Διασπορά των Βλάχων

3Είναι γενική παραδοχή της ιστορικής επιστήμης, ότι, με τον γερμανικής προέλευσης ετεροπροσδιοριστικό γενικό εθνογραφικό όρο Βλάχοι, προσδιορίζονται αρχικά οι ρωμαϊκοί πληθυσμοί των ραιτονορικών και καρινθιανών Άλπεων. Εκεί πρωτοεμφανίζεται σε γραπτές πηγές ο όρος ολοένα και πιο τακτικά από τα τέλη του 7ου αι. ως περιγραφικός των λατινόφωνων ρωμαϊκών πληθυσμών διακρίνοντάς τους από τους σύνοικούς τους Βαυαρούς και Σλάβους. Στην ρωμαϊκή Ανατολή, το Βυζάντιο, ο όρος διαδίδεται με τη σλαβική εγκατάσταση κι αφομοίωση στις ελλαδικές επαρχίες της διοίκησης του Ιλλυρικού. Στην ελληνική της μορφή η ονομασία πρωτοεμφανίζεται στο βυζαντινό θέμα Ιταλίας μόλις στα τέλη του 9ου αιώνα. Συγκεκριμένα παραδίδεται σε στρατιωτικούς καταλόγους κι αναφέρεται σε ιππείς στρατιώτες προερχόμενους από το θέμα Ελλάδος (Θεσσαλία/Στερεά) κι υπηρετούντες εκεί τη στρατεία τους. Στις ιστοριογραφικές βυζαντινές πηγές ο όρος εμφανίζεται μόλις τον 11ο αιώνα. Οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμανία, προσδιορίζονται μέχρι τότε με περιγραφικούς όρους, όπως «Ρωμαίοι της πατρώας φωνής» και με τον όρο «Ρωμάνοι» έως τον 10ο αιώνα. Έκτοτε εκλείπουν τόσο η πρώτη περιγραφική όσο κι η δεύτερη ονομασία των λατινόφωνων Ρωμαίων από τις πηγές οι οποίες χρησιμοποιούν τον όρο Βλάχοι με διττό περιεχόμενο.

Το βασικό στέλεχος της "Οργανώσεως Θεσσαλονίκης" γιατρός Δημήριος Κ. Ζάννας με το γιο του Κωνσταντίνο, την κόρη του Ιφιγένεια και το γαμπρό του Αλκιβιάδη Μάλτο, Θεσσαλονίκη 1907  Οι Βλάχοι, δηλαδή οι λατινοφωνήσαντες γηγενείς ελληνικοί πληθυσμοί, πολεμιστές και αξιωματούχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, απετέλεσαν ανέκαθεν ουσιώδη πυρήνα της χριστιανικής Θεσσαλονίκης. Το γεγονός τεκμηριώνει η Ιστορία της. Συνοψίζεται αδρομερώς ως εξής:

1ον Πριν ο Κάσσανδρος την συνενώσει με τα γύρω της πολίσματα και της δώσει το όνομα της συζύγου του και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ονομαζόταν Αλία. Δηλαδή θαλασσινή και αλμυρή. Το πρωτογενές τούτο όνομά της διασώζουμε στη λατινική λαλιά μας μόνον εμείς οι Βλάχοι: την ονομάζουμε Saruna , δηλαδή αλμυρή από τη λέξη sare που σημαίνει αλάτι. Saruna την βρήκαν στα χείλη μας πολύ μεταγενέστερα οι Σλάβοι και την ονομάζουν Σόλουν.

2ον Μετά την Τετάρτη Σταυροφορία, που δήωσε την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσε την πατρώα μας Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 1204, οι Βλάχοι πολιόρκησαν και επεχείρησαν να απελευθερώσουν τη Θεσσαλονίκη από τους Σταυροφόρους το 1207 με επί κεφαλής τον Βλάχο Αυτοκράτορα Ρωμαίων και Βουλγάρων Ιωάννη, τον περίφημο Καλογιάννη ή Σκυλογιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε έξω από τα τείχη της. 

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλοπτώχου Αδελφότητος ΚυριώνΕίναι αλήθεια πως, μέχρι και σήμερα, κυριαρχούν κάποιες ισχυρά στερεότυπες αντιλήψεις περί Βλάχων. Δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που αγνοούν τις πολλαπλές οικονομικές δραστηριότητες και το εύρος της κοινωνικής διαστρωμάτωσής τους και που εξακολουθούν να έχουν την εντύπωση πως οι Βλάχοι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κάποιοι απολίτιστοι νομαδοκτηνοτρόφοι κι ακόμη χειρότερα μια περιθωριακή ομάδα αμφίβολης εθνικής ταυτότητας και δράσης. Με τη σημερινή ευκαιρία, που μας προσφέρει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων, κι έχοντας ως παράδειγμα τη διασύνδεσή τους με τη Θεσσαλονίκη θα καταδειχθεί το άτοπο και άδικο αυτών των αρνητικών συνειρμών. Ο τόσο χαρακτηριστικός ρόλος των Βλάχων ως συνδημιουργοί της αστικής ελληνορθόδοξης κοινότητας της πόλης, από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και μέχρι την απελευθέρωση, έρχεται να αποκαταστήσει, έστω, μερικώς την εικόνα τους και να παρουσιάσει παραγνωρισμένες διαστάσεις της ιστορικής τους ταυτότητας.          

 

Το ΝυμφαίοΤα βλαχοχώρια της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας αναπτύχθηκαν στα ορεινά και τις διαβάσεις της περιοχής ως δορυφόροι ενός οικιστικού συστήματος με αναμφισβήτητο μητροπολιτικό κέντρο την περιοχή στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου. Το Πισοδέρι, το Νυμφαίο (Νέβεσκα) και η Κλεισούρα, αλλά και η Βλάστη (Μπλάτσι), τα Νάματα (Πιπιλίστα) και το Σισάνι, παρά την αμφιλεγόμενη συμμετοχή Βλάχων στην εδραίωσή τους, σχημάτιζαν το βασικό δίκτυο. Υπήρξαν οικισμοί που δέχθηκαν κύματα Βλάχων προσφύγων από τις περιοχές της Μοσχόπολης και του Γράμμου, στα τέλη του 18ου αιώνα, και με τη σειρά τους προώθησαν νέες κινήσεις μετοικεσίας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανέπτυξαν μια κοινωνική και οικονομική ταυτότητα που βασίστηκε κατά πολύ στις μεταφορές, τη βιοτεχνία, το εμπόριο και την περιοδική μετανάστευση σε αναζήτηση επαγγελματικών ευκαιριών. Αρχικά, οι κάτοικοί τους στράφηκαν σε αρκετά μακρινές περιοχές, στο βορρά των Βαλκανίων και μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Αυτή η πληθυσμιακή κινητικότητα έδωσε ευκαιρίες για το σταδιακό σχηματισμό οικογενειακών δικτύων οικονομικής δράσης και επαγγελματικής αλληλοϋποστήριξης. Τόσο οι βίαιες μαζικές μετακινήσεις, όσο και ακόλουθες, ομαδικές, μεταναστευτικές κινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα την εδραίωση και την ανάπτυξη στη γύρω περιοχή μίας σειράς νέων βλάχικων εγκαταστάσεων στα τοπικά διοικητικά, οικονομικά και αστικά κέντρα, ανάμεσα σε δημογραφικά πλειοψηφούντες, αλλόγλωσσους πληθυσμούς.

 

Σελίδα 6 από 12