Πολιτισμός

εκατεσκευάσθη και κατασκευάζονται εν Καλαρρύταις, χωρίον των Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου ΤζημούρηΣτα απότομα και απόκρημνα αντερείσματα των δυτικών πλευρών της Πίνδου, πάνω σε βράχους κοφτερούς και άγριους, που κάνουν το ανέβασμα εξαιρετικά δύσκολο κι επικίνδυνο, βρίσκεται σκαρφαλωμένο το χωριό των Καλαρρυτών.

Ανατολικά τα Τζουμέρκα, δυτικά το Περιστέρι, πίσω τους ο Μπάρος. Μπροστά τους το φαράγγι του Καλαρρύτικου. Αυτό είναι το σκηνικό στο οποίο εγκαταστάθηκαν, έζησαν, έδρασαν, δημιούργησαν και σε ορισμένους τομείς μεγαλούργησαν οι συγχωριανοί πρόγονοί μας.
Ο αείμνηστος ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος περιγράφοντας τη θέση και αναφερόμενος στην ιστορία και τη ζωή των Καλαρρυτών γράφει:
Η κωμόπολις αύτη [των Καλαριτών] ηρίθμει το 1815 περί τας διακοσίας οικογενείας εγκατεστημένας εν θέσει αρμοδιωτέρα μάλλον εις φωλεάς αετών και γυπών παρά εις φιλησύχους καί καλλιτεχνικούς κατοίκους, διακρινόμενους δια τας τέχνας αυτών και την φιλονομίαν. Αλλ΄ ή άπομόνωσις εκείνη εν τόπω ούτως οχυρού εκ φύσεως ανέπτυξε παρ΄ αυτοίς το αίσθημα της ανεξαρτησίας και η ασφάλεια, ως αγαθόν καρπόν, το της φιλοπονίας και μελέτης.

Καλαρρύτες. Οι απαρχές της αργυροχοΐας και οι περιώνυμοι τεχνίτες του ασημιούΠάνω στους βράχους τους σκαλωμένοι οι Καλαρρυτινοί επί αιώνες βόσκουν τα ζώα τους, απολαμβάνουν το φαράγγι και το ορμητικό ποτάμι που κυλάει μέσα σε αυτό. Η άγρια ομορφιά του τοπίου τους κάνει απρόσιτους, μοναχικούς, αλλά σίγουρα σφυρηλατεί και την άμεση και ζωντανή σχέση τους με τη φύση. Τους χειμώνες, οι Καλαρρυτινοί κατεβαίνουν με τα κοπάδια τους να ξεχειμάσουν στον γειτονικό Θεσσαλικό κάμπο για να μπορέσουν, την άνοιξη, να κατεβάσουν στις αγορές του Αμβρακικού τα προϊόντα τους, τυρί, μαλλί, δέρματα.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ενώ δεν υφίσταται ελληνικό κράτος, τα προνόμια που είχαν αποδοθεί σ΄ αυτούς από τους Τούρκους εξασφαλίζουν στους κατοίκους ποιότητα ζωής και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην πύκνωση του πληθυσμού και τη μετατροπή-αναβάθμιση του δευτερογενούς τομέα παραγωγής από οικοτεχνία σε βιοτεχνία.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Καλαρρύτες γνωρίζουν τη μεγαλύτερη, μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα και τις συγκυρίες της εποχής, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη.

Εξιστορεί και πάλι ο συμπατριώτης μας Σπ. Λάμπρος:
Το κατ’ αρχάς οι κάτοικοι ήσαν ποιμενικοί, και αυτοί κατεβίβαζον εις τας αγοράς του Αμβρακικού κόλπου τα προϊόντα των γειτονικών ορέων παρ' αυτών δε ηγόραζε και αυτή η Γαλλία τα δέρματα. Αλλά, μη περιορισθέντες εις τούτο, βαθμηδόν ήψαντο και της υφαντικής, εξάγοντες και εις το εξωτερικό τα έργα των χειρών των η δε φιλοπονία και οικονομία αυτών επέφερε το θαυμάσιον αποτέλεσμα του εκτάκτου πλουτισμού των, και εντός ημίσεως αιώνος, από του 1810 και εξής οι Καλαρρυτιώται, ιδρυτές περίφημων ανά τον κόσμο εμπορικών οίκων, κατέλαβον, ως δια νέων αποικιών, τας ακτάς της Μεσογείου.

Καλαρρύτες. Οι απαρχές της αργυροχοΐας και οι περιώνυμοι τεχνίτες του ασημιούΣτο τέλος τους 18ου αιώνα, οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο για τα προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές, που διακινούν Καλαρρυτινοί έμποροι. Στην Ιταλία ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι: ο Γεώργιος Δουρούτης και ο αδελφός του Χρήστος στην Ανκόνα, τη Νάπολη, και στην Τεργέστη, οι αδερφοί Σταματάκη, οι αδερφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αδερφοί Τουρτούρη στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία κι οι αδερφοί Λάμπρου στη Νάπολη.
Αλλά οι Καλαρρυτινοί έμποροι και ιδιοκτήτες των μεγάλων οίκων δεν περιορίζονταν στην ενασχόληση με τις οικονομικές υποθέσεις και την αύξηση των χρηματικών τους αποθεμάτων. Αποκόμιζαν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους μορφωτικά και καλλιτεχνικά αγαθά, τα οποία μαζί με τα υλικά θα τα μεταφέρουν και τα αποθέσουν στη γενέτειρά τους. Προστατεύουν με κάθε τρόπο τα γράμματα, τις τέχνες και προσφέρουν στην κοινωνία του τόπου τους. Οι περιηγητές W. Leak και F. Pouqueville, οι οποίοι επισκέφθηκαν την κοινότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτύπωσαν στα περιηγητικά τους κείμενα την ευνομία, τον πολιτισμό, τις ωραίες οικοδομές, την ακμή του εμπορίου, τους μορφωμένους ανθρώπους, που μιλούσαν ξένες γλώσσες και γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, καθώς και την ύπαρξη βιβλιοθηκών με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στη γαλλική και ιταλική γλώσσα.

Εκτός όμως από το εμπόριο, οι δραστήριοι αυτοί άνθρωποι, θα μάθουν να καλλιεργούν και τις τέχνες. Μυήθηκαν στη ραπτική, στην υφαντική τέχνη, στη χρυσοκεντητική, έγιναν υπέροχοι τεχνίτες.
Ο χώρος όμως όπου πραγματικά θαυματούργησαν οι Καλαρρυτινοί ήταν η ασημουργία. Η επεξεργασία του ασημιού στον τόπο αυτό έφτασε σε τέτοιο σημείο τελειότητας και ακμής, ώστε μπορούμε να πούμε, ότι σε καλαρρυτινά εργαστήρια κι από Καλαρρυτινούς χρυσικούς, έγιναν τα διασημότερα αργυροχοϊκά έργα της νεώτερης Ελλάδας.

Η φήμη των Καλαρρυτινών ασημουργών εξαπλώνεται παντού στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Ο γνωστός σε όλους μας Αθανάσιος Τσιμούρης (ή Τζιμούρης) φτάνει στο αξίωμα του αρχιχρυσοχόου του Αλή Πασά και ανακηρύσσεται σε περιώνυμο δάσκαλο της αργυρογλυπτικής. Ποιος γνωρίζει πράγματι πόσα από τα κοσμήματα που φόρεσαν η Κυρά Βασιλική και η Κυρά Φροσύνη ήταν έργα δια χειρός Αθ. Τζιμούρη;

Καλαρρύτες. Οι απαρχές της αργυροχοΐας και οι περιώνυμοι τεχνίτες του ασημιού

1821: Η ΑΣΗΜΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Έτσι λοιπόν πορεύονται στο χρόνο οι Καλαρρυτινοί εργαζόμενοι σκληρά και δημιουργώντας. Μέχρι το 1820 οι Καλαρρύτες ανθούν και προκόβουν. Όχι όμως για πολύ. Ένα χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1821, οι Τουρκαλβανοί με αρχηγό τον Ιμπραήμ Πρεμέτη θα καταστρέψουν Καλαρρύτες και Συρράκο μετά από την ατυχή εξέλιξη της επανάστασης. Οι προνομιακοί πληθυσμοί θα μετατραπούν σε πρόσφυγες. Οι καλλιτέχνες, άστεγοι, με τα εργαλεία τους σ' ένα δισάκι, θα αναζητήσουν έναν τόπο για να σταθούν, για να μορφοποιήσουν την έμπνευσή τους, να εμποδίσουν το θάνατο της τέχνης.
Ο χώρος στον οποίο θα διαπρέψουν μετά το 1821 οι ξεριζωμένοι αυτοί Ηπειρώτες είναι τα Επτάνησα. Οι περισσότερες από τις οικογένειες των Καλαρρυτινών ασημουργών, θα καταφύγουν κυρίως στη Ζάκυνθο, ενώ μερικές οικογένειες θα μετοικήσουν και στην Κέρκυρα. Με τον ερχομό τους θα φέρουν την ανανέωση και την ακμή της τέχνης του ασημιού και του χρυσού. Όχι πως τα Εφτάνησα δεν είχαν χρυσικούς. Από το 1668 ήταν δημιουργημένη η συντεχνία τους. 'Όμως έφτιαχναν έργα επηρεασμένα από τη Δύση και πραγματικά θαμπώθηκαν όταν μέσα στη ζωή τους εμφανίστηκε η λεπτή, συμμετρική τέχνη της Ηπείρου.
Σε αυτό το νησί λοιπόν, τη Ζάκυνθο, που φιλόξενα είχε δεχτεί τους Ηπειρώτες πρόσφυγες, πήγαν οι ασημουργοί των Καλαρρυτών και εκεί διέπρεψαν οι Κοντοχρόνηδες, ο Κολίτσης, ο Βούλγαρης, οΜπάφας, ο Τζημούρης, ο Χριστόδουλος Βαρσάμης ή Γκέρτζος, ο Κων. Στάθης κι άλλοι πολλοί, γνωστοί και άγνωστοι, που είναι αδύνατο να τους αναφέρουμε όλους ξεχωριστά.
Με το πέρασμα του καιρού οι Καλαρρυτινοί αργυροχρυσοχόοι δημιουργούν, ανάμεσα σε μια πραγματικά καλλιτεχνική άμιλλα, αληθινά έργα τέχνης, που εξακολουθούν να είναι μοναδικά και αξεπέραστα. Διάσημοι αισθητικοί και τεχνοκρίτες, Έλληνες και ξένοι, εκφράζονται με λόγια ενθουσιαστικά για την ασύγκριτη επιδεξιότητα των Καλαρρυτινών πρωτομαστόρων του ασημιού και του χρυσαφιού, και ιδιαίτερα του Γεωργίου Διαμαντή Μπάφα και του Αθανασίου Νικ. Τσιμούρη, που πέρασαν με τη τέχνη τους στην ιστορία. Και για το λόγο αυτό, παρόλο που δεν θέλουμε να αδικήσουμε τους υπόλοιπους συντοπίτες μας τεχνίτες του ασημιού, θα περιοριστούμε σήμερα σ΄ αυτούς τους δύο.

Καλαρρύτες. Οι απαρχές της αργυροχοΐας και οι περιώνυμοι τεχνίτες του ασημιού

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΖΙΜΟΥΡΗΣ
Ο Αθανάσιος Τζιμούρης εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο στα 1821 και πέθανε εκεί στα 1823. Η χρονολογία γέννησής του στους Καλαρρύτες είναι άγνωστη. Δούλεψε ως αρχιχρυσικός του Αλή πασά και δάσκαλος της αργυροχοΐας. Τα κοσμικά του έργα είναι τελείως άγνωστα, ενώ από τα εκκλησιαστικά του σώζονται λίγα, δείγματα όμως εξαιρετικής τέχνης.
Σε δυο περιόδους χωρίζεται η εργασία του Τσιμούρη. Στην ηπειρωτική και στη ζακυνθινή. Τα έργα της ηπειρωτικής περιόδου δεν είναι όλα γνωστά ως τώρα. Μνημονεύονται ιδιαίτερα τα Ευαγγέλιά του με τα αργυρόγλυπτα καλύμματα.
Υποστηρίζεται πως τα παλαιότερα δημιουργήματά του ήταν και τα πιο σημαντικά. Γιατί ήταν φτιαγμένα από ειδικά καλούπια, τα κούνια, που ο καλλιτέχνης είχε όσο δούλευε στους Καλαρρύτες. Όμως τα καλούπια χάθηκαν ή θάφτηκαν από τον ίδιο κατά την αναχώρηση του από τους Καλαρρύτες, όπως αναφέρουν οι διηγήσεις των παλιών, κι οι σημερινοί μελετητές δεν έχουν δυνατότητα για σύγκριση. Επίσης δεν γνωρίζουμε ακριβώς πόσα και ποια είναι και τα μεταγενέστερα έργα του Τζιμούρη γιατί πολλά από αυτά καταστράφηκαν στα Επτάνησα μετά το σεισμό και την πυρκαγιά του 1953. Σίγουρα, όπως η Πόπη Ζώρα υποστηρίζει, υπάρχουν 11 γνήσιες ενυπόγραφες σταχώσεις Ευαγγελίων του Α. Τζιμούρη, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται και αυτή των Καλαρρυτών.
Όπως αναφέρθηκε είναι μετρημένα σήμερα και θεωρούνται αληθινά καλλιτεχνικά κειμήλια τα Ευαγγέλια με ασημένια ή επίχρυσα καλύμματα, που βγήκαν από το χέρι του Τσιμούρη. Οπωσδήποτε, τα έντεκα μέχρι στιγμής εξακριβωμένα ευαγγελιοκαλύμματα, παλιότερο πρέπει να θεωρήσουμε αυτό πού σώζεται στους Καλαρρύτες, επιτρέπουν να σχηματίσουμε σαφή αντίληψη για την ποιότητα της δουλειάς, αλλά και για το εμπορικό δαιμόνιο του Τζιμούρη. Ο μεγάλος αυτός Καλαρρυτινός συνέλαβε κι εξετέλεσε έναν τύπο σταχώσεως, που με την εικονογραφική της σύνθεση και την εκτελεστική της τελειότητα εντυπωσίασε την εποχή της κι επηρέασε, όχι μόνο τη σύγχρονη, αλλά και τη μεταγενέστερη εκκλησιαστική ασημουργία.
Οι νεώτεροι χρυσικοί αντέγραψαν από ντύματα Ευαγγελίων τα σχέδια του Τσιμούρη. Έτσι έβγαλαν άλλα καλούπια και σήμερα υπάρχουν άπειρα Ευαγγέλια σ' όλη την Ελλάδα, που μας θυμίζουν βέβαια τη σύλληψη του καλλιτέχνη, αλλά, φυσικά, είναι ψυχρές και άχαρες απομιμήσεις.
Ο απόηχος της φήμης του Τζιμούρη μένει ακόμη ζωντανός στη μνήμη των ασημουργών. Ο ίδιος θέλησε να μείνει μοναδικός, κι όπως λέει ή παράδοση, έκρυψε ζηλότυπα τα μυστικά της τέχνης και της τεχνικής του. Τα περίφημα όμως έργα του ήθελε όχι μόνο να τα συνδέσει με το όνομά του αλλά και με τον τόπο κατασκευής τους, δηλ. το χωριό του, τους Καλαρρύτες, για αυτό και σκάλιζε πάντοτε στα ευαγγέλια, εν είδει υπογραφής, την πασίγνωστη φράση:

«εκατεσκευάσθη και κατασκευάζονται εν Καλαρρύταις, χωρίον των Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου Τζημούρη».

Τα έργα του λοιπόν αυτά, αποτελούν αδιάψευστους και ζωντανούς, ευτυχώς εις το διηνεκές, μάρτυρες για το εξαιρετικό ταλέντο του.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΠΑΦΑΣ (1784-1854)
Ο δεύτερος μεγάλος μάστορας του ασημιού ήταν ο Γεώργιος Μπάφας, γιος του Διαμαντή και της Αικατερίνης Τάλα, που γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο από τα προεπαναστατικά χρόνια. Ο Γεώργιος έμαθε την τέχνη του τσιζέλλου (δηλ. του καλεμιού) από τον πατέρα του Διαμαντή, έναν άξιο και φημισμένο χρυσοχόο. Από τα πρώτα του έργα, και χωρίς καμιά εγκύκλια μόρφωση, έδειξε το μεγάλο ταλέντο με το οποίο ήταν προικισμένος.
Ό Γεώργιος Μπάφας στηριζόμενος στην επιδεξιότητά του και αξιοποιώντας την εμπειρία του πατέρα του, τεχνούργησε στη Ζάκυνθο αληθινά αριστουργήματα, όπως καλύμματα ευαγγελίων, επενδύσεις ιερών εικόνων, δίσκους, αρτοφόρια, πολυελαίους, καντήλια, θυμιατήρια, κηροπήγια κ.ά.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψουμε το σύνολο του καταγεγραμμένου έργου του Μπάφα, γι αυτό θα παραμείνουμε και θα αναφερθούμε στη σύνθεση που πραγματικά τον έκανε πασίγνωστο και σ΄ αυτήν έδειξε όλο το μέγεθος της καλλιτεχνικής του υπόστασης. Πρόκειται για την ασημένια λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, προστάτη και πολιούχου της Ζακύνθου, του νησιού που τον φιλοξένησε και στο οποίο άφησε και την τελευταία του πνοή.
Εκεί θαυμάζεται πάντα η μεγάλη τέχνη του Μπάφα, με την αναπαράσταση της ζωής και της Κοιμήσεως του Αγίου.
Επ΄ αυτού ας ακούσουμε μια μοναδική μαρτυρία, που διέσωσε, για τον άνθρωπο Μπάφα, και για την τέχνη του ο γνωστός λογοτέχνης και τεχνοκριτικός Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ο ίδιος είχε γοητευθεί από τα αργυρόγλυπτα του Μπάφα και τα μελετούσε όταν ήταν Νομάρχης στη Ζάκυνθο:

Όλως εξαιρετική φυσιογνωμία εις την εκκλησιαστικήν τέχνην της νήσου είναι ο αργυρογλύπτης Διαμαντής Μπάφας, ο ραψωδήσας τον βίον του Αγίου Διονυσίου επάνω εις άργυρο, Ηπειρώτης, κατελθών και αναδειχθείς εις την Ζάκυνθον.

Μάλιστα ο Παπαντωνίου συγκρίνει την τέχνη του Μπάφα με αυτή των ζωγράφων Ελ Γκρέκο και Κουρμπέ:

«αδελφώνεται εις αυτάς τας τολμηράς γλυφάς η ευγένεια του Γκρέκο και ο ρεαλισμός του Κουρμπέ, ζωγραφιζόντων ταφήν, ώστε ο ιστορητής των θαυμάτων του αγίου ασφαλώς πρέπει να θεωρηθεί ως θαύμα, θαύμα ελληνικόν. Τί άλλο παρά θαύμα είναι διότι ένας άνθρωπος ζήσας εις τους Καλαρρύτας, υπό τον τρόμον του Αλή Πασά, ένας Ηπειρώτης αγράμματος, κατώρθωσε να υψώσει την καλλιτεχνικήν του αντίληψιν εις την κορυφήν της Διεθνότητος, εις την πλέον γενικήν έννοια της τέχνης και να φαίνεται εις τα αργυρόγλυφά του ως το απόσταγμα ενός μεγάλου πολιτισμού . . .».

Η λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, η μνημειώδης αυτή αργυρόγλυπτη σύνθεση φέρει την έξης επιγραφή που επιβεβαιώνει τον δημιουργό αλλά και μαρτυρεί για την καταγωγή του, την οποία ποτέ δεν λησμόνησε:

«Εις την διετίαν των Ευγενών Επιτρόπων κυρίου Φραντζέσκου Μοντζά, Γεωργίου Κομόντου και Νικολάου Κανδακίτη 1829. Δια χειρός Διαμαντή Μπάφα, Καλαρυτιότου ».

Ας μη μας ξενίζει ότι ο δημιουργός αναφέρεται ως Διαμαντής. Ο Μπάφας συνήθιζε στις αργυρόγλυπτες συνθέσεις του να υπογράφει κάποτε -πράγμα περίεργο- με το όνομα του πατέρα του και μ’ αυτό ήταν γνωστός σε όλους. Ίσως να ήταν ένας φόρος τιμής σ' αυτόν που του δίδαξε την αργυρογλυπτική.

Η φήμη που κράτησε τον Τζιμούρη ολοζώντανο στη μνήμη της μεταγενέστερης Ελλάδας, στάθηκε παράξενα φειδωλή για τον Γεώργιο Διαμαντή Μπάφα. Παρά το γεγονός ότι ό θρύλος και η σκιά της τέχνης του έπεσαν βαριά πάνω στην ασημουργία του νησιού, τόσο που σήμερα αποδίδονται σ΄αυτόν τα περισσότερα αργυροχοϊκά έργα της Ζακύνθου, ο Μπάφας δεν έφτασε τη φήμη του συμπατριώτη του. Ίσως έφταιξε σ' αυτό και το γεγονός ότι, καθώς φαίνεται, η δουλειά του Μπάφα δεν ξεπέρασε τα όρια της Επτανήσου.

Νομίζω όμως ότι ήλθε πλέον το πλήρωμα του χρόνου να αποκατασταθεί σε όλο της το μεγαλείο η φήμη όχι μόνο των επωνύμων Καλαρρυτινών μαστόρων του ασημιού αλλά και των δεκάδων ανωνύμων που πρόσφεραν στην τέχνη της αργυροχοΐας τα μέγιστα και μας άφησαν ενυπόγραφα ή ανυπόγραφα αριστουργήματα. Επίσης καιρός είναι να γίνει γνωστό τοις πάσι ότι οι απαρχές της νεοελληνικής αργυροχοΐας τοποθετούνται γεωγραφικά στους ιστορικούς Καλαρρύτες.

Η εξαγγελία της ίδρυσης μουσείου αργυροχοΐας στα Γιάννενα αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία. Καλό και πρέπον είναι το μουσείο αυτό να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία ενός παραρτήματος στο χωριό μας.
Θεωρώ ότι η πολιτεία έχει την υποχρέωση κι εμείς οι απανταχού Καλαρρυτιώτες επίσης να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, ώστε οι Καλαρρύτες να αποκτήσουν ένα μουσείο αργυροτεχνίας αφιερωμένο στις απαρχές της ασημουργίας στους Καλαρρύτες και στους Καλαρρυτινούς τεχνίτες του ασημιού. Θα αποτελούσε ελαχίστη ανταπόδοση και αντίδωρο από εμάς, τους «απογόνους» των μεγάλων ασημουργών και οφειλόμενη αναγνώριση της προσφοράς τους στην τέχνη της ασημουργίας και στη φήμη των Καλαρρυτών.

Καλαρρύτες, οι απαρχές της αργυροχοΐας και οι περιώνυμοι τεχνίτες του ασημιού
Απόστολος Κατσίκης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Καλαρρυτιώτικα νέα
αριθμός φύλλου 146
Ιωαννινα 31-12-2012

Ευαγγέλιο δια χειρός Αθανάσιου ΤζημούρηΕυαγγέλιο δια χειρός Αθανάσιου Τζημούρη

Η υπογραφή του Αθανάσιου ΤζημούρηΗ υπογραφή του Αθανάσιου Τζημούρη στο παραπάνω Ευαγγέλιο. «εκατεσκευάσθη και κατασκευάζονται εν Καλαρρύταις, χωρίον των Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου Τζημούρη»