Featured

Θεσμικές παρεμβάσεις για τη γλωσσική κατάρτιση των νηπίων στα ξενόφωνα νηπιαγωγεία της Ηπείρου

Μαθητές του ρουμάνικου σχολείου Αβδέλλας, 1899. Αδελφοί ΜανάκιαΗ παρούσα έρευνα εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τη γλωσσική κατάρτιση των νηπίων στα ξενόφωνα νηπιαγωγεία κατά την περίοδο του μεσοπολέμου στην περιοχή της Ηπείρου.

Η υπόθεση εργασίας είναι πως στην εκπαιδευτική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων αποτυπώνεται η στενή σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης, γλώσσας και έθνους. Στο συγκεκριμένο άρθρο στα ξενόφωνα νηπιαγωγεία περιλαμβάνονται όσα λειτουργούσαν σε χωριά όπου μιλούσαν την κουτσοβλαχική γλώσσα, κυρίως στο Ζαγόρι, το Μέτσοβο, το Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Απώτερος στόχος της λειτουργίας νηπιαγωγείων στις περιοχές αυτές ήταν η εξουδετέρωση των εκπαιδευτικών διεργασιών της ρουμανικής προπαγάνδας και η γλωσσική αφομοίωση των ξενόφωνων μέσα από την εκπαίδευση. Για την εξέταση της υπόθεσης μελετήθηκαν κατεξοχήν πρωτογενείς αρχειακές πηγές. Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν οι Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων που είχαν συνταχθεί από τους επιθεωρητές δημοτικής εκπαίδευσης, τα πρόσωπα δηλαδή που περιγράφουν, αλλά και διαμορφώνουν την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Τα χρονικά όρια και η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής για τη διερεύνηση των παραπάνω ζητημάτων υπαγορεύτηκαν από τη διαθεσιμότητα των αρχειακών πηγών που εντοπίστηκαν στα τοπικά αρχεία εκπαίδευσης.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ[1]

Η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος των Νέων Χωρών (τμήμα της Ηπείρου, Μακεδονία, Δυτική Θράκη) μετά τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 επηρέασε και την εκπαιδευτική πολιτική. Ένας από τους βασικούς στόχους πλέον αποτελεί η επίτευξη αφομοίωσης ετερόγλωσσων πληθυσμών με διαφορετικά γλωσσικά και πολιτισμικά στοιχεία και η ένταξή τους στον «εθνικό κορμό». Το νηπιαγωγείο αποτέλεσε το βασικό μηχανισμό που εξυπηρέτησε την ανάγκη εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας από τους αλλόφωνους πληθυσμούς που κατοικούσαν στα μέρη αυτά.
Με το παρόν άρθρο επιδιώκουμε να περιγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τις παρεμβάσεις των επιθεωρητών δημοτικής εκπαίδευσης σε ξενόφωνα νηπιαγωγεία της Ηπείρου. Δεδομένου ότι οι επιθεωρητές είχαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των διδακτικών πρακτικών στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη, οι ενέργειές τους επηρέαζαν και διαμόρφωναν τη συμπεριφορά του διδακτικού προσωπικού. Ειδικότερα, εξετάζεται ο λόγος που αρθρώνουν οι επιθεωρητές αναφορικά με τον τρόπο που έπρεπε να γίνει η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τους μαθητές των ξενόφωνων περιοχών, ώστε να εξασφαλιστεί η εθνική ομογενοποίηση.
Τον άρρηκτο δεσμό της γλώσσας με τη συγκρότηση της έννοιας του έθνους είχε επισημάνει ο Ψυχάρης ήδη από το 1888 υποστηρίζοντας ότι «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης» (Ψυχάρης, 1983, σ. 37) [2] . Μέσω της γλωσσικής αφομοίωσης λοιπόν επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η εθνική ομοιογένεια και η εθνική συνοχή. Οι εκπαιδευτικοί έτσι χαρακτηρίζονται «εθνικοί ήρωες», που επιτελούν έργο «εθνικό υψίστης σημασίας», δεδομένου ότι εργάζονταν υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες (Α΄ Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1939-1940, σ. 72). Με βάση την παραπάνω αντίληψη η προσχολική αγωγή στην Ελλάδα συνδέθηκε με την υπηρεσία της συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας και υπήρξε το επίκεντρο της κρατικής πολιτικής ώς τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα (Κυπριανός, 2007, σ. 143-144). Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα οι προσπάθειες αυτές ενισχύονταν και από την τοπική κοινωνία[3] .
Πρέπει να διευκρινίσουμε από την αρχή ότι με τον όρο ξενόφωνα σχολεία, εννοούμε τα σχολεία εκείνα, «μέσα εις τα οποία διδάσκεται η γλώσσα της μεγαλυτέρας ομάδος του κράτους ημών, η ελληνική εις μαθητάς, λαλούντας εις τον οίκον αυτών γλώσσαν διάφορος αυτής». Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονταν τα ελληνικά σχολεία κάποιων αλβανόφωνων χωριών της Βορείου Ηπείρου, τα δημόσια σχολεία κάποιων βλαχόφωνων χωριών της οροσειράς της Πίνδου και σχολεία της Ισραηλιτικής κοινότητας σε διάφορες πόλεις (Καραχρίστος, 1923β , σ. 6).
Σε αντίθεση με τους μαθητές των ξενόφωνων κοινοτήτων στις πόλεις, στα μικρά ξενόφωνα χωριά τα παιδιά δεν άκουγαν την ελληνική γλώσσα στο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον με αποτέλεσμα να γνωρίζουν ελάχιστες ελληνικές λέξεις κατά την είσοδό τους στο σχολείο (Ό.π., σ. 8-9). Η πνευματική και γλωσσική μόρφωση των παιδιών στην ύπαιθρο ήταν σαφώς πιο περιορισμένη σε σύγκριση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Το είδος των ασχολιών των κατοίκων, η απομακρυσμένη θέση, η μικρή επικοινωνία με το κέντρο και οικονομικοί λόγοι αποτελούσαν βασικές αιτίες (Καραχρίστος, 1923α, σ. 11). Οι ξενόγλωσσες οικογένειες δεν μπορούσαν να βοηθήσουν και πολύ το έργο του σχολείου, από τη στιγμή που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στοιχειώδεις προϋποθέσεις, όπως την τακτική αποστολή των μαθητών στο σχολείο, την αγορά των απαραίτητων σχολικών ειδών, τη συμμόρφωση των γονέων στις οδηγίες του δασκάλου και την παρακολούθηση των σχολικών εργασιών (Ό.π., σ. 14).
Τις βασικές αυτές ελλείψεις προσπαθούσε να καλύψει το νηπιαγωγείο, η πολύτιμη προσφορά του οποίου για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους ξενόφωνους είχε αποτελέσει αντικείμενο ειδικής εκπαιδευτικής συνεδρίας του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης το 1907[4] . Ένα έτος αργότερα η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τύπωσε το σύγγραμμα του Ευθύμιου Μπουντώνα, Σχολικά προγράμματα και διδακτικαί οδηγίαι, τ. Α΄: το νηπιαγωγείον των ξενόφωνων ελληνικών κοινοτήτων, εν Αθήναις 1908, με οδηγίες για τη μεθοδική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους ξενόφωνους. Το έργο αυτό αποτέλεσε αξιόλογη απαρχή για τη σύνταξη ξεχωριστού αναλυτικού προγράμματος διδασκαλίας μαθημάτων για τα δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία των ξενόφωνων συνοικισμών. Ο συγγραφέας τους βασίστηκε σε ευρωπαϊκές και κυρίως γαλλικές και γερμανικές εργασίες για τη διδασκαλία των ξενόγλωσσων παιδιών (Ό.π., σ. 16)[5] . Σε επίπεδο νομοθεσίας η αναγκαιότητα της γλωσσικής μόρφωσης των ξενόφωνων πληθυσμών ήταν βασικό θέμα στα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του 1913, τα οποία ωστόσο δεν ψηφίστηκαν (Ηλιού, 1983, σ. 259).
Το ενδιαφέρον της παρούσας εργασίας εστιάζεται σε βλαχόφωνες κοινότητες της Ηπείρου που βρίσκονται στην περιοχή της Πίνδου. Η συγκεκριμένη επιλογή σχετίζεται κυρίως με τη δράση της ρουμανικής προπαγάνδας στο χώρο αυτό[6] . Η έρευνα καλύπτει την περίοδο του μεσοπολέμου και αναφέρεται στα βλαχόφωνα χωριά του Ζαγορίου[7] , του Μετσόβου και των Τζουμέρκων. Πιο συγκεκριμένα, μελετήθηκε αρχειακό υλικό που αφορούσε στη λειτουργία νηπιαγωγείων στις κοινότητες: Τσερνέσι (Ελατοχώρι), Φλαμπουράρι, Γρεβενήτι, Βωβούσα, Λάιστα, Δοβρίνοβο (Ηλιοχώρι), Λεσινίτσα (Βρυσοχώρι), Συρράκο, Παλαιοχώρι Συρράκου, Μέτσοβο[8] , Ανήλιο, Καλαρρύτες, Ματσούκι και Βαθύπεδο (Προσβάλα). Στις περιοχές αυτές υπήρχαν Κουτσόβλαχοι (ελληνόφρονες ή ρουμανίζοντες), οι οποίοι μιλούσαν το κουτσοβλαχικό ιδίωμα και έπρεπε να αφομοιωθούν και να εξελληνιστούν γλωσσικά.
Σύμφωνα με το νόμο 1242 «Περί Δημοτικής Εκπαιδεύσεως», στις Νέες Χώρες προβλεπόταν η ίδρυση νηπιαγωγείων, όπου θα φοιτούσαν νήπια ηλικίας 5 – 7 ετών και θα διδάσκονταν από μία νηπιαγωγό, εφόσον ήταν λιγότερα από 80 ή δύο αν υπερέβαιναν τον αριθμό αυτό. Αν ήταν λιγότερα από 30 η διδασκαλία θα γινόταν σε ξεχωριστό τμήμα του δημοτικού σχολείου, κατά προτίμηση θηλέων (Κυπριανός, 2007, σ. 145). Τα τέκνα των βλαχόφωνων αυτών χωριών πριν από τη φοίτησή τους στο σχολείο μιλούσαν εξολοκλήρου τη βλαχική, γεγονός που εμπόδιζε και βράδυνε τη λειτουργία της πρώτης τάξης. Έτσι, σε βλαχόφωνες κοινότητες που δε λειτουργούσε νηπιαγωγείο, τα παιδιά έρχονταν στο σχολείο αγνοώντας την ελληνική και ο δάσκαλος κατέβαλλε πολλούς κόπους για την εκμάθησή της (11ον (ια΄) Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ., Σχολ. Έτος 1930-1931, σ. 153). Επιπλέον, επειδή οι μαθητές δε γνώριζαν τη γλώσσα ήταν αδύνατο να καταρτισθούν για τη Β΄ τάξη και αναγκαστικά έμεναν δύο έτη στην Α΄ τάξη (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. Σχολ. Έτος 1932-1933, σ. 103).

2. ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ

Η πολιτική προσοχή και η ρουμανική ανάμιξη στο κουτσοβλαχικό ζήτημα δόθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής. Το 1913 η αυτονομία των σχολείων και των εκκλησιών των Κουτσοβλάχων που βρίσκονταν στην Ελλάδα υπήρξε προϊόν των συνεννοήσεων μεταξύ του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Ρουμάνου πρωθυπουργού Μαγιορέσκο κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη του Βουκουρεστίου[9] . Μέσω της ίδρυσης σχολείων απώτερος στόχος ήταν η δημιουργία ρουμανικής κοινότητας (Κουκούδης, 2000, σ. 94). Σύμφωνα με το νόμο 4862/1931 «Περί των ξένων σχολείων» απαγορευόταν η φοίτηση Ελλήνων μαθητών του δημοτικού σχολείου στα ξένα σχολεία. Στην κατηγορία όμως αυτή δεν συμπεριλαμβάνονταν τα ρουμανικά (κουτσοβλαχικά) σχολεία, τα οποία ήταν μειονοτικά και θεωρούνταν ελληνικά εκπαιδευτήρια (Μπουζάκης, 1997, σ. 39-42 και 225).
Ειδική περίπτωση αποτελούσε η περιοχή της Βωβούσας, την οποία στη Ρουμανία θεωρούσαν «ακρόπολη των Κουτσοβλάχων της Πίνδου» και αποτελούσε το επίκεντρο δράσης της ρουμανικής προπαγάνδας της βλαχόφωνης περιφέρειας γύρω από τον Αώο ποταμό (Δίστρατο, Περιβόλι, Αβδέλα), καθώς και των χωριών Μετσόβου και Γρεβενητίου. Στην κοινότητα Βωβούσας λειτουργούσαν ρουμανικά (κουτσοβλαχικά) σχολεία (διτάξιο δημοτικό και μονοτάξιο νηπιαγωγείο), το διδακτικό προσωπικό των οποίων είχε ρουμανική παιδεία, δεδομένου ότι είχε σπουδάσει σε ρουμανικά Διδασκαλεία ή στο ρουμανικό ημιγυμνάσιο Ιωαννίνων (Βιβλίον Πράξεων Εποπτικού Συμβουλίου Ζ. Μ. (29-4-1933–μέχρι 19–12-1937), σ. 417), και δεν ενδιαφερόταν για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας (Έκθεσις περί των αναγκών της Ε.Π.Ζ.Μ., αίτινες χρήζουν αμέσου ικανοποιήσεως, 1935-1936, σ. 3), την οποία αγνοούσε (Βιβλίον 12ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1931- 1932, σ. 149). Επιπρόσθετα, μερίδα των κατοίκων της κοινότητας διακρινόταν για τα φιλορουμανικά τους αισθήματα. Για τους λόγους αυτούς οι επιθεωρητές προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη λειτουργία των ελληνικών εκπαιδευτηρίων. Το σχολικό έτος 1918 – 1919, πάντως, στο συγκεκριμένο ρουμανικό σχολείο φοιτούσαν 30 παιδιά ηλικίας 4 – 14 ετών, ενώ τα ελληνικά σχολεία είχαν υπερδιπλάσιους μαθητές (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919 – 1923, σ. 23β ΄-25α ΄).
Η ίδια προπαγάνδα προσπάθησε να επεκτείνει τη δράση της και στις υπόλοιπες γύρω από τη Βωβούσα βλαχόφωνες κοινότητες. Για μεγαλύτερη μάλιστα επιτυχία παρείχε τα σχολικά χρειώδη δωρεάν, καθώς και χρηματικά βοηθήματα σε άπορες οικογένειες. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται η συντήρηση στα Ιωάννινα οικοτροφείου με λύκειο, όπου εισάγονταν οι απόφοιτοι του σχολείου Βωβούσας και των άλλων ρουμανικών σχολείων. Οι μαθητές εξασφάλιζαν ακόμη δωρεάν στέγη, ύπνο, τροφή, ενδυμασία και υγειονομική περίθαλψη (Αβέρωφ, 1948, σ. 31). Η εκπαιδευτική κινητικότητά τους όμως έχει και συνέχεια, καθώς οι μαθητές αυτοί, χωρίς καμία δαπάνη, φοιτούν στο γυμνάσιο Γρεβενών και Θεσσαλονίκης και από εκεί βρίσκονται στις Πανεπιστημιακές Σχολές του Βουκουρεστίου. Επιπλέον, καταλαμβάνουν δημοσιοϋπαλληλικές και κοινοτικές θέσεις, τόσο στην Ρουμανία όσο και στην Ελλάδα. Επίσης οι δάσκαλοι και η νηπιαγωγός στα ρουμανικά σχολεία της κοινότητας, για να έχει το σχολείο ικανό αριθμό μαθητών, πιέζουν ηθικώς τους συγγενείς τους και άλλους κατοίκους στη Βωβούσα είτε με απειλές είτε με υποσχέσεις να αποστέλλουν τα τέκνα τους στο ρουμανικό σχολείο. Προκειμένου μάλιστα να συντηρηθεί το μειονοτικό σχολείο οι επιθεωρητές καταγγέλλουν πλασματικό αριθμό νηπίων από τους δασκάλους που υπηρετούσαν σε αυτό. Τέλος, η ρουμανική προπαγάνδα προσπαθούσε να πετύχει τις επιδιώξεις της με τη διοργάνωση εορτών και παραστάσεων από τη Βλαχική Αδελφότητα που έδρευε στα Γρεβενά (Βιβλίον Πράξεων Εποπτικού Συμβουλίου Ζ.Μ. 29-4-1933 μέχρι 19–12- 1937, σ. 418 – 419 και Ζ 14 Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Δημοδιδασκάλων των Σχολείων της Ε.Π.Ζ.Μ. 1933-1934, σ. 147-148).
Με την παροχή βοηθημάτων και άλλων οικονομικών ωφελειών η ρουμανική προπαγάνδα επιτύγχανε τη συγκέντρωση αρκετού αριθμού μαθητών και δημιουργούσε μερίδα ρουμανιζόντων. Αξιοσημείωτο είναι ότι το σχολικό έτος 1926-1927, είχε κατορθώσει να ενσωματώσει στους ρουμανίζοντες το 1/3 περίπου των κατοίκων της Βωβούσας. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας κατάστασης έκανε τον επιθεωρητή να κάνει λόγο για ειδική αποστολή των ελληνικών σχολείων, τα οποία επιδιώκουν και εθνική εξυπηρέτηση, προσπαθώντας διαρκώς όχι μόνο να συγκρατήσουν με κάθε μέσο τους μαθητές που φοιτούν σε αυτά, αλλά και να πετύχουν την απόσπαση όσων φοιτούσαν στο ρουμανικό σχολείο, εξουδετερώνοντας έτσι τις διεργασίες κάθε αντεθνικής προπαγάνδας (Ε΄. Βιβλίον Εκθέσεων Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1926-1927, σ. 21). Στη Βωβούσα, για παράδειγμα, ουσιαστικά εναπόθετε τις ελπίδες του για την αναστολή ή και την ολοκληρωτική εξουδετέρωση της ρουμανικής προπαγάνδας στην εργασία και την ικανότητα του δασκάλου και της νηπιαγωγού, οι οποίοι μερικές φορές πετύχαιναν την εγγραφή μαθητών από το ρουμανικό στο ελληνικό σχολείο (Ζ 15. Εθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1936-1937, σ. 115- 116 και 118).
Με βάση την παραπάνω λογική, σε κάποιες περιπτώσεις ελληνικά νηπιαγωγεία λειτουργούσαν μολονότι δε συγκέντρωναν το νόμιμο αριθμό μαθητών (Βιβλίον Πράξεων Εποπτικού Συμβουλίου Ζ.Μ. 29-4- 1933 μέχρι 19–12-1937, σ. 401). Ακόμα και όταν η λειτουργία των ελληνικών εκπαιδευτηρίων ήταν ανώμαλη, τα άρρενα νήπια φοιτούσαν στο δημοτικό σχολείο αρρένων και τα θήλεα στο δημοτικό σχολείο θηλέων, όπου διδάσκονταν μαζί με την Α΄ τάξη τις λεκτικές ασκήσεις και τα υπόλοιπα συμπληρωματικά μαθήματα (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων της Ε.Π.Ζ.Μ. 1924-25, σ. 61 – 62). Αλλά και όταν το δημοτικό σχολείο είχε παρόμοια προβλήματα ή ο αριθμός των μαθητών ήταν μικρός, ο επιθεωρητής ανέθετε στη νηπιαγωγό τη διδασκαλία των παιδιών της Α΄ τάξης (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1919 – 1923, σ. 76β΄ και Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1923 - 1924, σ. 87). Για να πετύχουν τη γλωσσική αφομοίωση, οι νηπιαγωγοί μερικές φορές απαγόρευαν στα νήπια να χρησιμοποιούν ως μητρική τους γλώσσα την κουτσοβλαχική και τα υποχρέωναν να συνδιαλέγονται στο σχολείο «ελληνιστί» (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 113).
Οι επιθεωρητές με τις ενέργειες και τις προτάσεις τους υποστήριζαν την ανάγκη ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας για τους ξενόφωνους συνοικισμούς. Ειδικά για τη Βωβούσα επικεντρώνονταν στην ανέγερση κατάλληλου διδακτηρίου στο οποίο θα στεγαζόταν και το διτάξιο νηπιαγωγείο. Σε αυτές τις προσπάθειες θεωρούνταν αναγκαία η αρωγή της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου και του Νηπιακού Επιμελητηρίου Μελά (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919-1923, σ. 24α ΄). Για να είναι όμως αποτελεσματικότερη η καταπολέμηση της προπαγάνδας ήταν απαραίτητη η διάθεση χρημάτων σε μορφωμένους δασκάλους που υπηρετούσαν στα ξενόφωνα μέρη, αλλά και στη Σχολική Εφορεία με σκοπό την αγορά βιβλίων, σχολικών ειδών, ενδυμάτων, υποδημάτων και βοηθημάτων στις άπορες οικογένειες. Χρήσιμη επίσης κρινόταν η ίδρυση οικοτροφείου στο Γρεβενήτι, όπου λειτουργούσε και ελληνικό ημιγυμνάσιο, στο οποίο να διαιτώνται 10-15 από τους καλύτερους μαθητές, οι οποίοι θα κατάγονται από τα ξενόφωνα χωριά Βωβούσας, Ελατοχωρίου, Φλαμπουραρίου, Γρεβενητίου και θα φοιτούν στο εκεί ημιγυμνάσιο. Η δαπάνη του οικοτροφείου θα καλυπτόταν από τις παραπάνω κοινότητες και από μικρή κρατική αρωγή. Καταλήγοντας, ο επιθεωρητής πρότεινε την κρατική προστασία και τη συνέχιση της φοίτησης στο Γυμνάσιο Ιωαννίνων για όσους αποφοίτους του συγκεκριμένου ημιγυμνασίου κατάγονταν από τη Βωβούσα, εφόσον ήταν καλοί μαθητές.
Μία άλλη πρόταση αφορούσε στη φροντίδα για την εισαγωγή δύο νέων από τη Βωβούσα στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και δύο νεανίδων στο Διδασκαλείο Νηπιαγωγών, ώστε να παραχθεί διδακτικό προσωπικό το οποίο θα αξιοποιηθεί ως αντίρροπο της δράσης των ρουμανοδιδασκάλων. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του επιθεωρητή, ο μεγαλύτερος αριθμός όσων φοιτούσαν στο ρουμανικό σχολείο ήταν συγγενείς και φίλοι των ρουμανοδιδασκάλων στη Βωβούσα. Αν όμως οι δάσκαλοι ήταν ντόπιοι και είχαν ελληνική παιδεία, θα ελαττωνόταν στο ελάχιστο ο αριθμός των μαθητών του ρουμανικού σχολείου, καθώς θα επιδρούσαν και αυτοί στους οικείους τους. Επιπλέον, θα υπήρχε μόνιμο προσωπικό το οποίο θα γνώριζε καλά τα τοπικά προβλήματα. Εξάλλου, και σε άλλα βλαχόφωνα χωριά της περιφέρειας που υπηρετούσαν γηγενείς δάσκαλοι, είχε παρατηρηθεί η περιφρόνηση προς τη βλάχικη γλώσσα και η αγάπη των νέων προς την ελληνική. Εκτός όμως από τα ήπια αυτά μέτρα, προτάθηκαν και πιο αυστηρά, όπως η συστηματική παρακολούθηση από τα όργανα της τάξης των ρουμανοδιδασκάλων Βωβούσας και άλλων ρουμανικών σχολείων, επειδή οι δάσκαλοι ήταν αυτοί που κυρίως ενεργούσαν την προπαγάνδα υπέρ των ρουμανικών σχολείων (Βιβλίον Πράξεων Εποπτικού Συμβουλίου Ζ.Μ. 29-4- 1933 μέχρι 19–12-1937, σ. 420 – 421). Κοινός παρανομαστής πάντως όλων των προτάσεων, παρόλο που αυτές δεν υλοποιούνταν, ήταν η ενίσχυση της γλώσσας μέσω του σχολείου, η ελάττωση των ξενοφώνων και η επίρρωση του εθνικού φρονήματος[10] .
Αποσκοπώντας πρωτίστως στην κάλυψη των κενών, οι εκπαιδευτικοί νόμοι της περιόδου παρείχαν κίνητρα στους δασκάλους να υπηρετήσουν στα ξενόφωνα χωριά, χωρίς να δείχνουν παράλληλα ενδιαφέρον για την κατάρτιση των καταλληλότερων εκπαιδευτικών που θα υπηρετούσαν στις περιοχές αυτές. Με το νόμο 1386/1919, για παράδειγμα, οι εκπαιδευτικοί που θα υπηρετούσαν στα ξενόφωνα μέρη της Μακεδονίας και της Ηπείρου λάμβαναν πέραν του μισθού τους και επίδομα 30 – 50 δραχμές[11] , το οποίο όμως περικόπηκε με το μεταγενέστερο νόμο 1562. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τους επιθεωρητές να εκλιπαρούν για ικανούς δασκάλους, καθώς αυτοί προτιμούσαν τα σχολεία των ελληνόφωνων κοινοτήτων. Οι επιθεωρητές διαπίστωναν ότι δεν είχαν πολλά μέσα να πολεμήσουν τη ρουμανική προπαγάνδα, ενώ το μειωμένο κρατικό ενδιαφέρον τους έκανε να αισθάνονται ότι διεξήγαν μόνοι τους τον αγώνα. Ενδεικτικά είναι τα λόγια ενός επιθεωρητή: «εάν είχον και την, ως ανωτέρω είπον, αρωγήν του Κράτους είμαι βέβαιος ότι μετά τριετίαν θα επετύγχανον τον εξ ατροφίας θάνατον του Ρουμαν. σχολείου Βωβούσης, οπότε εις ουδεμίαν των εν τη περιφέρειά μου Κουτσοβλαχικών κοινοτήτων θα υφίστατο εστία Ρουμανικού μιάσματος» (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919-1923, σ. 24β ΄).
Τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν είχαν ληφθεί σοβαρές αποφάσεις και μέτρα για το συστηματικό παραμερισμό της κουτσοβλαχικής διαλέκτου, η οποία μιλιόνταν σε ευρύτατη κλίμακα εκφράζει και ο επιθεωρητής Ευριπίδης Κωνσταντόπουλος. Το χειρότερο βέβαια για τον ίδιο ήταν ότι την κουτσοβλαχική την μιλούσαν και πολλοί δάσκαλοι γενικότερα στις οικίες τους και με τους συγγενείς τους. Ο δάσκαλος όμως έπρεπε να αποτελεί πρότυπο και είχε υποχρέωση παντού και πάντοτε να προπαγανδίζει την ομιλία της ελληνικής γλώσσας. Ο επιθεωρητής θεωρούσε λανθασμένη την πρακτική να τοποθετούνται στα ξενόφωνα σχολεία βλαχόφωνοι εκπαιδευτικοί. Το μέτρο αυτό υπήρξε επιβλαβές, γιατί οι δάσκαλοι αυτοί έδιναν έμφαση στη μητρική τους γλώσσα και δεν πέτυχαν τίποτε από γλωσσική άποψη για τη βελτίωση των κατοίκων και των νέων. Αντίθετα, όπου υπηρετούσαν ελληνόφωνοι δάσκαλοι εστίαζαν περισσότερο την προσοχή τους στην ελληνική γλώσσα, την οποία και προπαγάνδιζαν στους κατοίκους, με αποτέλεσμα το γλωσσικό αίσθημα των μαθητών στην ελληνική να είναι περισσότερο ανεπτυγμένο (Έκθεσις περί της εκπαιδευτικής εν γένει καταστάσεως της Ε.Π.Ζ.Μ. 1938 – 1939, σ. 16). Οι απόψεις αυτές του επιθεωρητή ήταν σύστοιχες με το πνεύμα της νομοθεσίας της μεταξικής περιόδου και συγκεκριμένα με τον Αναγκαστικό Νόμο 818/1937, ο οποίος προέβλεπε ελληνική ιθαγένεια του διδάσκοντος προσωπικού (άρθρο 5) και γνώση της ελληνικής γλώσσας για όσους δίδασκαν στα μειονοτικά σχολεία (άρθρο 7) [12] .
Συνεχίζοντας τις κρίσεις του ο επιθεωρητής υποστηρίζει ότι το ζήτημα της κουτσοβλαχικής ήταν σοβαρό και δεν έπρεπε να οδηγήσει τους υπεύθυνους σε εφησυχασμό, επειδή οι κάτοικοι είχαν συνείδηση της ελληνικής τους καταγωγής και ελληνικά αισθήματα. Κι αυτό γιατί οι ξένες προπαγάνδες πάντα εποφθαλμιούσαν να διαφθείρουν τις ελληνικές συνειδήσεις με οικονομικά ανταλλάγματα, τα οποία προσέφεραν, παρασύροντας έτσι πολλούς μαθητές στα σχολεία τους. Ειδικότερα, έπρεπε να υπάρξει φροντίδα να ξεριζωθεί η «αναιδής» ρουμανική προπαγάνδα, «ήτις εντός του οίκου μας και προ των οφθαλμών μας και εν γνώσει μας φροντίζει να πείση τους βλαχοφώνους πληθυσμούς της Πίνδου οι οποίοι έζησαν και ηγωνίσθησαν και εθυσιάσθησαν διά την ελληνικήν ιδέαν ότι είναι Ρουμούνοι». Η ρητορική γίνεται πιο οξεία κατά τη μεταξική περίοδο, καθώς η εξουδετέρωση της προπαγάνδας συνδέεται με την εξασφάλιση απόλυτης ομοιογένειας του λαού, την ισχύ, τη λαϊκή ενότητα και τη δημιουργία γνήσιου ελληνικού πολιτισμού. Αντίθετα, η ανομοιογένεια και η ανοχή πνεύματος διαλύει την εσωτερική συμφιλίωση του λαού, δημιουργεί αδυναμία, κακοδαιμονία, κολόβωση της εθνικής υπερηφάνειας και κινδύνους για την ειρήνη. Βέβαια, οι υπερεθνικιστικές αυτές θέσεις του επιθεωρητή έχουν σχέση και με τις προπαγανδιστικές επιστολές που είχαν αποσταλεί την εποχή αυτή στο Μέτσοβο και αποκαλούσαν «χαμένους αδελφούς» τους κατοίκους της Πίνδου. Δε διστάζει να στηλιτεύσει πάντως το ψεύδος στο οποίο στηριζόταν μέχρι τότε η διπλωματία, την εφεκτικότητα και τις συμβιβαστικές λύσεις, όσον αφορά τον κανονισμό των εσωτερικών ζητημάτων των λαών, αδυναμίες που αποτέλεσαν το χειρότερο όπλο για την εσωτερική τάξη και ησυχία των λαών και για την εξωτερική τους αξιοπρέπεια και δύναμη.
Η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος των ξενόγλωσσων απαιτούσε την ενεργοποίηση της κρατικής μέριμνας με πρόγραμμα διάρκειας για την ολοκληρωτική επιβολή της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεσματικό μέτρο θεωρείται η ίδρυση οικοτροφείων αρρένων και θηλέων στα οποία θα φοιτούν νέοι και νέες από το 7ο μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας τους. Σε ένα τέτοιο ιδρυματικό πλαίσιο θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους, θα αποκτήσουν ειδική επαγγελματική μόρφωση και επιπλέον θα γίνουν κάτοχοι του ελληνικού πολιτισμού. Η διάθεση χρημάτων προς τον σκοπό αυτό δίνει στον επιθεωρητή τη βεβαιότητα ότι μετά την παρέλευση μιας γενεάς θα εξασφαλισθεί εξ ολοκλήρου η ομοιογένεια της χώρας (Έκθεσις περί της εκπαιδευτικής εν γένει καταστάσεως της Ε.Π.Ζ.Μ. 1938 – 1939, σ. 15-17).

3. ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ

Η ενδοσχολική και η εξωσχολική εργασία των νηπιαγωγών αποτελούσε βασικό σημείο της αξιολόγησής τους. Θετικό στοιχείο καλής δουλειάς στο νηπιαγωγείο ήταν η ικανότητα των νηπίων να εκφράζονται στα ελληνικά με ευχέρεια και με ολόκληρες προτάσεις (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919 – 1923, σ. 19 και 26). Ο γλωσσικός σκοπός εκπληρωνόταν ικανοποιητικά, εφόσον η απαγγελία ήταν φυσική, ζωηρή, με ανάλογο χρωματισμό και καλή άρθρωση, τα νήπια μπορούσαν να διηγηθούν μικρές ιστορίες και παραμύθια με φυσικότητα, παραστατικά, συνεχώς και όχι διακοπτόμενα, το λεκτικό ήταν καλλιεργημένο, οι απαντήσεις ορθές (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 102 – 103), ενώ παράλληλα είχαν την ικανότητα ονομάζουν και να χειρίζονται με ευχέρεια τα φρεβελιανά παίγνια (11ον (ια΄) Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ. 1930- 1931, σ. 119).
Πρωταρχικό βέβαια κριτήριο των επιθεωρητών, για να κριθούν τα αποτελέσματα της εργασίας θετικά, ήταν η χρήση της ελληνικής ως μητρικής γλώσσας και εκτός σχολείου (Β΄. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Δημοτ. Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1923 – 1924, σ. 17, 1924-25, σ. 50 και 72), καθώς και η σταδιακή εξάλειψη του κουτσοβλαχικού ιδιώματος (Β΄. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1923 – 1924, σ. 77). Στον τομέα της εξωσχολικής εργασίας η επιτυχία της νηπιαγωγού κρινόταν από την εκπολιτιστική και εθνωφελή δραστηριότητά της στις γυναίκες των βλαχόφωνων κοινοτήτων (Α΄ Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1939-1940, σ. 68). Το κύριο μέλημα ήταν να εμπνεύσει την αγάπη προς την ελληνική πατρίδα και την ελληνική γλώσσα (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919- 1923, σ. 64α ΄). Γι’ αυτό έπρεπε να έρχεται σε επαφή με τις οικογένειες και ιδίως τις γυναίκες και τα μεγαλύτερα κορίτσια, ώστε να επιδράσει μορφωτικά, να διαφωτίσει με το παράδειγμα και τις οδηγίες της (Βιβλίον 12ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1931-1932, σ. 158 και 6ον. Βιβλίον Εκθέσεων Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ι. 1927-1928, σ. 226), να προσελκύσει την αγάπη και να συμβάλλει στην τακτική φοίτηση των νηπίων, να κερδίσει την εκτίμηση των κατοίκων και να βελτιώσει τις οικογενειακές συνθήκες αναφορικά με την οικοκυρική, την καθαριότητα και τη γλώσσα (Η΄. Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ. από 4 Απριλίου 1929-15 Ιουνίου 1929, σ. 61 και Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 103).
Η γλωσσική εκπαίδευση των ξενόφωνων αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης για τους παιδαγωγούς της εποχής και κυκλοφόρησαν έντυπα, που υποστήριζαν τη μεθοδική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στους ξενόφωνους. Οι επιθεωρητές πρότειναν στις νηπιαγωγούς την αυτομόρφωση, την αγορά δηλαδή συγκεκριμένων βιβλίων, τα οποία σε επόμενες επιθεωρήσεις εξέταζαν όχι μόνο αν είχαν αγοραστεί, αλλά και αν είχαν μελετηθεί και εφαρμοστεί στα νήπια (Ζ΄. Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ. από Νοεμβρίου 1927-τέλους Μαρτίου 1929, σ. 70). Ένα από τα βιβλία που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν και αρκετά συχνά συνιστούσαν στις νηπιαγωγούς να προμηθευτούν για την κατ’ ιδίαν μελέτη ήταν το σύγγραμμα του Ηλία Γερακόπουλου, Συγκριτική ψυχολογική ανάλυσις μεθόδων γλωσσικής διδασκαλίας εις ξενοφώνους και σύστημα διδασκαλίας της νεοελληνικής εις ξενοφώνους μαθητάς. Το πρακτικό μέρος του συγκεκριμένου εντύπου περιείχε 56 μαθήματα προφορικής γλωσσικής διδασκαλίας για παιδιά της Α΄ δημοτικού και είχε στόχο τη γλωσσική αφομοίωση των μαθητών σύμφωνα με τη γλώσσα της αυθόρμητης επικοινωνίας, δηλαδή την κοινή νεοελληνική[13] . Το βασικό στοιχείο αποτελούσαν οι γλωσσικές ασκήσεις και κυρίως η καλλιέργεια του προφορικού λόγου, που αποτελεί τη φυσική βάση κάθε γλώσσας.
Το παραπάνω έργο ήταν σίγουρα χρήσιμο στις νηπιαγωγούς, οι οποίες συχνά δίδασκαν και στην πρώτη τάξη του δημοτικού. Οι εκπαιδευτικοί όμως αναγκάζονταν να αυτοσχεδιάζουν, δεδομένου ότι την περίοδο αυτή δεν υπήρχε ακόμη ξεχωριστό αναλυτικό πρόγραμμα, ούτε αναγνωστικά βιβλία ούτε δάσκαλοι ειδικά προετοιμασμένοι για το έργο της διδασκαλίας σε ξενόφωνα σχολεία (Καραχρίστος, 1923α, σ. 6-7). Οι ανάγκες καλύπτονταν από τα κρατικά Διδασκαλεία Νηπιαγωγών που ιδρύθηκαν το 1914, μεταξύ των οποίων και στα Ιωάννινα[14] . Σε θεσμικό επίπεδο μέχρι το 1962 ίσχυε το φρεβελιανό αναλυτικό πρόγραμμα, το οποίο είχε εισαχθεί με υπουργικό διάταγμα το 1896. Βασικός σκοπός ήταν η απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι και η εκμάθηση της γλώσσας. Ούτε στο νόμο 4327 του 1929 υπήρχε πρόβλεψη για τη δημιουργία πλαισίου και αναλυτικού προγράμματος, παρά το γεγονός ότι αναγνώριζε τη σημασία του παιχνιδιού για τη σωματική και πνευματική εξέλιξη των νηπίων (Κυπριανός, 2007, σ. 209).
Σε τοπικό επίπεδο πάντως οι επιθεωρητές προσπαθούσαν να αντισταθμίσουν τις παραπάνω ελλείψεις με τη διοργάνωση τοπικών συνεδρίων, για τα οποία απαιτούσαν την απαρέγκλιτη εφαρμογή όσων είχαν συζητηθεί (Βιβλίον 12ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Ε.Π.Ζ.Μ. 1931-1932, σ. 5 και Γενική Έκθεση Ε.Π.Ζ.Μ. 1933-1934, σ. 20). Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στην εκπλήρωση του βασικού σκοπού των νηπιαγωγείων στα ξενόφωνα μέρη, δηλαδή στην εκμάθηση της ελληνικής. Στην κατεύθυνση αυτή αξίζει να εξεταστούν και οι υποδείξεις που έκαναν στις νηπιαγωγούς. Επειδή τις περισσότερες φορές τα νήπια προέρχονταν από οικογένειες που αγνοούσαν εντελώς την ελληνική γλώσσα, ήταν λογικό το λεξιλόγιό τους να είναι φτωχό, υστέρηση που έπρεπε να καλυφθεί με τη συστηματική διδασκαλία.
Η επιθυμητή διδακτική πορεία των γλωσσικών ασκήσεων απαιτούσε την εποπτική μέθοδο, στην οποία υπήρχε άμεση επαφή με τα πράγματα και συσχέτιση με την καθημερινή ζωή των παιδιών. Με τον τρόπο αυτό ασκούνταν οι αισθήσεις των μαθητών και αποκτούσαν ευχέρεια στην έκφραση. Εξάλλου, οι παιδαγωγικές αντιλήψεις της εποχής υπαγόρευαν ότι το επίπεδο της διδασκαλίας έπρεπε να ανταποκρίνεται στην πνευματική κατάσταση των μαθητών της ηλικίας μέχρι δέκα ετών, η οποία έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα την περιορισμένη αντίληψη και την αδυναμία για κατανόηση οποιωνδήποτε σχέσεων (Καραχρίστος, 1923β, σ. 96). Έμφαση δινόταν στην αβίαστη εκμάθηση της γλώσσας και στην εφαρμογή της στον προφορικό λόγο μέσα από φυσικές δραστηριότητες, όπως διδακτικούς περιπάτους και παιχνίδια που τα νήπια έπαιζαν στα διαλείμματα (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919 – 1923, σ. 64α ΄ και 76β΄). Ιδιαίτερα βοηθητικά επίσης για τις προασκήσεις της Α΄ τάξης και την άσκηση των νηπίων ήταν τα φρεβελιανά παίγνια και τα αντικείμενα άσκησης της Μοντεσσόρι, που έπρεπε να υπάρχουν σε κάθε νηπιαγωγείο, ώστε η διδασκαλία να μην περιορίζεται στα λόγια. Στόχος ήταν να καλλιεργηθεί η γλώσσα με τη χρήση πραγματικών αντικειμένων, να παρακολουθούν όλα τα νήπια και να αίρονται οι γλωσσικές τους δυσχέρειες[15] .
Οι επιθεωρητές συνιστούσαν ακόμη τη διδασκαλία λεκτικών ασκήσεων και πραγματογνωσίας με θέματα που είχαν ως μέσο έμπνευσης το φυσικό περιβάλλον. Η φύση μπορούσε να αποτελέσει πλούσια πηγή από την οποία έπρεπε οι νηπιαγωγοί να λαμβάνουν ύλη που ήταν στα ενδιαφέροντα των νηπίων και προκρινόταν ως λύση σαφώς καλύτερη από την τυφλή παρακολούθηση υποδειγμάτων και βιβλίων με νεκρό περιεχόμενο (9ον. ([Βιβλίον Εθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ.] 1929-1930, σ. 4). Πέρα από τις συστάσεις όμως γίνονταν και δριμείες παρατηρήσεις στις νηπιαγωγούς που δε συμμορφώνονταν με τις οδηγίες. Ενδεικτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από έκθεση του επιθεωρητή: «επειδή λοιπόν σπανίως αντικρύζουν τα νήπια την ζωήν, την φύσιν υπό την οδηγίαν των νηπιαγωγών των ελάχιστα πράγματα εξ αυτής γνωρίζουν. Μη κατανοήσασαι αι νηπιαγωγοί πως καλλιεργείται η γλώσσα των παιδιών και η ψυχή των, ιχνογραφούν εις τον πίνακα διάφορες σκηνές (λ.χ. ψάρια μέσα σε θάλασσα κλπ.!!!) και με αυτά κάνουν λεκτικάς ασκήσεις. Ωσάν η έξω ζωή, το περιβάλλον του παιδιού να μην παρουσίαζε τίποτε το αξιοδίδακτον ή το συντελεστικόν εις την γλωσσικήν άσκησιν των νηπίων» (11ον (ια΄) Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ. 1930-1931, σ. 143). Είναι προφανές ότι οι απόψεις αυτές συνδέονται με τη διάδοση των αρχών του Σχολείου Εργασίας την εποχή αυτή, οι οποίες φέρνουν στο επίκεντρο την αυτενέργεια, τη βιωματική μάθηση και τη σημασία που έχει ο κοινωνικός κόσμος και η εμπειρία του παιδιού.
Άλλος τρόπος μεθοδικής διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας που υιοθετούσαν οι επιθεωρητές ήταν η χρήση της ευθείας μεθόδου (9ον. [Βιβλίον Εθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ.] 1929- 1930, σ. 11), την οποία δίδασκαν υποδειγματικά, καθώς θεωρούνταν ως η μόνη ενδεδειγμένη για τα ξενόφωνα νήπια (Βιβλίον 12ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1931- 1932, σ. 144), εφόσον συνδυαζόταν με την αυτενέργεια των μαθητών και με τη χρήση όσο το δυνατόν περισσότερων ασμάτων. Πρόκειται για τη μέθοδο που είχε εισαγάγει για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών ο διευθυντής του Προτύπου πρακτικού Γυμνασίου της Φραγκφούρτης Max Walter και έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα από την αρχή στη φωνητική της ξένης γλώσσας, στην ορθή προφορά των φθόγγων και στον ορθό τονισμό των λέξεων και των προτάσεων που προέρχονται από αυτές (Καραχρίστος, 1923β, σ. 99 – 101).
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων ο επιθεωρητής δίδασκε υποδειγματικά το μάθημα των λεκτικών ασκήσεων και παρείχε οδηγίες πρακτικού χαρακτήρα για τη μεθοδική διδασκαλία διαφόρων μαθημάτων, τα οποία βοηθούσαν τη γλωσσική έκφραση: ανάγνωση, διήγηση, πραγματογνωσία, ποίημα, ωδική, παιχνίδι. Υποδείκνυε επιπλέον τη διδασκαλία μύθων και χειροτεχνίας, τον τρόπο της παραστατικής και ζωηρής διήγησης και της φυσικής απαγγελίας. Όπου η νηπιαγωγός δίδασκε και την Α΄ τάξη, παρείχε επίσης συμπληρωματικές οδηγίες για τη διδασκαλία της πρώτης ανάγνωσης. Οι επισημάνσεις αφορούσαν ακόμη στην αποφυγή ακατάληπτων εκφράσεων (Ε΄. Βιβλίον Εκθέσεων Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1926-1927, σ. 20) και στην υιοθέτηση ενός τρόπου διδασκαλίας που να ανταποκρίνεται στο γλωσσικό επίπεδο των παιδιών (9ον. [Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ.] 1929-1930, σ. 7). Όταν τα αποτελέσματα της εργασίας της νηπιαγωγού, κυρίως στο γλωσσικό τομέα, δεν ήταν ικανοποιητικά, ακολουθούσε απολογία και αυστηρός έλεγχος (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 141).
Πάντα όμως υπήρχαν εμπόδια για την καλύτερη γλωσσική εξέλιξη των νηπίων και την εφαρμογή των υποδείξεων των επιθεωρητών στην εκπαιδευτική πράξη. Βασική προϋπόθεση αποτελούσε η εξασφάλιση της τακτικής φοίτησης των νηπίων, η οποία συχνά γινόταν εκ περιτροπής είτε λόγω των μακρινών αποστάσεων του νηπιαγωγείου από τον τόπο διαμονής τους είτε επειδή απασχολούνταν σε οικιακές εργασίες, όπως το φύλαγμα ζώων (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919 – 1923, σ. 19 – 20). Το πρόβλημα μάλιστα γινόταν ακόμη πιο οξύ για την κανονική λειτουργία των νηπιαγωγείων από το πλήθος των νηπίων που αναγκαζόταν να αναλάβει μία νηπιαγωγός, την έλλειψη επαρκών μέσων και της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 175 – 176), παρά τις προσπάθειες των επιθεωρητών να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τα στοιχειώδη που θα διευκόλυναν τη σχολική φοίτηση (σχολικά έπιπλα, διδακτήρια, εποπτικά μέσα).
Άλλη μία ιδιαιτερότητα της περιοχής ήταν η λειτουργία θερινών σχολείων και οι χειμερινές διακοπές των μαθημάτων. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν τα χωριά Καλαρρύτες και Συρράκο, των οποίων οι κάτοικοι το χειμώνα μετέβαιναν με τις οικογένειές τους σε χαμηλότερα και θερμότερα μέρη (8ον. Βιβλίον Εκθέσεων Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ι. 1929-30, σ. 473). Στα συγκεκριμένα νηπιαγωγεία τα νήπια φοιτούσαν μόνο τέσσερις ή πέντε μήνες (Ιούνιος – Οκτώβριος), καθώς στα μέρη που διαχείμαζαν, παρά τις συστάσεις του επιθεωρητή, ελάχιστα πήγαιναν στο σχολείο[16] . Από την ανώμαλη λειτουργία του νηπιαγωγείου φυσικό ήταν τα παιδιά αυτά, τέκνα κτηνοτρόφων τα περισσότερα και ανθρώπων που δεν είχαν μόνιμη κατοικία, να παρουσιάζουν ελλιπή γλωσσική κατάρτιση (Βιβλίον 13ον. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1932-1933, σ. 174). Όσα επομένως μάθαιναν κατά τη σύντομη παραμονή τους στο χωριό, τα λησμονούσαν μέχρι το επόμενο θέρος, επειδή στο διάστημα της απουσίας τους μιλούσαν μόνο την κουτσοβλαχική. Έτσι, παρά τη φιλότιμη και ευσυνείδητη εργασία των νηπιαγωγών, δεν μπορούσε να επιτευχθεί πλήρως ο σκοπός του νηπιαγωγείου και διαπιστώνονταν περιπτώσεις κατά τις οποίες μαθητές 7 και 9 ετών αγνοούσαν την ελληνική και δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν το δημοτικό σχολείο (Ζ 15. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1936-1937, σ. 206).

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το ζήτημα της ίδρυσης νηπιαγωγείων την περίοδο που εξετάζουμε δεν αποτελούσε προτεραιότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής, η οποία επικεντρωνόταν στο δημοτικό σχολείο. Η περιθωριοποίηση της προσχολικής αγωγής συνδέεται με την πολιτική οξύτητα της εποχής, την οικονομική στενότητα και τις σοβαρές συνέπειες από τη μικρασιατική καταστροφή (Κυπριανός, 2007, σ. 145). Η λειτουργία νηπιαγωγείων περιοριζόταν στα ξενόφωνα μέρη, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ανάγκη γλωσσικής μόρφωσης και το κυρίαρχο αφομοιωτικό πνεύμα της εποχής. Το σχολικό έτος 1926 – 1927 λειτουργούσαν στις Νέες Χώρες 359 νηπιαγωγεία στα οποία ήταν εγγεγραμμένα το 5 % περίπου των νηπίων (ό.π., σ. 146). Η γενίκευσή τους στην περιοχή της Ηπείρου τουλάχιστον δεν επιτεύχθηκε ούτε μετά τις διακηρύξεις των εισηγητών της μεταρρύθμισης του 1929 για αποσύνδεση του νηπιαγωγείου από τον παραπάνω σκοπό (Μπουζάκης, 1994, σ. 237).
Το νηπιαγωγείο χρησιμοποιήθηκε ως βασικός μηχανισμός της πολιτικής για τη γλωσσική αφομοίωση των ξενόφωνων και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας. Οι επιθεωρητές με τις προτάσεις που διατύπωναν προσπαθούσαν να στρέψουν το κρατικό ενδιαφέρον στην καταπολέμηση των ρουμανικών προπαγανδιστικών παρεμβάσεων, οι οποίες δεν περιορίζονταν στη Βωβούσα, αλλά εκτείνονταν και στους άλλους βλαχόφωνους συνοικισμούς με πολύ φτωχά όμως αποτελέσματα. Οι στρατηγικές που υιοθετούσαν και οι μέθοδοι που εφάρμοζαν για την υποχώρηση της κουτσοβλαχικής είχαν γενικά ήπιο χαρακτήρα. Ο τρόπος βέβαια που αντιλαμβάνονταν και διαχειρίζονταν τα εκπαιδευτικά προβλήματα των ξενόφωνων, καθώς και οι προτάσεις τους επηρεάζονταν από την προσωπική τους παιδεία, την ιδεολογία τους, αλλά και την ιδεολογική θεώρηση της εκάστοτε κυβερνητικής παράταξης (Ηλιάδου-Τάχου, 2006, σ. 145).
Οι επιθεωρητές αντιστέκονταν στον προσηλυτισμό της ρουμανικής προπαγάνδας και προσπαθούσαν να μην ακυρωθεί το έργο του σχολείου και επανέλθουν τα παιδιά σε οικείες γλωσσικές παραστάσεις. Ενθάρρυναν τους εκπαιδευτικούς να επεκτείνουν τη δράση τους και εκτός σχολικής τάξης. Η νηπιαγωγός αρχικά και ο δάσκαλος αργότερα αποτελούσε το επίκεντρο για τη βελτίωση της γλωσσικής διδασκαλίας των ξενόφωνων. Είχαν επομένως έναν προπαγανδιστικό ρόλο στις κοινότητες που υπηρετούσαν, καθώς έπρεπε να ελέγξουν και να διαμορφώσουν τη γλωσσική συμπεριφορά των παιδιών και των ενηλίκων σε όλο το φάσμα της καθημερινότητάς τους.
Οι ελληνικές αρχές ωστόσο αντιμετώπισαν το ζήτημα των Κουτσοβλάχων και των εκπαιδευτικών τους ιδρυμάτων με ανοχή και χωρίς ανησυχία, παρά τους πυρήνες ρουμανιζόντων στις βλαχόφωνες κοινότητες. Η πλειονότητα των Βλάχων εξάλλου είχε ελληνική εθνική συνείδηση, σε αντίθεση με άλλες μειονότητες αυτή την εποχή. Αλλά και η Ρουμανία είχε προβλήματα με τους μειονοτικούς πληθυσμούς στο έδαφός της, οι οποίοι αμφισβητούσαν την ενσωμάτωσή τους. Επιπλέον, η έλλειψη κινδύνου συνδέεται με το γεγονός ότι οι δύο χώρες δεν είχαν κοινά σύνορα, ενώ η Ρουμανία δεν αμφισβητούσε τις συνθήκες ειρήνης (Διβάνη, 1999, σ. 101-103).
Η φιλελεύθερη αντιμετώπιση της βλαχόφωνης εκπαίδευσης υπήρχε από την εποχή των βαλκανικών πολέμων και συνεχίστηκε τη μεταξική περίοδο. Ο αρχηγός της 4ης Αυγούστου δεν ήθελε να διαφοροποιηθεί, αποφεύγοντας έτσι και τη διένεξη με τη Ρουμανία. Το πνεύμα αυτό αποτυπώνεται και σε επιστολή του ίδιου του δικτάτορα προς τον Γενικό Διοικητή Ηπείρου, τον οποίο προτρέπει στην αποφυγή βίαιων μέσων, όπως απειλές και διαταγές, για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Αντίθετα, αποτελεσματικά μέσα θεωρεί την ίδρυση νυχτερινών σχολών, την εξύψωση του εθνικού αισθήματος και την αγάπη στην ελληνική γλώσσα μέσω του σχολείου (Αγγελής, 2004, σ. 157).

Θεσμικές παρεμβάσεις για τη γλωσσική κατάρτιση των νηπίων στα ξενόφωνα νηπιαγωγεία της Ηπείρου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου (1918- 1940): οι πρακτικές των επιθεωρητών
Δημήτριος Ντούτσης,
Πρακτικά του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης με θέμα: «Ελληνική γλώσσα και εκπαίδευση», 2011

ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Αρχείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Ιωαννίνων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αβέρωφ-Τοσίτσας, Ευάγγελος (1948), Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Αθήνα.
Αγγελής, Βαγγέλης (2004), Μεταξική Προπαγάνδα και Νεολαία (1936-1940) (διδακτορική διατριβή), Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Γερακόπουλος, Ηλίας (1926), Συγκριτική ψυχολογική ανάλυσις μεθόδων γλωσσικής διδασκαλίας εις ξενοφώνους και σύστημα διδασκαλίας της νεοελληνικής εις ξενοφώνους μαθητάς, Τυπογρ. «Κοινωνίας», Αθήναι.
Διβάνη, Λένα (1999), Ελλάδα και Μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών, Καστανιώτης, Αθήνα.
Ηλιάδου-Τάχου, Σοφία (2006), «"Εξελλήνισις Ξενοφώνων". Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Μακεδονία 1912 – 1936. (Το παράδειγμα του Νομού της Φλώρινας)», Κλειώ, τεύχος 2, σ. 113 – 146.
Ηλιού, Φίλιππος (επιμ.) (1983), Δημήτρης Γληνός. Άπαντα. Τόμος Β΄ 1910 – 1914, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα.
Καραχρίστος, Νικόλαος (1923α), Ψυχολογική εξέτασις του προβλήματος των ξενοφώνων, Εκδοτικόν Κατάστημα Σ. Παπανέστορος, Θεσσαλονίκη.
Καραχρίστος, Νικόλαος (1923β), Διδακτική των σχολείων των ξενοφώνων ως και παντός είδους σχολείων, Εκδοτικόν Κατάστημα Παπανέστορος, Θεσσαλονίκη.
Κουκούδης, Αστέριος (2000), Μελέτες για τους Βλάχους. Τόμος Α΄, Οι Θεσσαλονίκη και οι Βλάχοι, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη.
Κυπριανός, Παντελής (2007), Παιδί, Οικογένεια, Κοινωνία. Ιστορία της Προσχολικής Αγωγής από τις απαρχές έως τις μέρες μας, Gutenberg, Αθήνα.
Μπουζάκης, Σήφης (1997), Γεώργιος Α. Παπανδρέου (1888 – 1968). Ο πολιτικός της παιδείας, τόμος Α΄: 1888 – 1932, Gutenberg, Αθήνα.
Μπουζάκης, Σήφης (1994), Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Τόμος Α΄. Μεταρρυθμιστικές Προσπάθειες 1913-1929, Gutenberg, Αθήνα.
Ψυχάρης, Γιάννης (1983), Το Ταξίδι μου, (επιμ.: Άλκης Αγγέλου), γ΄ ανατύπωση, Ερμής.

____________

[1]. Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση ευρύτερης μονογραφίας με θέμα τα ξενόφωνα σχολεία της Ηπείρου (Τα Προσφυγικά Σχολεία στο Λεκανοπέδιο Ιωαννίνων (1925-1940). Το άρθρο βασίστηκε σε αρχειακό υλικό της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ηπείρου. Ερευνήθηκαν διεξοδικά όλες οι Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Σχολείων που αφορούν στα ξενόφωνα (βλαχόφωνα) νηπιαγωγεία των Εκπαιδευτικών Περιφερειών Ζαγορίου – Μετσόβου (στο κείμενο με την ένδειξη Ε.Π.Ζ.Μ.) και Ιωαννίνων (στο κείμενο με την ένδειξη Ε.Π.Ι.) από το 1918 μέχρι το 1940. Ερευνήθηκαν επίσης οι Γενικές Εκθέσεις και τα Πρακτικά του Εποπτικού Συμβουλίου των ανωτέρω περιφερειών. Να σημειώσουμε ότι από το 1918 μέχρι το 1930 υπήρχε η Εκπαιδευτική Περιφέρεια Ζαγορίου, η οποία με την υπουργική απόφαση 29313 μετονομάστηκε σε Εκπαιδευτική Περιφέρεια Ζαγορίου – Μετσόβου. Τα κείμενα των Εκθέσεων και των Πρακτικών συντάχτηκαν από πέντε διαφορετικούς επιθεωρητές και έναν αναπληρωτή επιθεωρητή. Ειδικότερα: Νικόλαος Παπακώστας (1918-1925), Γεράσιμος Σπετσιέρης (1925-1927), Σπυρίδων Πίσπερης (1927-1928), Παν. Ταμπακόπουλος (1928-1935), Παν. Παπασπύρου (αναπληρωτής επιθεωρητής το διάστημα 1935-1937) και Ευριπίδης Κωνσταντόπουλος (1937-1940).

[2] Βλ. επίσης Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα: Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830 – 1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, Joshua A. Fishman (επιμ.), Handbook of Language and Ethnic Identity, Oxford University Press, Oxford 1999, Stephen Barbour & Cathie Carmichael (επιμ.), Language and Nationalism in Europe, Oxford University Press, Oxford 2000.
[3]. Βλ. επιθεώρηση στο Τσερνέσι, όπου υπηρετούσε ιδιωτική νηπιαγωγός, η οποία πληρωνόταν από την κοινότητα και τους χωρικούς με το ποσό των 500 δρχ. μηνιαίως (Ζ 15. Εκθέσεις Επιθεωρήσεως Δημοδιδασκάλων των Σχολείων της Ε.Π.Ζ.Μ. κατά τό σχολικόν Έτος 1936-1937, σ. 124). Παρομοίως, το 1916 οι κάτοικοι του Συρράκου, προκειμένου να ιδρυθεί νηπιαγωγείο στον τόπο τους προσέφεραν δωρεάν το διδακτήριο και αναλάμβαναν οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις. (Βλ. Ιωάννης Μαντζίλας, Ιπποκράτης Αλέξης, Ιωάννης Αυδίκος (επιμ.), Συρράκο. Πέτρα – Μνήμη – Φως, τόμος 1ος, Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Κοινότητας Συρράκου, Συρράκο 2004, σ. 303).
[4]. Βλ. τη σχετική εισήγηση του Αλ. Ζαμαρία στο Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελλην. Φιλολογικός Σύλλογος, Πρακτικά των Εκπαιδευτ. Συνεδρίων 1907 – 1908, Παράρτημα του ΛΑ΄ τόμου, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, εν Κωνσταντινουπόλει 1909, σ. 1 – 28.
[5]. Ο Ευθύμιος Μπουντώνας λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το έργο: Οδηγίαι διά τας γλωσσικάς ασκήσεις του νηπιαγωγείου των ξενοφώνων, Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, Τμήμα Εκπαιδεύσεως, Τύποις Σ. Παντελή και Δ Ξενοφωντίδου, 1913. Όταν ο επιθεωρητής αναφέρει στις εκθέσεις ότι είχε χορηγήσει αναλυτικό πρόγραμμα για τους ξενόφωνους στις νηπιαγωγούς (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919-1923, σ. 63β ΄- 64α ΄) πιθανόν εννοεί τα παραπάνω έργα του Μπουντώνα.
[6]. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα λειτουργούσαν σε βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, έστω και τυπικά, ρουμανικά σχολεία. Βλ. για το θέμα αυτό τις έγκυρες και ολοκληρωμένες εργασίες του Αντώνη Κολτσίδα, Ιδεολογική συγκρότηση και εκπαιδευτική οργάνωση των Ελληνόβλαχων στο βαλκανικό χώρο (1850-1913). Η εθνική και κοινωνική διάσταση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε, Θεσσαλονίκη 1994 και της Ελευθερίας Νικολαΐδου, Η ρουμανική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, τ. Α΄ (μέσα 19ου – 1900), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1995.
[7]. Πρόκειται για το λεγόμενο Βλαχοζάγορο, δηλαδή το τμήμα του Ανατολικού Ζαγορίου που κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Βλάχους. (Βλ. Αστέριος Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τόμος Β΄. Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 153 – 154).
[8]. Για τη ρουμανική προπαγάνδα και το ρουμανικό σχολείο στο Μέτσοβο βλ. Μιχαήλ Τρίτος, Η Πατριαρχική Εξαρχία Μετσόβου (1659 – 1924), Ιωάννινα 1991. Αντίστοιχα για την περιοχή της Κόνιτσας βλ. Ροδάνθη Βαλερά – Κουνάβα, «Το εκπαιδευτικό σύστημα στη Λάκκα Αώου και η ρουμανική προπαγάνδα. Η περίπτωση Παλαιοσελλίου (1840 – 1943)», στο Βασίλης Νιτσιάκος (επιμ.), Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα 1996, σ. 351 – 371.
[9]. Πλήρη ανάλυση του ζητήματος αυτού βρίσκει κανείς στο βιβλίο του Ευάγγελου Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Αθήνα 1948. Γενικότερα για τη ρουμανική προπαγάνδα βλ. επίσης Παναγιώτης Αραβαντινός, Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, (γράφηκε το 1865), εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλίνου, εν Αθήναις 1903, Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Ήπειρος, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, Γεώργιος Σ. Πλουμίδης, «Ο ελληνισμός της Ηπείρου στις παραμονές της απελευθέρωσής του (1905 περ. – 1912), Δωδώνη, Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τόμος έκτος, Ιωάννινα 1977, σ. 355-375, Μάρθα Γ. Παπαδοπούλου, «Εμβόλιμες εκπαιδευτικές διεργασίες της ρουμανικής προπαγάνδας στην περιοχή της Ηπείρου (1939- 1940», Ηπειρωτικά Γράμματα, τεύχος 14ο, Ιωάννινα 2009, σ. 561-592.
[10]. Βλ. ανάλογες προτάσεις του επιθεωρητή Ταμπακόπουλου στο Έκθεσις περί της εκπαιδευτικής καταστάσεως της Ε.Π.Ζ.Μ. κατά τους τρεις μήνας ήτοι Οκτώβριον, Νοέμβριον και Δεκέμβριον ε.έ., 1930-1931, σ. 10-11.
[11]. Αναλυτικότερα για τις νομοθετικές ρυθμίσεις της περιόδου με στόχο την εξεύρεση δασκάλων βλ. Σοφία Ηλιάδου – Τάχου, «"Εξελλήνισις Ξενοφώνων". Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Μακεδονία 1912 – 1936. (Το παράδειγμα του Νομού της Φλώρινας)», Κλειώ, τεύχος 2, Άνοιξη 2006, σ. 122 – 123.
[12]. Βαγγέλης Αγγελής, Μεταξική Προπαγάνδα και Νεολαία (1936-1940) (διδακτορική διατριβή), Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2004, σ. 157. Βλ. επίσης Ζαφειρούλα Καγκαλίδου, Εκπαίδευση και πολιτική. Η περίπτωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 1999.
[13]. Ηλίας Γερακόπουλος, Συγκριτική ψυχολογική ανάλυσις μεθόδων γλωσσικής διδασκαλίας εις ξενοφώνους και σύστημα διδασκαλίας της νεοελληνικής εις ξενοφώνους μαθητάς, Τυπογρ. «Κοινωνίας», Αθήναι 1926, σ. 6 – 7. Τις απόψεις του Γερακόπουλου για το αναλυτικό πρόγραμμα και τον τρόπο που έπρεπε να γίνεται η κατάρτιση των εκπαιδευτικών για τα ξενόφωνα σχολεία βλ. στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, Υπουργείον Παιδείας και Θρησκευμάτων, Τα εκπαιδευτικά συνέδρια του 1930, τ. Β΄, Συνέδριον Διευθυντών και Υποδιευθυντών Διδασκαλείων και Νηπιαγωγών, Αθήναι 1930, (εποπτεία: Αλέξης Δημαράς, επιμέλεια: Κώστας Καρακαλπάκης), Αθήνα 2004 , σ. 267 – 268 και 426. Σε συνέδριο επιθεωρητών το 1919 πάντως ο επιθεωρητής της περιοχής Ζαγορίου είχε συντάξει υπόμνημα για το ζήτημα αυτό το οποίο υποβλήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας (Εκθέσεις Επιθεωρήσεως των Σχολείων Ε.Π.Ζ.Μ. 1919-1923, σ. 125).
[14]. Με νομοθετικό διάταγμα του 1914 ιδρύθηκε το πρώτο κρατικό ίδρυμα εκπαίδευσης νηπιαγωγών στη Θεσσαλονίκη, ενώ ισότιμό του αναγνωρίστηκε και το Διδασκαλείο Ενώσεων Ελληνίδων της Καλλιθέας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ίδρυση μονοτάξιων Διδασκαλείων για τους δασκάλους των δημοτικών σχολείων. (Βλ. Παντελής Κυπριανός, Συγκριτική Ιστορία της Ελληνικής Εκπαίδευσης, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004, σ. 219). Στα Ιωάννινα το Διδασκαλείο Νηπιαγωγών λειτούργησε από το 1915 μέχρι το 1924, οπότε μεταφέρθηκε στους Φιλιάτες, που τότε υπαγόταν στο Νομό Ιωαννίνων. (Κυπριανός, 2007, σ. 156). Η λειτουργία του συγκεκριμένου Διδασκαλείου σταμάτησε το 1936.
[15]. Η΄. Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Μ. από 4 Απριλίου 1929-15 Ιουνίου 1929, σ 21 και. 51. Ο Γερακόπουλος υποστήριζε μάλιστα ότι το επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα για τα νηπιαγωγεία που αφορά στη γλώσσα δεν είναι το πλέον κατάλληλο. Καταρχάς θεωρεί ξένο το γλωσσικό υλικό της φρεβελιανής μεθόδου με το φυσικό γλωσσικό υλικό των ελληνόφωνων παιδιών που βρίσκονται σε νηπιακή ηλικία. Παρομοίως, η μοντεσοριανή μέθοδος έχει το μειονέκτημα ότι απαιτεί την ικανότητα για γλωσσική επικοινωνία και δεν έχει σκοπό τη γλωσσική διδασκαλία (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, Τα εκπαιδευτικά συνέδρια του 1930…, ό.π., , σ. 426).
[16]. Βλ. 11ον (ια΄) Βιβλίον Εκθέσεων Ε.Π.Ζ.Ι. 1930-1931, σ. 191. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι στην περιοχή «Ελαιώνας» στην Πρέβεζα λειτουργούσαν από το 1934 σε ξύλινο παράπηγμα σχολεία στα οποία φοιτούσαν οι μαθητές που ξεχείμαζαν εκεί από το Νοέμβριο μέχρι το Μάιο. Το καλοκαίρι του 1936 στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις προστέθηκε και μονοτάξιο νηπιαγωγείο.

Μαθητές του ρουμάνικου σχολείου Αβδέλλας, 1899. Αδελφοί ΜανάκιαΜαθητές του ρουμάνικου σχολείου Αβδέλλας, 1899. Αδελφοί Μανάκια

Αναζήτηση