
Εν έτει 1822-1824, ότε εξ αφορμής της επαναστάσεως του Αλή πασά και των Ελλήνων είχον καταπλημμυρίσει την Ήπειρον τα πολυάριθμα σουλτανικά στρατεύματα και διεσκορπίσθησαν πολλά χωρία, καταφυγόντων των κατοίκων εις τα βουνά ή εκτός της Ηπείρου, μήτηρ τις εξ Αβδέλας, βλάχικου χωρίου του Πίνδου, μετά του μικρού βρέφους της Αθανασίου κατέφυγε τότε εις Ελασσώνα της Μακεδονίας. Μετά τίνα έτη η γυνή αύτη αφιέρωσε το ηλικιωθέν τέκνον της εις τας μονάς του Aγίου Όρους όπως εκπαιδευθή και περιβληθή το ιερατικόν σχήμα, όπου ο Αθανάσιος ηγαπήθη εξαρετικώς υπό τινος ψυχοπατέρα του ηγουμένου.
Επειδή δε ήτο ευφυέστατος και ηγάπα τα γράμματα, εις το διάστημα δεκαετίας περίπου εγένετο κάτοχος της θύραθεν παιδείας και εις ηλικίαν 15-16 ετών εχειροτονήθη διάκονος, λαβών το όνομα Αγαθάγγελος.
Μετά διαμονήν ετών τινων ο ψυχοπατέρας του ηγούμρνος τω ανέθεσε την διεύθυνσιν των υπο την επίβλεψιν του μοναστηρίων του Αγίου Όρους, ύστερον δε εψηφίσθη διευθυντής και εις πολλά άλλα τοιαύτα επαξίως λίαν της εξιδιασμένης ικανότητός του, ότε και μετωνομάσθη Αβέρκιος.
Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων
«Συνεννοήσεις διεξάγονται μεταξύ του Προέδρου του Ρωμουνομακεδονικού Συλλόγου γερουσιαστού Λεόντη και των υπουργών Λαχωβάρη και Δισέσκου, όπως δοθή, επί τη ευκαιρία των εορτών, εις τους ταλαιπωρουμένους Ρωμούνους της Μακεδονίας, μέρος του χρηματικού ποσού το οποίον η ρουμουνική Κυβέρνησις εισέπραξε παρά των Ελλήνων (της Ρουμανίας), δια της αυξήσεως των δασμολογίων, κατά την διακοπήν των Ελληνορωμουνικών σχέσεων.