στα βλαχοχώρια της Μακεδονίας στα 1900», που οργανώνουν το  Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και η Κοινότητα Νυμφαίου. Την έκθεση και τον σχετικό κατάλογο επιμελήθηκε με ιδιαίτερη γνώση και φροντίδα ο ερευνητής και συγγραφέας Αστέριος Κουκούδης.
 

Η ΠαλαιομάνιναΣτα 1840, ύστερα από ληστρικές επιθέσεις Τουρκαλβανών, αναφέρεται πως καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε ο μεγάλος οικισμός των Αρβανιτόβλαχων στο Μπιτσικόπουλο. Τότε το μεγαλύτερο μέρος των οικογενειών που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή του Αλή Πασά, έφυγε για περισσότερη ασφάλεια στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπου συνέχισαν τη νομαδοκτηνοτροφική ζωή, μετακινούμενοι ανάμεσα στα Άγραφα και άλλες ορεινές περιοχές της Ευρυτανίας, αλλά και της Ηπείρου, στο τουρκικό τότε ακόμη έδαφος, και τις χαμηλές περιοχές της Ξηρόμερου-Ακαρνανίας μέχρι τις εκβολές του Αχελώου.
Ο L. Heuzey αναφέρει πως στα 1856 αριθμούσαν συνολικά 800 οικογένειες, (περίπου 4.000 με 5.000 ψυχές) και σχημάτιζαν 12 μεγάλα χειμαδιά, που αριθμούσαν το καθένα από 50 έως 100 οικογένειες.[1]

Οι “Γραμμουστιάνοι” Βλάχοι στα 19001.1. Tο Kουτσοβλαχικό ή Aρωμουνικό ή σωστότερα ίσως το Bλαχικό Zήτημα1 είναι σύμφυτο -σχεδόν υποπροϊόν- του Mακεδονικού Zητήματος. Aν και η ονομασία δεν βρίσκει σύμφωνη τη βιβλιογραφία, ωστόσο υπάρχει ομοφωνία για τη γένεση του προβλήματος: η μελέτη των Bλάχων στα Bαλκάνια έγινε ενδιαφέρουσα από τη στιγμή που η ταυτότητά τους απέκτησε ανταλλάξιμο χαρακτήρα στο τραπέζι των διπλωματικών σχεδίων για την κληρονομιά των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δυστυχώς στα επόμενα χρόνια ο χαρακτήρας αυτός δεν αποβλήθηκε. H σχετική φιλολογία, με λίγες εξαιρέσεις, διατηρεί μέχρι τις μέρες μας ως σαφείς προκείμενές της τις διπλωματικές σχέσεις των βαλκανικών κρατών ή τις πρωτοβουλίες όσων πιστεύουν ότι η ιστορία, η γλωσσολογία και η ανθρωπολογία είναι βολικές θεραπαινίδες των πολιτικών.
Kοινό ζητούμενο της υπεραιωνόβιας αυτής βιβλιογραφίας είναι φυσικά το πρόβλημα της καταγωγής και της προέλευσης των Bλάχων, η διερεύνηση δηλαδή ενός ζητήματος που στο βαλκανικό περίγυρο συνδέεται κατεξοχήν με την τεκμηρίωση των διπλωματικών επιδιώξεων. Στη βιβλιογραφία αυτή περιλαμβάνονται ήδη αρκετές πρωτότυπες ανασκοπήσεις και κριτικές θεωρήσεις.2 Aνάμεσά τους και αυτή του Nicholas Balamaci, που αποδίδει τα αδιέξοδα της περί των Bλάχων βιβλιογραφίας στην εγγενή αδυναμία των ίδιων, ως «παραδοσιακή» ομάδα με ανάλογη νοοτροπία, να συγγράψουν ανεπηρέαστοι από τους περιβάλλοντες εθνικισμούς την ιστορία τους ως ιδεολογικά αδέσμευτοι Bλάχοι.3 

 

Η Μοσχόπολη το 1742 από χαλκογραφία της εποχήςΚατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Μοσχόπολη και οι βλάχικοι οικισμοί της περιοχής της γνώρισαν το απόγειο της ανάπτυξης και της ακμής, αλλά και μία σειρά από αξεπέραστες καταστάσεις που οδήγησαν σε καταστροφές και μαρασμό.
Βέβαια, τα θεμέλια για αυτή την ένδοξη εποχή είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, όταν η Μοσχόπολη ενδυναμώνονταν όχι μόνο πληθυσμιακά, αλλά οικονομικά και πολιτισμικά. Ενδεικτικό αυτής της εξέλιξης είναι το κτίσιμο, γύρω στο 1630, του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου.
Σε κάποιες εργασίες η Μοσχόπολη αναφέρεται πως ήταν τότε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη των Οθωμανικών Βαλκανίων, μετά βέβαια από την Κωνσταντινούπολη. Γεγονός μάλλον απίθανο αν αναλογιστούμε πόλεις όπως τη Θεσσαλονίκη και την Αδριανούπολη.

 

Σελίδα 9 από 12