Ιστορίες - γεγονότα

Το θολό νερό. Διήγημα του Γιώργου Βραζιτούλη

Βωβούσα Βαλια Καλντα Πετρινο ΓεφυριΟι μετεωρολόγοι έλεγαν πως ήταν οι εντονότερες βροχοπτώσεις των τελευταίων σαράντα χρόνων στην περιφέρεια του Ζάουερλαντ της Βεστφαλίας, οι οποίες είχαν κάνει μέσα σε λίγες ώρες τα ποτάμια και τους χείμαρρους να φουσκώσουν και να προξενήσουν ανυπολόγιστες ζημιές σε σπίτια και περιουσίες των γύρω περιοχών.

Η μικρή κωμόπολη του Πλέτενμπεργκ βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού, παντού σειρήνες από βιαστικά αυτοκίνητα της αστυνομίας και βαριά φορτηγά της υπηρεσίας καταστροφών, που έτρεχαν να σώσουν ό,τι μπορούσε ακόμα να σωθεί από τη μανία των ορμητικών νερών. Η αναστάτωση στο σπίτι του Γιάννη Μπέσιου ήταν εκείνη τη μέρα ακόμα μεγαλύτερη, από τη στιγμή που τού τηλεφώνησαν νωρίς το πρωί από το γηροκομείο, όπου διέμενε η άρρωστη, με βαριάς μορφής άνοια, μητέρα του, η Βάγγιω, για να του πουν, ότι από τα χαράματα είχε εξαφανιστεί και δεν την εύρισκαν πουθενά. Η είδηση τού στοίχισε ένα σχεδόν πακέτο τσιγάρα μαζί με ένα αφόρητο πλάκωμα από τύψεις, επειδή εκείνος ήταν που είχε πείσει τη μάνα του με βαριά, ομολογουμένως, καρδιά, έναν μόλις χρόνο αφότου τού την είχαν στείλει από την Ελλάδα, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα, πως θα ήταν καλύτερο για όλους να διαμένει στο εξής στο Αλτενχάιμ, όπου θα είχε άριστη φροντίδα.

Αφού πέρασε αρκετές ώρες διανύοντας αμέτρητα πήγαινε-έλα μεταξύ σαλονιού και κουζίνας σαν λύκος κλεισμένος σε κλουβί, ένιωσε τελικά να λυτρώνεται, όταν χτύπησε το κουδούνι και ανοίγοντας την εξώπορτα είδε μπροστά του δυο νεαρούς αστυνομικούς που κρατούσαν από τα μπράτσα τη μάνα του. Η κατάστασή της ήταν αξιολύπητη. Tα άσπρα της μαλλιά της ανακατεμένα, ενώ κάτω από μια ακριλική κουβέρτα, με την οποία την είχαν τυλίξει για να μην κρυώνει, φορούσε μονάχα το βρεγμένο νυχτικό της και παντόφλες. «Τη βρήκαμε στο πάρκο» τού είπε ο ένας από τους αστυνομικούς. «Είχε περάσει  τα απαγορευτικά κιγκλιδώματα που έχουμε βάλει λόγω των πλημμυρών στην περιοχή, στέκονταν στη μέση της σιδερένιας πεζογέφυρας πάνω απ’ το ποτάμι και μονολογούσε. Είχαμε δυσκολίες να συνεννοηθούμε μαζί της. Ο γιατρός του ασθενοφόρου που καλέσαμε, την εξέτασε επιτόπου, δεν της βρήκε κάτι παθολογικό και μας συνέστησε να τη φέρουμε καλύτερα πρώτα σε εσάς.»

Ο Γιάννης ευχαρίστησε τα όργανα της τάξεως, έκλεισε με ένα «αουφβίντερζεν» την εξώπορτα και οδήγησε τη μάνα του στο δωμάτιο που τη φιλοξενούσε και τον πρώτο καιρό. Της άλλαξε τα βρεγμένα ρούχα  χωρίς να μπορέσει να αποφύγει την αποκρουστική εικόνα του σκελεθρωμένου και καταζαρωμένου κορμιού της  που κουβαλούσε σχεδόν έναν αιώνα ζωής πάνω του, την έντυσε με μια καθαρή ρόμπα που βρήκε στη ντουλάπα, και τη σκέπασε στο κρεβάτι με ένα χοντρό πάπλωμα. Της χάιδεψε για λίγο τρυφερά το μάγουλο, ενώ εκείνη τον κοίταζε όλη την ώρα με ένα βλέμμα απλανές, σαν να ζούσε κάπου αλλού. Όταν πήγε να βγει απ’ το δωμάτιο την άκουσε να ψελλίζει «Λου βουτουμάρε… Λου βουτουμάρε…» (Τον σκότωσαν... Τον σκότωσαν...) και τότε συνειδητοποίησε, ότι εδώ και μήνες, μετά την τελευταία επιδείνωση της ασθένειάς της, η μάνα είχε σταματήσει πλέον να μιλάει ελληνικά, λες και κάποιος είχε πατήσει  ένα κουμπί και έσβησε το αντίστοιχο γλωσσικό κέντρο στον εγκέφαλό της.

Μετά από λίγη ώρα ήχησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της σύνδεσης ήταν ο θείος ο Βίκτωρας από την Ελλάδα, που είχε ανησυχήσει πληροφορούμενος τα ανησυχητικά μαντάτα για την αδελφή του. Ο Γιάννης τον καθησύχασε αναφέροντάς του το αίσιο, ευτυχώς, τέλος της απρόοπτης ιστορίας, αντάλλαξαν μερικές κουβέντες περί υγείας και γηρατειών, για να ακούσει στη συνέχεια τον θείο του να του να λέει με έναν βαρύ αναστεναγμό «Τι τα θες; Τούτη η γης που την πατούμε… Ω, λάϊα Βάγγιω… (Ω, καημένη (μαύρη) Βάγγιω)»

* * * * *

Η Βάγγιω ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Γιάννη Ρούσα και της γυναίκας του Μαρίτσας. Η φύση την είχε προικίσει με ένα περήφανο παράστημα, πυκνά σγουρά καστανόξανθα μαλλιά, που τα έπλεκε σε δύο χοντρές μακριές κοτσίδες στο πλάι, χοντρά γυριστά ματοτσίνορα και φωτεινά καταγάλανα μάτια. Παρά τις δυσκολίες της εποχής είχε καταφέρει να βγάλει το δημοτικό σχολείο και μάλιστα για δύο τάξεις είχε κάνει και στο ρουμανικό, που λειτουργούσε παράλληλα εδώ και πολλά χρόνια στο χωριό της. Για περισσότερα γράμματα δεν προορίζονταν η Βάγγιω, αφού από μικρή έπρεπε να βοηθάει, όπως και όλα τα άλλα κορίτσια, στις δουλειές του σπιτιού, στη φροντίδα των ζώων και σε οτιδήποτε άλλο απαιτούσε η σκληρή βουνίσια ζωή.

Θα πρέπει να είχε κλείσει τα δεκαέξι της, όταν ο πόλεμος που έκανε άνω κάτω ολόκληρη την ανθρωπότητα, έφτασε και στα δικά της τα μέρη. Το χωριό της, που ήταν χωμένο κι απομονωμένο μέσα στις χαράδρες της Πίνδου, είχε εκείνη την εποχή πεντακόσιες περίπου ψυχές, Βλάχους ορεσίβιους, υλοτόμους κυρίως και κυρατζήδες. Ζούσαν στους δυο μαχαλάδες που χώριζε στη μέση ένα ποτάμι και ένωνε ένα παλιό τοξωτό πέτρινο γεφύρι. Το ποτάμι ήταν πηγή ζωής και ενέργειας για τους κατοίκους και για όλη την γύρω περιοχή, όμως μερικές φορές, όταν δηλαδή τύχαινε να βρέχει για μέρες ασταμάτητα ή έλιωναν την άνοιξη τα χιόνια στα γύρω βουνά, μεταμορφώνονταν σε ένα ορμητικό θηρίο, που με ένα τρομακτικό βουητό σάρωνε τα πάντα στο κατέβασμά του.

Μια τέτοια μέρα ήταν, στα τέλη περίπου του Νοέμβρη, τη χρονιά που οι Ιταλοί του Μουσολίνι επιχείρησαν να ατιμάσουν τη χώρα, όταν η μητέρα της Βάγγιως, ταραγμένη, την ξύπνησε μέσα στα άγρια χαράματα και της έδωσε την εντολή, να πάρει ένα μικρό δισάκι με τρόφιμα – δύο κομμάτια μπομπότα, ένα κρεμμύδι κι ένα αγριόμηλο – και να το αφήσει στον αχυρώνα του Λαλα-Τούσιου, στον πέρα μαχαλά, μετά το τελευταίο σπίτι, στο ανηφορικό μονοπάτι που πήγαινε προς τα Γιάννενα. Θα πήγαινε, θα το άφηνε μπροστά στη πόρτα και θα γύριζε αμέσως, δίχως να πει κουβέντα σε όποιον τυχόν συναντούσε στο δρόμο. Πριν καλά-καλά η ίδια ρωτήσει γιατί και πώς, η μάνα της έσκυψε και της είπε χαμηλόφωνα: «Είναι για τον Ζάρο». Στο άκουσμα του ονόματος η Βάγγιω ταράχτηκε και το πρόσωπό της φωτίστηκε για μια στιγμή. Ένα παράξενο μυρμήγκιασμα άρχισε να ανεβαίνει μέσα της, από την κοιλιά μέχρι το στήθος, που στη συνέχεια ήρθε να επικαλυφθεί από ένα ανάμεικτο συναίσθημα φόβου και έλξης μαζί, για κάτι απαγορευμένο και επικίνδυνο.

Ο φόβος οφείλονταν κυρίως στους δυο χωροφύλακες, που ήταν εδώ και χρόνια εγκατεστημένοι στο χωριό, δύο τύποι πολύ ζόρικοι και αυστηροί, που δεν σήκωναν πολλά, είτε είχαν να κάνουν με μικρούς είτε με μεγάλους σε ηλικία παραβάτες, ειδικά εκείνες τις πρώτες μέρες του πολέμου. Αυτούς τούς έτρεμε από μικρή η Βάγγιω, τους άκουγε που μίλαγαν πάντα απότομα στους χωριανούς ή τους έβλεπε που έκαναν και έλεγαν συχνά ασχήμιες, όταν μεθούσαν σε διάφορα γλέντια. Ο ένας μάλιστα, ο ενωμοτάρχης, ένας μελαχρινός ψηλόσωμος κρητικός με στριφτό μουστάκι, είχε εκδηλώσει αρκετές φορές με πονηρές ματιές ή διάφορα πειράγματα, τις απόκρυφες επιθυμίες του για την τρυφερή Βάγγιω.

Είχαν περάσει περίπου δυο βδομάδες μετά από τη σκληρή μάχη του ελληνικού στρατού με τους Ιταλούς, που είχαν φτάσει κατά την εισβολή τους στη χώρα μέχρι έξω απ’ το χωριό, όταν οι δυο χωροφύλακες, μαζί με ένα μικρό απόσπασμα δικών τους, που είχε καταφτάσει από τα Γιάννενα, συγκέντρωσαν στο μεσοχώρι όλους όσους είχαν καταγεγραμμένους στα κατάστιχά τους ως «ρουμανίζοντες». Απλοί άνθρωποι του ίδιου μόχθου και της ίδιας φτώχειας με τους υπόλοιπους χωριανούς ήταν και αυτοί, εκτός από δυο-τρία άτομα που είχαν απευθείας σχέσεις με το ρουμάνικο προξενείο και διαχειρίζονταν το χρήμα που προορίζονταν για μισθούς των δασκάλων και τη λειτουργία του ρουμάνικου σχολείου. Είτε από ανάγκη είτε από οικογενειακή παράδοση, είχαν βρεθεί οι περισσότεροι μπλεγμένοι εκείνη την εποχή, κυρίως μέσω της επιλογής των σχολείων, με τη ρουμάνικη πλευρά (ή την «προπαγάνδα», όπως την αποκαλούσε η άλλη παράταξη). Εκείνη τη μέρα συνελήφθησαν μαζί με άλλους, όπως έμαθαν αργότερα, από άλλα βλαχοχώρια, ως άτομα «αμφιβόλου ή μειωμένου εθνικού φρονήματος» και πιθανοί συνεργάτες του εχθρού, κι ας είχαν αρκετοί απ’ αυτούς ακόμη πάνω τους το μπαρούτι από το Εσκι Σεχίρ και την εκστρατεία στον Σαγγάριο.

Η μέρα αυτή χαράχτηκε βαθιά μέσα στη μνήμη της Βάγγιως όπως και ολόκληρης της κοινότητας. Είκοσι τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες βρίσκονταν συγκεντρωμένοι κάτω από τον μεγάλο πλάτανο στο μεσοχώρι, με τους οπλισμένους χωροφύλακες σε πολυγωνική διάταξη γύρω τους. Οι περισσότεροι κοιτάζονταν σαστισμένοι ή συζητούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, ενώ κάποιοι είχαν αρχίσει τα παρακάλια προς τους φρουρούς τους για να τους αφήσουν να φύγουν. Πιο πίσω οι γυναίκες με τα μικρά παιδιά κοντά τους στέκονταν βουβές και χλωμές, ενώ άλλες έκλαιγαν, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν, πώς θα έβγαζαν τον χειμώνα χωρίς τον άντρα στο σπίτι, χωρίς εισοδήματα από δουλειά, χωρίς αποθέματα από σιτάρι και καλαμπόκι, μια και όλα είχαν ήδη επιταχτεί για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού. Πού θα τους πήγαιναν; Για πόσο χρόνο; Θα τους σκότωναν μήπως; Αλλά το χειρότερο απ’ όλα, πώς θα άντεχαν το στίγμα του προδότη του Έθνους που θα βάραινε τις οικογένειές τους εκείνες τις φορτισμένες μέρες του πολέμου; Θα μπορούσε να βρίσκεται και ο πατέρας της Βάγγιως ανάμεσα στους συλληφθέντες, αν δεν ήταν ήδη από την έναρξη του πολέμου επιστρατευμένος ως ημιονηγός, αφού ήταν κι ο ίδιος σταμπαρισμένος στις Αρχές, έχοντας έναν μεγαλύτερο αδερφό σπουδαγμένο και εγκατεστημένο χρόνια στη Ρουμανία, για χάρη του οποίου είχε στείλει και την Βάγγιω, έστω για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, στο ρουμανικό σχολείο.

Λίγο πιο πέρα, προς τη μεριά του καφενείου κάθονταν μερικοί χωριανοί που δεν είχαν τέτοιου είδους μπλεξίματα και χάζευαν με περιέργεια το όλο σκηνικό. «Καλά τους κάνουν! Να γλυτώσουμε από αυτή τη γάγγραινα τόσα χρόνια τώρα. Τι Ρουμανίες και κολοκύθια. Άσε που οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν τα καλύτερα χωράφια. Μωρέ να τους στείλουν στον αγύριστο», είπε κάποιος και το μυαλό του στριφογύριζε κυρίως στα χωράφια, που είχε αναφέρει προηγουμένως. Έλεγαν διάφορες τέτοιες κουβέντες κι ας μιλούσαν ακόμα και για δικούς τους συγγενείς ανάμεσα στους συλληφθέντες ή για συγχωριανούς τέλος πάντων, που τους ένωνε η κοινή καταγωγή και προπάντων η κοινή τους μοίρα.

Γιατί έτσι ήταν η κοινότητα. Μια ευλογία και μια κατάρα μαζί. Ευλογία για τον όμορφο τόπο, για όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα γύρω τους, τα φτιαγμένα από τα δικά τους τα χέρια, τα αρχοντόσπιτα, τα καλντερίμια, τις βρύσες, τα νεροπρίονα, όπως και τους προστάτες Αγίους τους, το σύστημα αξιών και τα σύμβολά τους, και τους ιερούς τόπους τους. Ένας ολόκληρος πολιτισμός που τους ένωνε όλους, και που με κάθε ευκαιρία το διατράνωναν προς τα έξω, πιασμένοι όλοι μαζί από τα χέρια σε τεράστιους κυκλωτικούς χορούς, σε ρυθμούς μιας αρχέγονης τελετουργίας. Από την άλλη, η κατάρα του φθόνου και του διχασμού, οι συγκρούσεις των διαφόρων εγωισμών, ανάμεσα στα «κριάρια του κοπαδιού», που δημιουργούσαν και τα αντίστοιχα στρατόπεδα. Φαίνεται πως χρειάζονταν λοιπόν η κοινότητα τον πόνο, ακόμη και το αίμα της, σαν μια επιπλέον συγκολλητική ουσία, για το στέριωμα της ενότητάς της,  την αναβάπτισή της και αναγέννησή της στο πέρασμα των αιώνων. Κι αν δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή οι ρουμανίζοντες ίσως να είχε επινοηθεί κάποια άλλη ομάδα για να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, γεγονός που επαληθεύτηκε  λίγα χρόνια αργότερα στην αιματοχυσία του Εμφυλίου.

Λίγο πριν αναχωρήσει το μπουλούκι με τους κρατούμενους και τους χωροφύλακες συνοδούς τους πεζή για τα Γιάννενα, με απώτερο προορισμό, όπως τους είπαν, κάποιο στρατόπεδο στην Κόρινθο, ο επικεφαλής του αποσπάσματος, κρατώντας έναν κατάλογο ονομάτων φώναξε δυνατά το όνομα κάποιου, που, όπως φαίνονταν, είχε διαφύγει της σύλληψης. «Στέργιος Ζάρος! Πού είναι ο μπάσταρδος; Να μη μας ξεφύγει! Να συλληφθεί και αυτός! Οπωσδήποτε!»

Ο Στέργιος Ζάρος, ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση μεταξύ των μελών της μικρής ορεινής κοινότητας. Σπουδαγμένος στο Βουκουρέστι και πολυταξιδεμένος σε Αμερικές και Παρίσια, είχε επιστρέψει πριν μερικά χρόνια στο χωριό, αφού είχε κλείσει πλέον τον κύκλο των πνευματικών και επαγγελματικών αναζητήσεών του. Ξεχώριζε από όλους, όχι μόνο για το ευρωπαϊκό του ντύσιμο και τις παράξενες καθημερινές του συνήθειες αλλά, κυρίως, για τις καινούργιες ιδέες που κουβαλούσε μαζί του, αναστατώνοντας συχνά τη συντηρητική τοπική κοινωνία, τόσο της πλειοψηφούσας «ελληνόφρονης», όσο και της άλλης παράταξης. Καταρχάς είχε φέρει απ’ έξω διάφορες μικρές καινοτομίες που είχαν όμως ωφελήσει πολύ τους συγχωριανούς του. Έπεισε, για παράδειγμα, μετά από μεγάλη προσπάθεια πολλούς να αποκτήσουν και να διατηρούν αγελάδες – άγνωστο ζώο στο χωριό μέχρι τότε – αντί για αιγοπρόβατα, κι έτσι πολλά παιδιά χόρτασαν γάλα και οικογένειες γλίτωσαν από την πείνα σε καιρούς χαλεπούς. Εκπαίδευσε επίσης πολλούς συγχωριανούς του στο μπόλιασμα των δένδρων, με αποτέλεσμα να απολαμβάνουν κάθε χρόνο μήλα, κεράσια και ότι άλλο ωφέλιμο καρπό μπορεί να παράγει η μητέρα Φύση. Σε άλλους τομείς πάλι οι ιδέες του δεν εύρισκαν ανταπόκριση, όταν για παράδειγμα προσπαθούσε να τους εξηγήσει, ότι είναι προς το συμφέρον τους να ιδρύσουν έναν συνεταιρισμό για την εκμετάλλευση του δάσους και την εμπόρευση της ξυλείας τους, αντί να αγκομαχεί ο καθένας μονάχος του, να μοιράζονται το κόστος και τη σωματική εργασία και να μην βρίσκονται τελικά στο έλεος των ορέξεων τού κάθε αμείλικτου ξυλέμπορου από τα Γιάννενα ή την Κοζάνη. Αυτά τα πράγματα δεν τα πολυκαταλάβαιναν οι ταπεινοί υλοτόμοι, μερικοί μάλιστα τα θεωρούσαν κομμουνιστικά.

Η «ρουμάνικη παράταξη» επίσης πολλές φορές δεν τον καταλάβαινε και μάλιστα είχε έρθει σε ρήξη μαζί του, επειδή εκείνος, παρότι ήταν βλαστάρι του δικού της εκπαιδευτικού συστήματος και «φρονήματος», τούς τα είχε, κατά καιρούς, ψάλει, ότι δηλαδή ο ρόλος τους είναι επιβλαβής και οι προσπάθειές τους μάταιες, ότι όλα αυτά τα εκατομμύρια από το ρουμάνικο κράτος για σχολεία και εκκλησίες στις βλάχικες κοινότητες ήταν μια σκανδαλώδης σπατάλη χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, όταν μάλιστα άλλες περιοχές στη Ρουμανία παρέμεναν πάμπτωχες και είχαν μεγαλύτερες ανάγκες, και ότι το μόνο που είχαν πετύχει ήταν ο ανούσιος και καταστρεπτικός διχασμός των βλάχικων κοινοτήτων και τίποτε άλλο.

Ο Στέργιος Ζάρος είχε περάσει τα τριάντα του αλλά λίγο το κομψό παρουσιαστικό του, λίγο η ευγένεια στους τρόπους και στα λόγια του, μαζί με τον  ευρωπαϊκό του «αέρα», τον έδειχναν αρκετά νεότερο. Δεν άργησε λοιπόν να συμβεί μια μέρα στη νεαρή Βάγγιω, όταν διασταυρώθηκαν τυχαία και κόλλησαν μεταξύ τους για λίγη ώρα τα βλέμματά τους στο προαύλιο της εκκλησίας, αυτό που συμβαίνει σε όλα τα κορίτσια που νιώθουν ότι έχουν αφήσει πλέον πίσω τους την αθωότητα των παιδικών τους χρόνων για να περιπλανηθούν στον άγνωστο κόσμο των βάσανων του έρωτα. Ο Ζάρος πέρασε και καρφώθηκε σαν βέλος βαθιά μέσα στη σκέψη της, κι έμεινε εκεί νύχτα και μέρα.

* * * * *

Η Βάγγιω έκλεισε με προσοχή την πόρτα του οβορού, για να μην την ακούσει κάποιος γείτονας, έσφιξε το δισάκι κάτω απ’ τη μασχάλη της και κατηφόρισε στο καλντερίμι που οδηγούσε στο γεφύρι. Προσπαθούσε να περπατάει όσο γίνεται πιο φυσιολογικά, ώστε να μην κινήσει τις υποψίες κάποιου που τυχόν θα την έβλεπε.  Περισσότερο όμως προσπαθούσε να ελέγξει το καρδιοχτύπι της, που το ένιωθε σαν μικρές σφυριές στο στέρνο της και σε ολόκληρο το κορμί. Θα ξημέρωνε σε λίγο και η μέρα προμηνύονταν καθαρή, χωρίς άλλη βροχή ή χιόνι. Πλησιάζοντας προς το ποτάμι άκουσε το ασυνήθιστα δυνατό βουητό του, έναν ασταμάτητο ήχο υπερφυσικό, σαν να έβγαινε από τα έγκατα ενός άλλου κόσμου. Όταν έφτασε στην άκρη της γέφυρας και κοίταξε προς τα νερά, έμεινε με το στόμα της ανοιχτό. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναδεί το ποτάμι τόσο φουσκωμένο. Ένας τεράστιος, ατελείωτος, καφετί αφρισμένος χυλός, που κουβαλούσε μαζί του κλωνάρια, θάμνους, ακόμη και ολόκληρα κούτσουρα. Το νερό χτυπούσε με λύσσα τις δυο βάσεις του γεφυριού, έτσι που θα νόμιζε κανείς, ότι ήταν θέμα χρόνου το γκρέμισμά του και το κομμάτιασμα του μεγαλοπρεπούς τόξου του.

Με γρήγορες δρασκελιές η Βάγγιω βρέθηκε στην κορυφή του γεφυριού και στάθηκε μια στιγμή για να κοιτάξει από ψηλά το φοβερό υγρό θέαμα κάτω από τα πόδια της. Και τότε διέκρινε ξαφνικά, μέσα σε όλα τα υλικά που κατέβαζε το ποτάμι, ένα μεγάλο ξεριζωμένο πεύκο, που μέσα στους στροβιλισμούς του νερού είχε πάρει μια όρθια θέση κι ερχόταν απειλητικά προς το μέρος της. Και αμέσως, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, είδε  τρομαγμένη μπροστά της το τέλος τής σύντομης ζωής της, και το μόνο που πρόφτασε να κάνει με αστραπιαία ανακλαστικά, ήταν να καλύψει με τις παλάμες το πρόσωπό της και να γονατίσει σκυφτή, βγάζοντας σαν τσίριγμα από μέσα της ένα «Ντουμνιτζάλε!» (Θεέ μου!). Περίμενε την αμέσως επόμενη στιγμή ένα μεγάλο τράνταγμα με κρότο από την πρόσκρουση και μετά, τον βασανιστικό πνιγμό της μέσα στα παγωμένα ορμητικά νερά.

Δεν κατάλαβε για πόση ώρα, δευτερόλεπτα ή ίσως και λεπτά, είχε μείνει έτσι ακίνητη γονατιστή –  το απειλητικό πεύκο φαίνεται, πως, σαν από θαύμα, την τελευταία στιγμή «υποκλίθηκε» στη γέφυρα και πέρασε από κάτω χωρίς να την αγγίξει – όταν η Βάγγιω ένιωσε  δυο στιβαρά χέρια να τη πιάνουν από τα μπράτσα και να τη σηκώνουν όρθια.

«Για πού το ‘βαλες μικρή, πρωί-πρωί;» άκουσε μια γνώριμη αυστηρή ανδρική φωνή. Γύρισε το κεφάλι της και επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα, αντικρίζοντας τρομαγμένη τις σκυθρωπές φάτσες του ενωμοτάρχη και του βοηθού του. Ενώ προχωρούσαν προς την άλλη άκρη  του γεφυριού ο ενωμοτάρχης άρπαξε το δισάκι της, κοίταξε το περιεχόμενό του και με ύφος αγριωπό τη ρώτησε:  «Πού είναι; Λέγε!» Μέσα στα υπεροπτικά μάτια του η Βάγγιω διέκρινε εκείνη τη γυαλάδα που δεν ξέρεις αν τελικά προέρχεται από μίσος ή από έναν ασίγαστο πόθο ή και τα δυο μαζί. Γιατί η Βάγγιω ήταν σχεδόν σίγουρη, πως ήταν η δική του σκιά που εξαφανίστηκε τρέχοντας στα σκοτάδια, πίσω από την εγκαταλειμμένη καλύβα δίπλα από το αλώνι του χωριού, εκείνο το βράδυ του περασμένου καλοκαιριού, που η ίδια και ο Ζάρος, ο Στέργιος της πια,  είχαν ενώσει για πρώτη φορά, μαζί με τις ψυχές τους και τα διψασμένα τους κορμιά.

Πριν προλάβει να σκεφτεί κάποια δικαιολογία, ένα ψέμα για να γλυτώσει τέλος πάντων, ένιωσε ξαφνικά ένα δυνατό χαστούκι στο ροδαλό της μάγουλο, μετά κι άλλο ένα και τα αυτιά της άρχισαν να σφυρίζουν.  «Παλιορουμούνα, θα σας στείλουμε όλους σηκωτούς στη Ρουμανία! Λέγε, πού τον έχετε κρυμμένο;» «Δεν ξέρω…δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε… Δεν ξέρω!» φώναζε πλέον δυνατά μετά από κάθε χαστούκι, που μετατράπηκαν στη συνέχεια σε μπουνιές και κλωτσιές. «Θα στείλουμε και τη μάνα σου μαζί με τους άλλους, άμα δε μας πεις! Να το ξέρεις!» την απείλησε ο ενωμοτάρχης που γυρίζοντας μετά προς τον συνάδελφό του είπε:  «Αχιλλέα, πήγαινε τώρα αμέσως να συλλάβεις και τη Μαρίτσα και κλείδωσέ την στον Σταθμό. Η μικρή δε βάζει μυαλό».

Η σκέψη και μόνο, ότι το σπίτι με τα πέντε παιδιά θα έχανε τη μάνα, ενώ μάλιστα ο πατέρας βρίσκονταν στο μέτωπο και κανείς δεν ήξερε αν θα γύριζε ποτέ ζωντανός, την πανικόβαλε αφάνταστα. Το δίλημμα ήταν φρικτό και τα χρονικά περιθώρια επιλογής μηδαμινά. «Στον αχυρώνα του Λαλα-Τούσιου!» φώναξε μέσα σε λυγμούς, πεσμένη κάτω στο καλντερίμι και προσπάθησε να σκουπίσει με το χέρι της  τα αίματα που έτρεχαν από τη μύτη της.

«Αν μας λες ψέματα, κακομοίρα μου, τελείωσες!» της φώναξε ο ενωμοτάρχης φεύγοντας, ενώ τραβούσε το περίστροφο από τη θήκη του και έλεγχε αν ο μύλος του ήταν γεμισμένος με σφαίρες.

Η Βάγγιω σηκώθηκε αργά, τίναξε και ίσιαξε τα ρούχα της που είχαν γεμίσει ξηρόχορτα και χώματα και κάθισε για λίγο σε μια μεγάλη πέτρα στην άκρη του δρόμου. Εύχονταν μέσα της ο Ζάρος να τους δει από μακριά και να προφυλαχτεί φεύγοντας έγκαιρα πίσω στο δάσος, όπου είχε κρυφτεί και τη μέρα που μάζευαν τους άλλους,  να μην τον εύρισκαν καθόλου, κι ας την έδερναν εκείνη ξανά και ξανά. Αν πάλι τον έπιαναν, δεν ήθελε να δει να τον σέρνουν δεμένο σαν το σκυλί, ίσως και χτυπημένο, μπροστά της. Εκείνες τις απεγνωσμένες στιγμές είχε κοκκαλώσει και δεν ήξερε τι να κάνει. Έστρεψε το βλέμμα της προς το γεφύρι και το αγριεμένο ποτάμι, και άφησε τη βοή του να την διαπεράσει, να μπει μέσα στα αυτιά της, στο κεφάλι, στη σπονδυλική της στήλη και σ’ όλα τα νεύρα μέχρι τα δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια της. Και τότε άρχισε να νιώθει ολόκληρο το κορμί της να σείεται, να δονείται, να σπαρταράει μέσα στο βουητό αυτό. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε κάποιες αρχέγονες φωνές να βγαίνουν μέσα απ’ τα λασπωμένα νερά και να συντονίζονται σ’ ένα οικείο της τραγούδι:

Μια κόρη ψιλή λιανή

σε γιοφύρι κάθεται

κι όλο συλλογιάζεται

πώς θα το περάσω εγώ

τούτο το θολό νερό…

Στέκονταν σαν χαμένη στην άκρη του γεφυριού, όταν ξαφνικά άκουσε από μακριά, από τη μεριά που είχαν φύγει οι χωροφύλακες, πυροβολισμούς: Έναν, μετά κι άλλον έναν και στη συνέχεια άλλους τρεις…

«Τον σκότωσαν!…» αναφώνησε με γουρλωμένα μάτια και τότε όλα πάγωσαν μέσα της, ο χρόνος, οι αισθήσεις, το μυαλό. Αμέσως μετά, μια άγνωστη δύναμη, χωρίς τη θέλησή της, πρέπει να έθεσε σε κίνηση το κορμί της, να το εξώθησε να τρέξει γρήγορα πάνω στη γέφυρα, να χωθεί στα δαιδαλώδη καλντερίμια και τα στενά σοκάκια του χωριού για να φτάσει στο σπίτι της, να κλειδωθεί για σαράντα μέρες στη μικρή κάμαρα, χωρίς να τρώει και χωρίς να βγάζει μιλιά σε κανέναν, μέχρι που οι χωριανοί είπαν πως το ‘χε χάσει εντελώς.

* * * * *

«Τι ιστορίες κι αυτές…» σκέφτηκε ο Γιάννης, αφού τελείωσε τη μακρά τηλεφωνική συνομιλία με το θείο Βίκτωρα και πήγε να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο που είχε τακτοποιήσει τη μητέρα του. Τη βρήκε ακίνητη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με το στόμα και τα μάτια της ανοιχτά, να κοιτάζουν αόριστα προς το ταβάνι. «Μάνα!…» τής φώναξε τρομαγμένος και η φωνή του έσβησε απότομα. Κοίταξε το αποστεωμένο της πρόσωπο κι ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό να του κόβει την ανάσα.  Κάποια στιγμή, ευτυχώς, η μάνα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και κάρφωσε στη συνέχεια το βλέμμα της στο δικό του. «Νου βρεάμ σ’ ου φάκου… Νου βρεάμ…» (Δεν ήθελα να το κάνω… δεν ήθελα...) του ψιθύρισε και μέσα από τα στεγνωμένα χείλη της άρχισε να βγαίνει ένας αργόσυρτος, ασυνάρτητος σκοπός, κάτι σαν μουρμουρητό, σαν ένα τελευταίο σιγανό κλάμα.

Γιώργος Μ. Βραζιτούλης

Βερολίνο, Δεκέμβρης 2021

……………………………………………………………………………..

Αναδημοσίευση από την σελίδα «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» του Νίκου Σαραντάκου

Φωτογραφία: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΟΥΡΝΑΚΗΣ