Featured

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

Γεώργιος ΣαγιαξήςΤο 1896 ο Γεώργιος Σαγιαξής, βλάχος μαθητής του Gustav Weigand στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, δίνει στον καθηγητή του δέκα κείμενα στη βλάχικη γλώσσα που τα συνέλεξε στο Μοναστήρι, τόπο καταγωγής του.

Ο Weigand θα τα δημοσιεύσει στην έκδοση Dritter Jahresbericht des Instituts für Rumänische Sprache zu Leipzig μαζί με μετάφραση τους στη γερμανική γλώσσα. Χάρη στον κύριο Γιάννη Ράπτη που μας τα μετάφρασε στην ελληνική αυτά τα κείμενα δημοσιεύονται και εδώ για μελέτη καθώς έχουν μεγάλη λαογραφική και γλωσσολογική αξία. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

I.
Ο ήλιος και η σελήνη

Ο ήλιος και η σελήνη ήταν αδερφός και αδερφή, ο ένας πιο μεγάλος και η άλλη
πιο μικρή· και πολύ αγαπιούνταν. Αλλά μία μέρα δεν ξέρω πώς τους μπήκε
γκρίνια και θυμός στην καρδιά. Ο ήλιος παινευόταν ότι αυτός είναι ο πιο
μεγάλος στον κόσμο και όλοι τον φοβούνται. Η σελήνη μετά έλεγε, ότι
αυτή είναι η πιο όμορφη και αγαπημένη στον κόσμο. Οργίστηκε τότε
ο ήλιος και της τραβάει μία τέτοια σφαλιάρα στο πρόσωπο, που της χύθηκε
αμέσως το αριστερό μάτι. Και από τότε έμεινε η καημένη
σελήνη τυφλή από το ένα μάτι.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

ΙΙ.

Ενός παιδιού τι του πιάστηκε η γλώσσα, τού έλεγε η μητέρα του:
πες «παρά» να σου δώσω έναν παρά. Κι εκείνο απαντούσε συνέχεια: ούτε
«παλά» λέω ούτε παλά σου ζητάω.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

ΙΙΙ.

Μία φορά μία μάνα ξύπνησε τη νύχτα, γιατί της έκλαιγε το παιδί
στη σαρμανίτσα. Άρπαξε αμέσως το μπρίκι με το νερό και το έδωσε
το παιδιού να πιει και να σταματήσει. Αλλά καθώς ήταν μπερδεμένη από τον ύπνο
αντί να του βάλει το μπρίκι στο στόμα, του το χώνει στο αφτί.
Φωνάζει το καημένο το παιδί «με βρέχει μαμά, με βρέχει μαμά»· αλλά αυτή
ζαλισμένη από τον ύπνο, ρίχνει κι όλο ρίχνει μέχρι που του το γέμισε το μαξιλάρι
και άρχισε το παιδί τις τσιρίδες. Τότε ξυπνάει εν τέλει
η γριά καλά, και τί να δει! λίγο ακόμα και πραγματικά θα πνιγόταν
το καημένο το παιδί στη σαρμανίτσα.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

IV.

Μία φορά μια κοπέλα έραβε τα φλουριά στο μαγερειό για να
τα βάλει σε μιαν άκρη. Καλά άλλα έρχεται η γουρούνα και τα καταπίνει.
Ψάχνει εδώ, ψάχνει εκεί, ξεσήκωσαν όλο το σπίτι, αλλά από φλουριά ούτε
σημάδι. Τότε μπήκαν σε υποψία ότι κανένας άνθρωπος από
το σπίτι ή καμιά γειτόνισσα θα τα είχε κλέψει, και ρίχτηκαν με τα
χαρτιά να τη βρουν· αλλά και με αυτό τίποτα δεν έγινε. Όταν έσφαξαν
την γουρούνα για τα Χριστούγεννα, να τύχει να τις βρουν απροσδόκητα στο λαρδί,
απείραχτες, όπως ήτανε και πιο γυαλιστερές από τα πριν.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

V.

Μία καινούργια νύφη ήταν καλεσμένη στο σόι για γεύμα. Καλά,
αλλά έμεινε χωρίς ψωμί και ντρεπόταν να ζητήσει κι άλλο. Τι τρόπο
να βρει τώρα; Πλησιάζει τη διπλανή της και άρχισε να κουβεντιάζει μαζί της,
και για να βεβαιώσει τάχα ότι αυτό που λέει είναι αλήθεια, παίρνει
την μπουκιά ψωμιού που βρισκόταν παραπέρα, ορκίστηκε σε αυτήν: «να μα
αυτό το ψωμί, ότι έτσι είναι», το φίλησε και το άφησε μπροστά της.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

VI.

Μία φορά μία χήρα, που παντρεύτηκε δεύτερη φορά με έναν χήρο,
παραπονιόταν στις φίλες της και έλεγε: «ο πρώτος μου άνδρας
πήγε και βρήκε τη γυναίκα του, ο τωρινός, αν τα τινάξει,
θα πάει κι αυτός στο ταίρι του, εγώ αν πεθάνω, ποιος
με περιμένει στον άλλο κόσμο; Γι’ αυτό δεν είναι καλά να δίνουν τα κορίτσια
σε χήρους» – Κι αλήθεια σε μας δεν δίνουν εύκολα τα κορίτσια σε χήρους.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

VII.

Ένας χήρος έλεγε σε μία χήρα: «ο άνδρας σου πέθανε,
τη γυναίκα μου κι αυτή τη συγχώρεσε ο Θεός, άιντε, βρε γυναίκα, να
παρθούμε σε αυτήν τη ζωή, και άμα σε πάρει ο πόνος μετά θάνατον, να
φύγεις στον άντρα σου, δεν θα σου φέρω ούτε ένα εμπόδιο, αλλά θα
πάω κι εγώ στο ταίρι μου».

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

VIII.

Μια γριά πήγε μία φορά σε έναν αγγειοπλάστη να αγοράσει χύτρες
για το γάμο του γιου της. Διάλεγε διάλεγε, κι όταν έρχονταν άλλοι
να αγοράσουν τραβιόταν σε μία μεριά και τους έλεγε: ορίστε, αγοράστε
εσείς, βρε αδερφή, εγώ απομένω και πιο πίσω, εγώ έχω να
αγοράσω πιο πολλά, και χαρούμενη τους έλεγε αργά-αργά:
ότι... ξέρετε, καλέ αγαπητή... εγώ έχω μεθαύριο τη χαρά του γιου μου.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

IX.

Το μικρό δάχτυλο δεν ήταν πάντα τόσο μικρό, γιατί ήταν
κι αυτό μία φορά μακρύ όσο τα αδέρφια του, αλλά να, τι έπαθε: μία
μέρα το μεγάλο δάχτυλο, σαν πιο μεγάλο που ήταν, φωνάζει
στα άλλα τέσσερα αδέρφια και τους λέει: «άιντε να φάμε» – «με τι;»
ρωτάει κάποιο. – «με ό,τι έδωσε ο Θεός», τους είπε το τρίτο.
– «Άιντε να κλέψουμε» πετιέται (το) άλλο. – «Εγώ θα δείξω» φωνάζει
αμέσως εκείνο το μικρό, σαν πιο φρόνιμο, που ήταν. «Α· εσύ
θα δείξεις!» του λένε τότε όλα, τώρα σου δείχνουμε εμείς.

Και... κασς! Του κόβουν το κεφάλι στου χασάπη.
Κι από τότε το μικρό δάχτυλο απέμεινε τόσο κοντό.

Αρμάνικα (Βλάχικα) κείμενα από το Μοναστήρι συλλεχθέντα απο τον Γεώργιο Σαγιαξή

X.

Που πηγαίνεις από δέντρο σε δέντρο
Σαν το χασμουρητό από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Μία φορά ένας άντρας είχε καλέσει έναν φίλο του σε τραπέζι·
αλλά να τύχει εκεί, που κάθονταν, η γυναίκα του με τον φίλο να χασμουρηθούν
μαζί. Αυτό τον έβαλε σε υποψία, ότι η γυναίκα του θα έχει τίποτε
με τον φίλο. Όλη τη νύχτα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Γύριζε
και στριφογύριζε και ως το τέλος αποφάσισε να σκοτώσει τη γυναίκα του.

Την άλλη μέρα την παίρνει και την πηγαίνει στο άλσος με σκοπό να την κρεμάσει·
κι εκεί που έτρεχε από ένα δέντρο σε άλλο, να βρει κανένα
πιο δυνατό που να κρατάει το σκοινί, η γυναίκα του η καημένη χωρίς
να της περνάει τίποτε από το μυαλό, καθώς έβλεπε τον άντρα της που
γύριζε και στριφογύριζε τού κάνει μία στιγμή: βρε άντρα,

τι πηγαίνεις από δέντρο σε δέντρο
σαν το χασμουρητό από άνθρωπο σε άνθρωπο;

– Πώς μωρέ γυναίκα, σαν το χασμουρητό από άνθρωπο σε άνθρωπο, πώς γίνεται
αυτή η δουλειά,» λέει ο άντρας της σαν τρελός. – «Εμ να,
βρε άντρα,» του κάνει αυτή, «τυχαίνει εκεί που χασμουριέμαι εγώ,
να χασμουρηθεί κι ένας άλλος ταυτόχρονα. Δεν είναι κι αυτό ίδιο;» – «Αχ! βρε
γυναίκα, είχες μεγάλη τύχη, αυτή η κουβέντα σε γλίτωσε
γιατί έτσι, κι έτσι, κι έτσι... και της είπε όλα τα πράγματα από την αρχή μέχρι το
τέλος.

Και από τότε απέμεινε αυτή η κουβέντα στις γυναίκες.

 

πηγή:
Aromunische Texte aus Monastir mitgeteilt von G. Şaïakdži, übersetzt von G. Weigand, Dritter Jahresbericht des Instituts für Rumänische Sprache zu Leipzig, 1896.

 

Ο Γεώργιος Θ. Σαγιαξής γεννήθηκε στο Μοναστήρι το 1874 και ήταν βλάχικης καταγωγής. Σπούδασε φιλολογία στη Βιέννη και βαλκανιολογία(!) στη Γερμανία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Υπήρξε μαθητής και αργότερα πολέμιος του Gustav Weigand. Έχει δημοσιεύσει μικρά ρομαντικά ποιήματα σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και σε αθηναϊκά περιοδικά, ενώ η πρώτη του ποιητική συλλογή "Διθύραμβοι" (1913) εκδόθηκε στο Μοναστήρι. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τη γερμανική λυρική ποίηση. Ο Γεώργιος Σαγιαξής έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε το 1942. Διετέλεσε πρώτος διευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης ενώ το 1925, ύστερα από ανάθεση του Υπουργείου Παιδείας, συμμετείχε στη συγγραφή ενός αναγνωστικού εγχειριδίου στο σλαβικό ιδίωμα για τους μη ελληνόφωνους μαθητές της Δυτικής Μακεδονίας, το ABECEDAR, το οποίο όμως δεν τέθηκε ποτέ σε κυκλοφορία εξαιτίας της αντίδρασης που προέβαλαν οι τοπικές κοινωνίες.
Διαβάστε επίσης: Ο Γεώργιος Θ. Σαγιαξής και η αλληλογραφία του με τους Νικόλαο Πολίτη και Στέφανο Δραγούμη (1900-1909)

Γεώργιος Σαγιαξής

Αναζήτηση