Ιστορίες - γεγονότα

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Ριμένων (Αρβανιτόβλαχων) της Ακαρνανίας: Μια πρώτη προσέγγιση

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας: Μια πρώτη προσέγγισηΑντικείμενο της εργασίας αυτής είναι το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των μελών της Αρβανιτοβλάχικης γλωσσικής ομάδας της Ακαρνανίας.1

Στην αρχή παρατίθεται μια σύντομη εισαγωγή σχετικά με την πολυωνυμία των λαών και ιδιαίτερα των Βλάχων, παρακλάδι των οποίων αποτελεί και η ανωτέρω γλωσσική ομάδα. Στη συνέχεια παρουσιάζονται κάποια γεωγραφικά στοιχεία για την περιοχή όπου κατοικούν σήμερα οι Ριμένοι (Αρβανιτόβλάχοι) της Ακαρνανίας και πραγματοποιείται μια γενικότερη αναφορά στο υπό μελέτη προσωνύμιο (πού αλλού απαντάται, ετυμολογία κ.λπ.). Κατόπιν δίνονται κάποια ιστορικά στοιχεία (βιβλιογραφικές αναφορές/πηγές, χειρόγραφα, έγγραφα του 19ου αιώνα, δημοτικά τραγούδια, τοπωνύμια κ.λπ.) όπου απαντάται το συγκεκριμένο προσωνύμιο σε σχέση κυρίως με τους Βλάχους της Ακαρνανίας και κατά δεύτερο λόγο με τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας. Διατυπώνονται επίσης μερικές σκέψεις και παρουσιάζονται κάποια στοιχεία αναφορικά με την ενδεχόμενη σχέση των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας με την ομώνυμη ομάδα της Θεσσαλίας. Τέλος, καταγράφονται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την παρούσα μελέτη.

Εισαγωγή

Είναι αρκετά συνηθισμένη στην ιστορία της ονομασίας των λαών η πολυωνυμία, δηλαδή το φαινόμενο κάποιοι από αυτούς να έχουν δύο ή και περισσότερα ονόματα με τα οποία ετεροπροσδιορίζονται (τους αποκαλούν οι άλλοι) ή αυτοπροσδιορίζονται (αποκαλούν οι ίδιοι τον εαυτό τους/αυτοαποκαλούνται). Για να περιοριστούμε μόνο στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και σε κάποιους άλλους γειτονικούς λαούς, θα αναφέρουμε πως εμείς οι Έλληνες αυτοπροσδιοριζόμαστε κυρίως με το παραπάνω εθνωνύμιο αλλά και με τον όρο Ρωμιοί (οι εναπομείναντες Έλληνες κάτοικοι της Τουρκίας) καθώς και με το παλαιότερο εθνωνύμιο Γραικοί, ιδιαίτερα μέχρι την περίοδο της Τουρκοκρατίας.2 Επίσης είναι γνωστό ότι ετεροπροσδιοριζόμαστε με άλλο όνομα πέρα από αυτό με το οποίο αυτοπροσδιοριζόμαστε, δηλαδή το εθνωνύμιο Έλληνες. Συγκεκριμένα οι δυτικοί λαοί (ευρωπαίοι, αμερικανοί κ.λπ.) αλλά και οι βαλκανικοί μάς αποκαλούν με διάφορες παραλλαγές του εθνωνυμίου Greeks (= Γραικοί), οι ασιατικοί λαοί με το εθνωνύμιο Γιουνάν/Γιουνανί (= Ίωνες), ενώ οι λαοί της Ανατολικής Μεσογείου με το εθνωνύμιο Γιαβάν (Yavan ή Javan), το οποίο αποτελεί παραλλαγή του αμέσως προηγούμενου. Με το εθνωνύμιο Greeks επίσης αυτοπροσδιοριζόμαστε, όταν επικοινωνούμε με αλλόγλωσσους. Με αυτόν τον όρο ακόμη έχουμε αναγνωριστεί από τους διάφορους διεθνείς οργανισμούς (Ο.Η.Ε., N.A.T.O., Ε.Ε. κ.λπ.).3 Άλλο σχετικό παράδειγμα αποτελούν οι Αλβανοί, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται ως Σκιπτάροι/Σκιπτάρ (Shqipëtarë) ενώ ετεροαποκαλούνται ως Αλβανοί (Albanians).4 Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με άλλους λαούς, π.χ. τους Γάλλους (Français/French/Γάλλοι/Φραντσέζοι/Φράγκοι), τους Γερμανούς (Deutschen/Germans) κ.λπ.

Είναι επίσης συνηθισμένο φαινόμενο να υπάρχουν πολλές επιμέρους ονομασίες (προσωνύμια) με τις οποίες προσδιορίζονται μικρότερες ομάδες ενός λαού με βάση κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (γλωσσικά, γεωγραφικά, θρησκευτικά, ιστορικά, λαογραφικά, διατροφικά, ενδυματολογικά κ.λπ.). Έτσι για τους Έλληνες υπάρχουν, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω προσωνύμια: Πόντιοι, Κρητικοί, Μοραΐτες, Μακεδόνες, Θρακιώτες, Ηπειρώτες, Νησιώτες, Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ή Μεμέτια, Λατίνοι/οι Καθολικοί κάτοικοι της Σύρου, Γραικύλοι, Γκαζμάδες (Κασμάδες)/οι Λέσβιοι, Ακανέδες/οι Σερραίοι, Παγουράδες/οι Γιαννιώτες, Γκατζόληδες/οι κάτοικοι του Έβρου, Γκάγκαροι/οι Αθηναίοι, Καρντάσια/οι Θεσσαλονικείς, Καλαμαράδες, Ελλαδίτες κ.λπ.5

Η πολυωνυμία ήταν συνηθισμένη και κατά την αρχαιότητα, αφού ως γνωστόν οι Έλληνες ονομάζονταν μεταξύ των άλλων ως: Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς, Δαναοί (παλιότερα), Έλληνες (στην αρχή μόνο οι κάτοικοι της αρχαίας Φθίας και αργότερα επεκτάθηκε σε όλες τις ελληνικές φυλές), Σελλοί (οι κάτοικοι της κεντρικής Ηπείρου), Γραικοί κ.λπ.6 Αυτό όμως που δεν είναι συνηθισμένο είναι το φαινόμενο το οποίο συμβαίνει με τις διάφορες ονομασίες των Βλάχων. Σε σχετική έρευνα που κάναμε εντοπίσαμε τουλάχιστον 42 ονομασίες με τις οποίες αποκαλείται από τους τρίτους (ετεροαποκαλείται) η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα. Μάλιστα υπάρχουν διαφορετικές ονομασίες των Βλάχων ανάλογα με τη χώρα στην οποία ζουν. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλά προσωνύμια των Βλάχων, τα οποία αναφέρονται στις κατά τόπους διαφορετικές Βλάχικες γλωσσικές ομάδες (Αρβανιτόβλαχοι, Γραικόβλαχοι, Γραμμουστιάνοι, Μοσχοπολίτες κ.λπ.).

Επειδή θα ξέφευγε κατά πολύ από τους στόχους της συγκεκριμένης μελέτης μια εκτεταμένη αναφορά στις διαφορετικές ονομασίες των Βλάχων, γι’ αυτό θα περιοριστούμε στις πιο γνωστές. Εκτός λοιπόν από το όνομα Βλάχος υπάρχουν και οι παρακάτω ονομασίες (Έξαρχος, 2010: 12-21 και Έξαρχος, 2001, τόμος Α΄: 28-29). Στην Ελλάδα: Κουτσόβλαχοι, Μπουρτζόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι, Καραγκούνηδες, Τσιντσάροι, Μακεδονόβλαχοι, Γραικόβλαχοι, Ελληνόβλαχοι, Γραικολατίνοι, Μογλενίτες, Καράβλαχοι ή Μαυρόβλαχοι, Μοσχόβλαχοι, Ρουμανόβλαχοι κ.λπ. Στην Αλβανία: Vlleu’t, Vlle’t, Goga και Tsiopani. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία: Vlashi, Tsintsari κ.λπ. Στην πρώην ΓΔΜ: Vlashi, Tsintsari, Aromani. Στη Βουλγαρία: Vlashi, Tsintsari. Στη Ρουμανία: Aromani, Macedonoromani, Macedoneani, Romani din Macedonia. Στην Τουρκία: Vla, Ula, Ulak κ.λπ.

Από τα παραπάνω ονόματα διαπιστώνουμε ότι σε κάθε κράτος του βαλκανικού χώρου, όπου ζουν ή ζούσαν οι Βλάχοι, υπάρχουν -όπως ήδη αναφέρθηκε- πολλές και διαφορετικές ονομασίες των τελευταίων. Το γεγονός αυτό θεωρούμε ότι είναι ένα από τα πιο σπάνια φαινόμενα στην ιστορία των εθνωνυμίων και πιστεύουμε ότι -μεταξύ άλλων- υποδηλώνει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες που έγιναν από κάθε βαλκανικό κράτος, στο οποίο κατοικούσαν οι Βλάχοι, να προσεταιριστεί την εν λόγω γλωσσική ομάδα προς όφελός του. Η πολυωνυμία αυτή λοιπόν οφείλεται αφ’ ενός σε εθνικούς-πολιτικούς λόγους και αφ’ ετέρου σε ιστορικούς και κυρίως στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα υπήρξε για αιώνες διεσπαρμένη σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο. Η πολυδιάσπαση, ως γνωστόν, οδηγεί αναπόφευκτα και στην πολυωνυμία. Τέλος, η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα δεν απέκτησε ποτέ και πουθενά στα Βαλκάνια κάποια κρατική οντότητα, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της επικρατούσας πολυωνυμίας.

Στη μελέτη αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, θα ασχοληθούμε με ένα από τα πολλά προσωνύμια των Βλάχων και συγκεκριμένα με τον όρο Καραγκούνηδες, τον οποίο φέρει σήμερα μόνο η Αρβανιτοβλάχικη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας. Επίσης θα εξετάσουμε την πιθανή σχέση του προσωνυμίου αυτού με τον ομώνυμο όρο (Καραγκούνηδες) που απαντάται στη Θεσσαλία. Ωστόσο θα γίνει μια γενικότερη αναφορά στους Βλάχους της Ακαρνανίας και στο προσωνύμιο Καραγκούνηδες (πού απαντάται, ετυμολογία κ.λπ.), κάτι που θεωρούμε ότι θα μας βοηθήσει σημαντικά στην καλύτερη κατανόηση του υπό εξέταση προσωνυμίου.

Εικόνα 1. Χάρτης της Ακαρνανίας όπου φαίνονται τα Βλαχοχώρια της περιοχής (Κουκούδης, 2000, τόμος Β΄: 65)Εικόνα 1. Χάρτης της Ακαρνανίας όπου φαίνονται τα Βλαχοχώρια της περιοχής (Κουκούδης, 2000, τόμος Β΄: 65)Το προσωνύμιο Καραγκούνης

Στον νομό Αιτωλοακαρνανίας, κατά μήκος του κάτω Αχελώου και συγκεκριμένα μεταξύ της δεξιάς όχθης του ποταμού και του βελανιδοδάσους της Μάνινας (περίπου στα νότια «σύνορα» των πρώην επαρχιών Βάλτου και Ξηρομέρου-Βονίτσης), υπάρχουν σήμερα έξι χωριά κι ένας οικισμός οι περισσότεροι κάτοικοι των οποίων είναι δίγλωσσοι.7 Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν εκτός από την ελληνική και τη Βλάχικη γλώσσα και, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανήκουν στην ίδια γλωσσική ομάδα, στους λεγόμενους Αρβανιτόβλαχους ή Καραγκούνηδες. Τα χωριά στα οποία κατοικούν είναι ηΣτράτος (πρώην Σωροβίγλι) , τα Όχθια, η Γουριώτισσα (πρώην Γαλιτσά) - Τοπικές Κοινότητες του Δήμου Αγρινίου- η Παλαιομάνινα, το Αγράμπελο/τα Αγράμπελα, το Στρογγυλοβούνι (πρώην Καλέντζι) και ο οικισμός Μάνινα Βλιζιανών -Τοπικές Κοινότητες του Δήμου Ξηρομέρου. Για τα χωριά αυτά δες στον χάρτη της εικόνας 1.

Οι Αρβανιτόβλαχοι, και συγκεκριμένα οι Καραγκούνηδες, είναι Βλάχοι οι οποίοι προέρχονται κυρίως από την περιοχή της Ηπείρου, Βόρειας και Νότιας. Η γλωσσική ομάδα των Καραγκούνηδων επίσης αποτελεί υποδιαίρεση της ευρύτερης Βλάχικης γλωσσικής ομάδας και εμφανίζει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (γλωσσικά, πολιτισμικά, εθνογραφικά κ.λπ.) που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες ομόγλωσσες ομάδες σε σημαντικό βαθμό (Μπουσμπούκης, 1999: 54-55.

Kahl, 2009: 267-269 & Αλεξάκης, 2009: 20). Σε κάποια φάση της ιστορίας της μάλιστα η ομάδα αυτή υπήρξε ακόμη και τρίγλωσση, με τους ομιλητές της να μιλούν συγχρόνως Βλάχικα, Ελληνικά και Αλβανικά/Αρβανίτικα (Αραβαντινός, 1856, τόμος δεύτερος: 147· Heuzey, 1860: 269· Λαμπρίδου, 1888: 9· Weigand, 2001, τόμος Α΄: 226· Κρυστάλλη, 1952: 10· Βασιλείου, 2012: 289 κ.ά.). Mία ακόμη ισχυρή απόδειξη για την τριγλωσσία τους κατά τους προηγούμενους αιώνες αποτελούν τα τοπωνύμια της περιοχής, όπου σήμερα κατοικούν οι Καραγκούνηδες, τα παρωνύμια και τα επώνυμά τους, πολλά από τα οποία είναι αλβανικής προέλευσης (δες σχετικά Βασιλείου, 2012 και 2015: passim).

Με το προσωνύμιο Καραγκούνηδες αυτοαποκαλούνται και ετεροαποκαλούνται οι συγκεκριμένοι άνθρωποι στις επαφές τους με αλλόγλωσσους (ελληνόφωνους) της περιοχής (δες σχετικά στα συμπεράσματα της παρούσας μελέτης), ωστόσο στη γλώσσα τους αυτοαποκαλούνται ως Riménu (ο ένας)/Riméni (οι πολλοί). Το εθνωνύμιο Βλάχος δεν χρησιμοποιείται από τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Τα τελευταία χρόνια το χρησιμοποιούν κάποιοι που το έχουν μάθει από τη σχετική βιβλιογραφία.

Εικόνα 2. Χάρτης όπου μεταξύ άλλων φαίνονται τα Καραγκουνοχώρια της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας. Πηγή: Πολιτικός και Μορφολογικός Χάρτης Ελλάδος, Διον. & Βασ. ΛουκόπουλουΕικόνα 2. Χάρτης όπου μεταξύ άλλων φαίνονται τα Καραγκουνοχώρια της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας. Πηγή: Πολιτικός και Μορφολογικός Χάρτης Ελλάδος, Διον. & Βασ. Λουκόπουλου

Με το όνομα Καραγκούνηδες εκτός από τους Βλάχους της Ακαρνανίας καταγράφεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, και μια ομάδα γεωργοκτηνοτρόφων της Θεσσαλίας, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται και ετεροπροσδιορίζονται με αυτό το προσωνύμιο. Οι άνθρωποι αυτοί κατοικούν στα πεδινά μέρη του θεσσαλικού κάμπου, κυρίως στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού Καρδίτσας και σε ορισμένα χωριά των Φαρσάλων και των Τρικάλων. Σε ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας μάλιστα υπάρχει για τους Καραγκούνηδες της περιοχής αυτής και ο σπανιότερος όρος Καραγκουνόβλαχοι (Φαλτάιτς, 1933: 791. Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, 1972, τόμος 15ος: 33). Τον όρο Καραγκουνόβλαχος τον καταγράφει και ο Λαμνάτος (1973: 17), ο οποίος μάλιστα αναφέρει ότι ο όρος αυτός αποδίδεται σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας στους γεωργοκτηνοτρόφους. Με την πληροφορία αυτή του Λαμνάτου διαφωνεί ο Ντούλας (2011: 368).

Οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας ωστόσο δεν είναι δίγλωσσοι, όπως οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, και μιλούν μόνο ελληνικά. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει πολλούς να υποστηρίξουν ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση με τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας (Τσαμπάζη, 1961: 255 . Λαζάρου, 1976: 86. Κουκούδης, 2000, τόμος Β΄: 271, Ντούλας, 2011: 337-430 κ.ά.) και φυσικά ότι δεν είναι Βλάχικης καταγωγής. Μάλιστα έχει γίνει και μια ανθρωπολογική μελέτη το 1970 μεταξύ των κατοίκων των χωριών Μαλακάσι, Παναγία και Προάστειο Καρδίτσης (οι κάτοικοι των δύο πρώτων είναι Βλαχόφωνοι, ενώ του τρίτου είναι Καραγκούνηδες μη Βλαχόφωνοι) από την οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ερευνήτριας που την πραγματοποίησε, προέκυψαν στοιχεία φυλετικής διαφοράς μεταξύ των μελών των δύο παραπάνω ομάδων (Τσιώλη, 1974: 30-31). Ωστόσο θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η παραπάνω έρευνα συνέκρινε τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας με τους Βλάχους της ίδιας περιοχής. Με τους τελευταίους οι Βλάχοι (Καραγκούνηδες) της Ακαρνανίας παρουσιάζουν, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αρκετές διαφορές. Ενδιαφέρον λοιπόν θα ήταν μία ανάλογη έρευνα να είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας και των Ριμένων (Αρβανιτόβλαχων/Καραγκούνηδων) της Ακαρνανίας.

Θα πρέπει όμως να αναφέρουμε εδώ πως είναι μοναδικό το φαινόμενο στην ιστορία των εθνωνυμίων/προσωνυμίων των λαών να ονομάζονται με το ίδιο όνομα δύο ομάδες ανθρώπων που δεν έχουν καμιά συγγενική σχέση μεταξύ τους σε γλωσσικό, πολιτισμικό ή οποιοδήποτε άλλο επίπεδο. Μάλιστα τα μέλη των δύο αυτών ομάδων κατοικούν για αιώνες χωρίς καμιά επαφή μεταξύ τους σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδος (Ακαρνανία - Θεσσαλία), εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά η μία ομάδα από την άλλη (δες σχετικά στον χάρτη της εικόνας 2 το τριγωνικό μαύρο πλαίσιο/Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας και το ορθογώνιο μαύρο πλαίσιο/Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας).

Κάποιοι ερευνητές ωστόσο έχουν υποστηρίξει την άποψη ότι οι δύο αυτές ομάδες Καραγκούνηδων πιθανόν να έχουν σχέση μεταξύ τους, άσχετα από το γεγονός ότι τα μέλη της μιας (θεσσαλικής) δεν μιλάει τη Βλάχικη γλώσσα. Ίσως, σύμφωνα με την ίδια άποψη, η μία ομάδα να έχει «αποβλαχιστεί» γλωσσικά εδώ και αιώνες κι έτσι να μην προκύπτει κάποια γλωσσική συγγένεια μεταξύ των δύο ομάδων. Εξάλλου η γλώσσα δεν είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να προσδιορίσει εθνολογικά μια ομάδα.8 Ο Ρίζος (2004: 231) μάλιστα στηριζόμενος σε μαρτυρίες ιστορικών πηγών υποστηρίζει πως οι Γκαραγκούνηδες της νοτιοδυτικής Θεσσαλίας, η τελευταία ήταν εξάλλου μέρος της Μεγάλης Βλαχίας του Μεσαίωνα αλλά και της Τουρκοκρατίας, είναι εξελληνισμένοι Αρβανίτες που μετανάστευσαν στην περιοχή αλλά και στην υπόλοιπη κεντρική Ελλάδα (Φθιώτιδα κ.λπ.) στις αρχές του 14ου μ. Χ. αιώνα.9 Αν δεχτούμε την παραπάνω άποψη του Ρίζου, τότε κατά πάσα πιθανότητα προκύπτει σχέση μεταξύ των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας (Αρβανιτόβλαχοι) και των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας (εξελληνισμένοι Αρβανίτες), άσχετα από τη γλωσσική διαφοροποίηση των μελών της καθεμιάς. Εξάλλου αποβλαχισθέντες ως προς τη γλώσσα τους υπάρχουν και άλλοι Βλάχοι σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, π.χ. στην Ευρυτανία, τη Ναυπακτία κ.λπ., οι οποίοι μάλιστα αγνοούν την καταγωγή τους αυτή.10

Σχέση μεταξύ Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας έχει υποστηρίξει και ο Κώστας Κρυστάλλης (1952: 6-7), ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐκτὸς τῆς χώρας ταύτης (Ιλλυρία/Νέα ή Άνω Ήπειρο) τὴν Βλαχικὴν αὐτὴν φυλὴν [σ.σ. τους Καραγκούνηδες] εὑρίσκομεν καὶ ἐν Ζαγορίῳ τῆς Ἠπείρου, κατὰ τὸ θέρος, ὁπόθεν τὸν χειμῶνα καταβαίνει εἰς τὰ περὶ τοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ τὴν Σαγιάδαν χειμαδιά. Ἐπίσης εὑρίσκομεν αὐτὴν καὶ περὶ τὸν Ὄλυμπον [σ.σ. δες εξαγωνικό μαύρο πλαίσιο χάρτη εικόνας 2 καθώς και τα σχετικά με τον Κοκκινοπλό στην υποσημείωση 10] ἐν μικρῷ ἀριθμῷ, ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Καρδίτσης καὶ τῶν Φαρσάλων εἰς μέγα πλῆθος, ἐπὶ τῆς Ὄθρυος [σχετικά μ’ αυτούς δες στην υποσημείωση 9] , ἐπὶ τοῦ Παρνασσοῦ καὶ ἐν Ἀκαρνανίᾳ […] Καραγκουνιὰ λέγεται ἅπαν το πεδινὸν τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης καὶ μέρος τοῦ πεδινοῦ τμήματος τῶν Τρικάλων. Οἱ κάτοικοι αὐτῆς καλοῦνται Καραγκούνιδες καὶ διαφέρουσιν οὐσιωδῶς τῶν ἄλλων Θεσσαλικῶν φυλῶν κατὰ τε τὴν ἐνδυμασίαν, τὸν χαρακτῆρα, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τὸ γλωσσικὸν ἰδίωμα». Για τη γλώσσα των Καραγκούνηδων ο Κρυστάλλης (ό.π.: 10) αναφέρει:«Ἡ γλῶσσα αὐτῶν εἶναι ἐν Ἠπείρῳ βαρβαρωτάτη, δύναταί τις εἰπεῖν · εἶναι κρᾶμά τι ἀνώμαλον Ἀλβανικῆς και Βλαχικῆς, ἐνῷ ἐν Ἀκαρνανίᾳ καὶ Θεσσαλίᾳ, ἐξέμαθον κάλλιστα τὴν Ἑλληνικήν». 11 Για τα τραγούδια τέλος των Καραγκούνηδων γράφει (ό.π.: 10-11):«Ἄδουσιν ἐπίσης Ἀλβανιστί· ὀλίγιστα δὲ σώζονται παρ’ αὐτοῖς Βλαχικά ἄσματα».12

Εκτός από όλα τα παραπάνω, ένα ακόμη στοιχείο που συνηγορεί κατά τη γνώμη μας υπέρ της άποψης ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας σχετίζονται με τους Βλάχους και συγκεκριμένα με τους Ριμένους (Αρβανιτόβλαχους/Καραγκούνηδες) είναι και το γεγονός ότι παλιότερα, όπως αναφέρθηκε, αυτοί είχαν και το προσωνύμιο Καραγκουνόβλαχοι (Φαλτάιτς, 1933: 791), όπως και οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Το γεγονός αυτό θεωρούμε ότι δείχνει άμεση σχέση τους με τους Βλάχους. Μάλιστα ο Φαλτάιτς (ό.π.) αναφέρει πως πολλές φορές ο όρος Καραγκούνης καταντά ταυτόσημος με τον όρο Βλάχος.13 Επίσης θεωρούμε ότι ενισχυτικό για την παραπάνω άποψη είναι και το γεγονός της ομωνυμίας των δύο αυτών ομάδων (Καραγκούνηδες). Όπως ήδη αναφέρθηκε δεν είναι σύνηθες να προσδιορίζονται συγχρόνως με το ίδιο όνομα δύο διαφορετικές ομάδες πληθυσμών, που κατοικούν μάλιστα σε διαφορετικούς τόπους κι οι οποίες δεν έχουν καμία επαφή μεταξύ τους για αιώνες. Όλα αυτά όμως θα τα πραγματευτούμε αναλυτικά στα επόμενα κεφάλαια.

Η ετυμολογία του ονόματος Καραγκούνης

Για την ετυμολογία του προσωνυμίου Καραγκούνης έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές προτάσεις κι έχουν δοθεί ανάλογες ερμηνείες. Παρατηρείται δηλαδή κι εδώ ό,τι έχει παρατηρηθεί ως προς την ετυμολογία/ερμηνεία του εθνωνυμίου Βλάχος.14 Από όλες τις ετυμολογικές προτάσεις, που κατά καιρούς έχουν προταθεί για τον όρο Καραγκούνης, θα αναφέρουμε συγκρεκριμένη μελέτη τις πιο σημαντικές κατά την άποψή μας.

Το προσωνύμιο Καραγκούνης λοιπόν είναι σύνθετο. Όσον αφορά το πρώτο συνθετικό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για την τουρκική λέξη kara, η οποία σημαίνει το μαύρο (Ομάδα καθηγητών τουρκικής γλώσσας, 2003: 143).15 Κατ’ επέκταση το πρώτο συνθετικό μπορεί να σημαίνει τον μελαχρινό στην όψη αλλά και μεταφορικά τον δυστυχή, τον ταλαίπωρο κ.λπ. Ο Μακρυγιάννης (χ.χ.: 61) μάλιστα αποκαλεί τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας ως «καημένους», όρος που ταιριάζει απόλυτα με τη μεταφορική ερμηνεία στην ελληνική γλώσσα της τουρκικής λέξης kara.16,17

Το δεύτερο συνθετικό χρειάζεται ιδιαίτερη ετυμολογική προσέγγιση. Έχουν υποστηριχθεί μάλιστα διάφορες ετυμολογικές και ερμηνευτικές προτάσεις. Ο Αραβαντινός (2000 [1905]: 35) έχει υποστηρίξει ότι προέρχεται από την αλβανική λέξη γκούνα (= επενδύτης ή κάπα). Επειδή το ένδυμα αυτό ήταν μαύρο, μιας και κατασκευαζόταν από μαύρο κατσικίσιο/τραγίσιο μαλλί, ονομάστηκαν αυτοί που του φορούσαν ως Καραγκούνηδες.18, 19 Ο Κρυστάλλης (1952: 7-8) επίσης υποστηρίζει κι αυτός την προέλευση του δεύτερου συνθετικού από την αλβανική λέξη γκουν (= ένδυμα, σιγκούνι).20 Ο Κρυστάλλης αναφέρει ακόμη ότι η ονομασία Καραγκούνης είναι αλβανική και δόθηκε στους συγκεκριμένους ανθρώπους μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους, μιας και η λέξη καρά είναι καθαρά τουρκική και κατ’ επέκταση πριν από την έλευση των Τούρκων ήταν άγνωστη. Με την αλβανική ετυμολογία του ονόματος Καραγκούνοι/Καραγκούνηδες συμφωνεί, όπως γράφει ο Κρυστάλλης (ό.π.), και ο Leake. Ο τελευταίος αναφέρει ότι ονομάστηκαν έτσι σε αντιδιαστολή με τους άλλους Βλάχους, οι οποίοι φορούσαν λευκά ενδύματα. Ο Κρυστάλλης όμως γράφει ότι οι Αλβανοί φορούσαν κυρίως άσπρα ενδύματα κι ότι αυτοί ονόμασαν έτσι τους Καραγκούνηδες, αφού οι τελευταίοι φορούσαν μαύρα ρούχα.

Ο Οικονόμου (1991: 143), που καταγράφει το τοπωνύμιο Μνήμα Καραγκούνας στο Ζαγόρι Ιωαννίνων, αναφέρει ότι η λέξη Καραγκούνης προέρχεται είτε από τις τουρκικές λέξεις kara και guna (= μαύρη κάπα) είτε από τις τουρκικές λέξεις kara και yunan (= μαύρος Έλληνας) είτε είναι αγνώστου ετυμολογικής προελεύσεως. Τη συγκεκριμένη άποψη την έχει υποστηρίξει και ο Ανδριώτης (1988: 149/λήμμα καραγκούνης).

Άλλοι υποστηρίζουν ότι το προσωνύμιο Καραγκούνηδες προέρχεται από τη σύνθεση των τουρκικών λέξεων kara και giun, οι οποίες μαζί σημαίνουν αυτούς που έχουν μαύρη μέρα, τους δυστυχείς (Γ.Μ., 1867: 140). Πράγματι στην τουρκική γλώσσα gün [γκουν] και gündüz [γκουντουζ] είναι η μέρα (Ομάδα καθηγητών τουρκικής γλώσσας, 2003: 678 & 110 αντίστοιχα). Την ίδια άποψη για την ετυμολογία του συγκεκριμένου προσωνυμίου έχει και ο Ρίζος (2004: 231-232). Ο ίδιος μάλιστα αναφέρει ότι στην τουρκική γλώσσα η φράση Ak gün (Ak = άσπρος, λευκός και ασπράδι του αυγού, Ομάδα καθηγητών τουρκικής γλώσσας, 2003: 15) σημαίνει την ευοίωνη μέρα, ενώ η φράση Κara gün σημαίνει την αποφράδα ημέρα. Ο Ρίζος επίσης αναφέρει ότι έχει καταγραφεί στην Τουρκία και συγκεκριμένα μόνο στον τηλεφωνικό κατάλογο της Άγκυρας το επώνυμο Akgün (= γουρλής, καλομοίρης) σε 465 συνδρομητές, ενώ το επώνυμο Κaragün (= γρουσούζης, κακομοίρης) σε 6 συνδρομητές.21

Ο Έξαρχος (2001, τόμος Α΄: 42) τέλος αναφέρει άλλες δύο ερμηνείες του προσωνυμίου Καραγκούνης. Σύμφωνα με την πρώτη προέρχεται από την αρβανιτοβλάχικη λέξη Γκερκούνιοι (= Γραικοί), που κατόπιν μεταβλήθηκε σε Γκαρκούνιοι, και στη συνέχεια τράπηκε σε Καραγκούνοι. Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από την ονομασία κατά τα βυζαντινά χρόνια Ασιατών εποίκων Ιβήρων στη Θεσσαλία, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως Γεωργιανοί και καλούντο από τους γείτονές τους ως Γκιουρδδζ (Giurdz) ή Γκιούργκεν. Από δω σύμφωνα με τον ίδιο προήλθε η λέξη Γκαργκούνοι, η οποία στη συνέχεια τράπηκε σε Καραγκούνοι.

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Ριμένων (Αρβανιτόβλαχων) της Ακαρνανίας και οι αναφορές του στη βιβλιογραφία

Πρώτη βιβλιογραφική αναφορά στο προσωνύμιο Καραγκούνηδες για τους Βλάχους της Ακαρνανίας -την οποία μέχρι σήμερα έχουμε εντοπίσει- υπάρχει στον Leake (1967, vol. III: 513-520). Ο συγκεκριμένος περιηγητής, που επισκέφτηκε την περιοχή της Ακαρνανίας στα 1809, αναφέρει χαρακτηριστικά (ό.π.: 513-514): “ Having dined upon some provisions brought with us from Makhalá, very much in the manner of the kleftes, whom we are taken for, we descend through woods of velanídhi, among which are a few corn-fields, and some horses belonging to the monastery, into the direct road from Scurtús to Pr ό dhromo, -pass through some large flocks of seep, which are attended by Vlakhiote Karagúnidhes of Mount Pindus, and arrive at Pr ό dhromo at half-past 4 P.M. ” (= Έχοντας δειπνήσει με κάποιες προμήθειες που είχαμε φέρει από τη Μαχαλά [σ.σ. Φυτείες], όπως κάνουν οι κλέφτες για τους οποίους μας είχαν πάρει/νομίσει, κατεβαίνουμε διαμέσου δασών από βελανιδιές/μέσα από δάση με βελανιδιές, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν μερικά χωράφια με καλαμπόκια/ καλαμποκοχώραφα, και μερικά άλογα που ανήκουν στο μοναστήρι [σ.σ. εννοεί τη Μονή Λιγοβιτσίου], προς τον δρόμο που οδηγεί κατευθείαν από τη Σκουρτού στον Πρόδρομο, -περνάμε ανάμεσα από μερικά μεγάλα κοπάδια προβάτων που τα φυλάνε/φροντίζουν Βλάχοι Καραγκούνηδες από το βουνό Πίνδος και φτάνουμε στον Πρόδρομο στις 04: 30΄ μ.μ. ). Σε άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου γράφει (ό.π.: 519): “… there appears before us a vast extent of velanídhi woods, frequented only by robbers, or by Karagúnidhes with their flocks...” (= … εκεί εμφανίζεται μπροστά μας μια τεράστια έκταση δασών από βελανιδιές στην οποία συχνάζουν μόνο ληστές ή Καραγκούνηδες με τα κοπάδια τους… ). Τέλος, σε άλλο σημείο αναφέρει (ό.π.: 520): “ During a halt which we make, from 11.40 to 12.30, to dine at a well in a little opening in the midst of the forest, some families of Karagúnidhes pass us;...” (= Σε μια στάση που κάναμε ανάμεσα στις 11: 40΄ [σ.σ. π.μ .] έως 12: 30΄ [σ.σ. μ.μ.] για να δειπνήσουμε σε ένα πηγάδι σ’ ένα μικρό άνοιγμα στη μέση του δάσους, μας πέρασαν μερικές οικογένειες Καραγκούνηδων… ).

O Leake (1835, vol. IV: 85) επίσης στο βιβλίο του “Northern Greece” και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο ΧΧΧV, το οποίο αναφέρεται στο ταξίδι του στην Ήπειρο το 1809, γράφει: “This day I was present at a presentation to the Vezír of some of the chief of his shepherds who were admitted to the προσκύνημα [σ.σ. η λέξη προσκύνημα απαντάται έτσι ακριβώς (με ελληνική γραφή) στο αγγλικό κείμενο], and kissed the hem of his robe . They come to pay their annual dues. Their first visit was to the Grammatik ό s, or Secretary, who desired all but the chief person to withdraw. “We are all equal,” they replied. They are Albanians, and are here named Karagúnidhes, or black-cloaks, as a distinction from the Vlakhiotes, though elsewhere, and often even in common parlance at Ioánnina, it is very customary to call them all Karagúnidhes, which is the more natural, as the black or white cloak is no longer a distinction, and they all come from the same great ridge of Pindus ”. (= Σήμερα το πρωί [σ.σ. 10 Μαΐου 1809]ήμουν παρών σε μία παρουσίαση στον Βεζίρη [σ.σ. στον Αλή Πασά] μερικών από τους προϊσταμένους/αρχηγούς των ποιμένων του [σ.σ. αρχιτσελιγκάδων] οι οποίοι έγιναν δεκτοί, αφού προσκύνησαν και ασπάστηκαν την άκρη της τηβέννου του/των ιματίων του [σ.σ. εννοείται του Αλή Πασά] . Έρχονταν να πληρώσουν τους ετήσιους φόρους τους. Η πρώτη τους επίσκεψη ήταν στον Γραμματικό/τον Γραμματέα, ο οποίος ζήτησε/απαίτησε να απομακρυνθούν οι άλλοι και να μείνει μόνο ο αρχηγός τους. «Είμαστε όλοι ίσοι», απάντησαν. Είναι Αλβανοί,22 και ονομάζονται εδώ [σ.σ. στην Ήπειρο] Καραγκούνηδες ή μαύρες κάπες/μαυρο-επενδύτες/μαυροντυμένοι, σε αντίθεση με τους Βλάχους, ενώ αλλού και καμιά φορά και στα Ιωάννινα τους ονομάζουν Καραγκούνηδες, πράγμα πολύ φυσικό αφού ο μαύρος ή άσπρος επενδύτης [σ.σ. κάπα] δεν είναι πια διακριτικό και όλοι τους προέρχονται από την ίδια μεγάλη κορυφογραμμή/οροσειρά της Πίνδου ). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στο απόσπασμα αυτό ο Leake αναφέρεται στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, οι οποίοι προφανώς είχαν ανέβει στα βουνά της Ηπείρου με τα ποίμνιά τους για να ξεκαλοκαιριάσουν και με την ευκαιρία πήγαν στον Αλή Πασά να παραδώσουν τους ετήσιους φόρους. Την ίδια άποψη έχει υποστηρίξει ο Τσαγγαλάς (1993: 214) και την έχει υιοθετήσει και ο Ντούλας (2011: 210).

Επόμενη αναφορά για τους Καραγκούνηδες έχουμε από τον Pouqueville στο βιβλίο του “Voyage dans la Grèce” και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο XLI/41. Ο Pouqueville αναφέρεται στο κεφάλαιο αυτό στους Καραγκούνηδες τόσο της Ακαρνανίας όσο και σε αυτούς της Θεσσαλίας και μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, ερμηνεύει το προσωνύμιο αυτό. Ο Pouqueville (1820, tome deuxième/2: 208) λοιπόν γράφει χαρακτηριστικά: “ J’ ai fait connaître les Valaques sédentaires, en traitant des habitudes et des usages des Calariotes; et pour terminer le tableau de Anovlachie, il me reste à parler des nomades. Ceux-ci, occupies uniquement du soin des troupeaux, errent, en suivant les saisons, des sommets du Pinde à travers les vallées qui s’étendent dans toutes les directions jusqu’aux rivages de la mer. Dans la Thessalie, on appelle ces Valaques Cabises, du mot Campos que les Grecs prononcent Cambos, parce qu’ils vivent campés au milieu des plaines; Caragoulis, sentinelles, à cause de la surveillance qu’ils exercent jour et nuit sur leurs troupeaux; et enfin Caragounis, ou gens vêtus de noir, denomination empruntée de la couleur de leurs sayons en poil de chèvres. Dans la Macédoine, ces memes bergers sont nommés Colbans, mot turc qui signifie pasteurs; Pistiki dans l’ Acarnanie, et Vlachi aux bords du golfe Ambracique, homonymies caractéristiques de leur profession ”. (= Ανέφερα τους μόνιμα εγκαταστημένους σ’ ένα μέρος Βλάχους, που κατοικούν σε σπίτια και μίλησα για τα ήθη και έθιμα των Καλαριτιωτών. Και για να κλείσω αυτή την εικόνα της Ανωβλαχίας απομένει να μιλήσω για τους νομάδες. Αυτοί ασχολούνται αποκλειστικά με την κτηνοτροφία. Περιπλανούνται με τα κοπάδια τους, ανάλογα με τις εποχές του χρόνου, από τις πλαγιές και τις κορυφές της Πίνδου μέχρι τις κοιλάδες και τις πεδιάδες της Θεσσαλίας, φτάνοντας μέχρι χαμηλά στη θάλασσα. Στη Θεσσαλία αυτούς τους Βλάχους τους ονομάζουν Καμπίσιους, από τη λέξη Κάμπος, επειδή ζουν μέσα στον κάμπο, δηλαδή στις πεδιάδες, όπου κατασκηνώνουν με τα κοπάδια τους, και με την οικογένειά τους. Ακόμα τους ονομάζουν Καραγκούληδες, από τη λέξη καραούλι (σκοπιά). Καραούλης, σημαίνει σκοπός, φρουρός, από το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί φύλαγαν όλη τη νύχτα τα κοπάδια τους από τους λύκους και τους κλέφτες. Τέλος, η προσωνυμία Καραγκούνης προέρχεται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν ντυμένοι στα μαύρα, γιατί φορούσαν φαρδιά πουκάμισα από μαλλί γιδιού, που συνήθως είχαν χρώμα μαύρο. Οι ίδιοι αυτοί βοσκοί στη Μακεδονία ονομάζονται Κολμπάν, τούρκικη λέξη που σημαίνει βοσκός. Στην Ακαρνανία ονομάζονται Πιστικοί [σ.σ. ως πιστικοί ονομάζονταν οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας από τους κατοίκους του χωριού Σπάρτος Αιτωλοκαρνανίας. Δες σχετικά στο κεφάλαιο 7 και συγκεκριμένα στο δημοτικό τραγούδι που έχει καταγράψει ο Κρεκούκιας] και στα παράλια του Αμβρακικού κόλπου ονομάζονται Βλάχοι. Όλες αυτές οι ονομασίες είναι χαρακτηριστικές του επαγγέλματός τους ) (Πουκεβίλ, 1994: 339-340).23

Αναφορά στους Καραγκούνηδες έχουμε και από τον Αθανάσιο Ψαλίδα, ο οποίος τους μνημονεύει μαζί με τους Βλάχους, τους Αρβανιτόβλαχους και τους Μπουρτζόβλαχους, άρα τους θεωρεί συγγενική ομάδα με τους υπόλοιπους Βλάχους. Ο Ψαλίδας (1941: 223) αναφερόμενος στον εποικισμό της Αλβανίας από διάφορους λαούς γράφει χαρακτηριστικά: «Τέταρτον [σ.σ. τέταρτος λαός μετά τους Ιλλυριούς, τους Πελασγο-λέλεγες και τους Έλληνες] ἐμβῆκαν Ρωμαῖοι πολλοὶ ὡς ἐξουσιασταὶ καὶ ἔκτισαν τὴν παλαιὰν Ἀλβανούπολιν, τέσσαρες ὥρες ἔξω ἀπὸ τὴν νῦν Ἐλμπασάν, τῆς ὁποίας σώζονται πολλὰ ἐρείπια, ἦλθαν καὶ πολλοὶ Ρωμαῖοι ἐξωρισμένοι ἀπὸ τὴν Ρώμην, ὡς κακότροποι καὶ φονεῖς ἐπὶ Σεβήρου τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ ἐκατοίκησαν εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου ὡς βοσκοὶ σκηνόβιοι οἱ ὁποῖοι ἕως τὴν σήμερον τέτοιοι φυλάγοντες ὁνομαζόμενοι Καραγκούνιδες, Βλάχοι, Ἀρβανιτόβλαχοι καὶ Μπουρτζόβλαχοι ». Όπως παρατηρούμε από το παραπάνω απόσπασμα, ο Ψαλίδας αναφέρει τους Καραγκούνηδες πριν από τους άλλους Βλάχους, κάτι που πιθανότατα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη ομάδα ήταν η ισχυρότερη την περίοδο εκείνη (αρχές 19ου αιώνα) στον αλβανικό χώρο.

Άλλη βιβλιογραφική αναφορά στην Καραγκούνικη ομάδα της Ακαρνανίας έχουμε, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα Απομνημονεύματα του Γιάννη Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης (χ.χ.: 61) συνάντησε τους Καραγκούνηδες τον Νοέμβριο του 1821 στη Δυτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Σπαρτοβούνι (περιοχή του Μακρυνόρους). Προφανώς η συγκεκριμένη ομάδα, τα μέλη της οποίας δεν είναι άλλα από τους προγόνους πολλών από τους σημερινούς Καραγκούνηδες, βρισκόταν καθ’ οδόν προς τα χειμαδιά της Ακαρνανίας. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἀπὸ κεῖ τοὺς πῆγα εἰς τὸ Σπαρτοβούνι [σ.σ. εννοεί κάποιους ανθρώπους θύματα κακοποίησης Ελλήνων επαναστατών και μάλιστα των Γριβαίων]. καὶ πέρναγαν οἱ καημένοι οἱ Καραγκούνηδες μὲ τὰ πράτα τους (= πρόβατά τους) κι’ ἀγόρασα πέντ’ ἕξι σφαχτά καὶ μᾶς δῶσαν κι’ αὐτῆνοι ἄλλα τόσα κι’ ἀλέυρι καὶ τοὺς πορέψαμεν. Κι’ ἀπό κεῖ πῆγαν ἄλλοι διὰ Βραχώρι καὶ Μισολόγγι · καὶ οἱ περισσότεροι –τοὺς πῆγα εἰς τὴν Κατούνα · ».

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης (1957: 26) γράφει κι αυτός στα απομνημονεύματά του για τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας: «Ἐπὶ τέλους ἀπεφάσισε [σ.σ. ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης] καὶ ἔστειλε [σ.σ. στην εκστρατεία στη Δυτική Ελλάδα η οποία κατέληξε στη μάχη του Πέτα το 1822] τὸν υἱόν του Γενναῖον μειράκιον ὄντα, με 100 στρατιώτας, ὑποχρέωσαν καὶ οἱ Πατραῖοι τὸν Νενέκον καὶ τὸν ἠκουλούθησεν, ὡς ὁδηγὸς μὲ 70 στρατιώτας καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου ἀπέρασεν εἰς τὸ Μισολόγγιον καὶ ἐκεῖθεν διευθύνθη εἰς τὸ Μακρυνόρος ὅπου ἐστρατοπεύδευσεν ὁ Ἀνδρέας Ἴσκου με τριακοσίους στρατιώτας, ὡς σκοπιά. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι τότε ἀφήσαντες τὴν κατὰ τὴν Ἀκαρνανίαν ἐκστρατείαν [εννοεί την εκστρατεία των Τούρκων που οδήγησε στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου] ἔρριψαν ὅλην τὴν προσοχὴν τους εἰς τὸν κατὰ τοῦ Σουλίου πόλεμον καὶ συνήχθησαν ὅλοι ἐκεῖ. Διαμείνας καὶ ὁ Γενναῖος εἰς τὸ Μακρυνόρος 30 ἕως 40 ἡμέρας καὶ μὴ ὑπαρχούσης οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἐκεῖ, ἀνεχώρησε διὰ τὴν Πελοπόννησον, καὶ καθ’ ὁδὸν ἀπαντήσας Καραγκούνηδες τινὰς ἀόπλους ἐρχομένους ἀπὸ τὸ τουρκικὸν κράτος εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα νὰ εὕρουν ἄσυλο, τοὺς ἥρπασε διὰ τῆς αἰσχροτέρας βίας δέκα ὀκτὼ μουλάρια (ἡμιόνους) διὰ νὰ μὴν λησμονήσῃ τὴν προγονικὴν του τέχνην, καὶ ἐμβαρκαρισθείς εἰς το Μισολόγγι ἀπέρασεν εἰς τοῦ Πάπα, εἰς τὰ Μαῦρα βουνά, καὶ εἰς τοῦ Ἀλητζελεμπῆ καὶ ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὰς Πάτρας περὶ τὰ μέσα Μαΐου ».

Ο Αραβαντινός (1856, τόμος πρώτος: 147) αναφερόμενος και αυτός στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα γράφει: «Διάφοροι δὲ τῶν τριῶν ἀνωτέρω εἰδῶν [σ.σ. εννοεί τους Σαρακατσάνους, τους Πετσανιάνους που κατοικούσαν στα Τζουμέρκα και τους απλούς Βλάχους] εἰσὶν οἱ Ἀλβανιτόβλαχοι, λεγόμενοι Γκαραγκούνιδες ἤ Κορακούνιδες [σ.σ. προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος αντί για Καρακούνιδες], οἵτινες καὶ τὴν Βλαχικὴν καὶ την Ἀλβανικήν γλῶσσαν λαλοῦντες εἰσὶ βαρβαρώτεροι καὶ ἀγριώτεροι και βδελυρώτεροι τῶν λοιπῶν. Οὗτοι δεικνύουσι πρὸς τὴν Γραικικὴν φυλήν τοσαύτην ἀποστροφὴν καὶ ἀπἐχθειαν, ὥστε οὐδέποτε συγκατατέθησαν ἵνα συγγενεύσωσι μετ αὐτῶν. Ἡ βοσκηματοτρόφος καὶ μάχιμος αὕτη φυλή τῶν τελευταῖων ἐνοικεῖ κατὰ τὸ θέρος εἰς χωρία τῆς Ἀλβανίας ὑπὸ τὴν προστασίαν Ἀλβανοτούρκων Ἀγάδων καὶ Μπέϊδων, πρὸς οὕς δίδωσι προσδιωρισμένον τινα φόρον, καὶ σχηματίζει περὶ τὰς δισχιλίας οἰκογενείας. Τα χωρία τῆς Πρεμμετῆς, Φράσσιαρης, Κοστρέτσι, Ζάρκανη, καὶ ἕτερα, περιεῖχον ἱκανὰς οἰκογενείας αὐτών μονίμως ἐνοικούσας, καὶ οἱ ἐν τοῖς χωρίοις αὐτοῖς ἐνοικοῦντες Ἀλβανότουρκοι, λέγεται, ὅτι κατάγονται ἐκ τοιαύτης φυλῆς ἐκτουρκισθείσης πρὸ ὀλίγων ἑκατονταετηρίδων ».

Ο Αραβαντινός (2000 [1905]: 34-36) επίσης στο βιβλίο του «Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων» κάνει ειδική αναφορά στους Αρβανιτόβλαχους (Καραγκούνηδες) γράφοντας τα εξής:24 « Σημειωτέον ᾦδε, ὅτι τῶν ἡμετέρων Κουτσοβλάχων αἰσθητῶς διάφοροί εἰσιν οἱ λεγόμενοι Ἀρβανιτόβλαχοι (Καραγκούνιδες). Οὗτοι, ἐκ τῶν περὶ τὴν Στενήμαχον [σ.σ. πόλη της Ανατολικής Ρωμυλίας/νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, νοτιοανατολικά της Φιλιππούπολης//σημερινή Асеновград/Ασένοβγκραντ, η οποία έως το 1934 ονομαζόταν Станимака] ἐγκαταστάντων Δακορωμούνων ἀποσπαθέντες μετὰ τῶν ποιμνίων αὑτῶν, κατὰ τινα τοπικὴν παράδοσιν, περὶ την ΙΓ΄ ἑκατονταετηρίδα, προὐχώρησαν πρὸς τὴν Πινδίαν ὀροσειρὰν καὶ ἐξελέξαντο πρὸς θερινὴν βοσκὴν τῶν ποιμνίων των τὰ ὄρη τῆς Πρεμετῆς, παραφυάδα ὄντα τῆς Πίνδου, ἔνθα κεῖται το Κοστρέτσι καὶ ἡ Φράσαρη, κῶμαι τῆς Ἠπειρωτικῆς ταύτης ἐπαρχίας, ὡς ἐκ τῆς ἐπιμιξίας των δε μετὰ τῶν Ἀλβανῶν τῆς ἐπαρχίας τοῦ Αὐλῶνος καὶ τοῦ Μπερατίου καὶ ὡς ἐκ τῆς πελατείας, ἥν ἀκολούθως ἑκόντες ἄκοντες προσήνεγκον πρὸς τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Πρεμετῆς ἰσχύοντας Τουρκαλβανούς, ὁμιλοῦσιν ἅπαντες, σὺν τῇ ἰδίᾳ καὶ τὴν Ἀλβανικὴν διάλεκτον. Διετήρησαν δὲ οὗτοι μᾶλλον ἀνόθευτον τὴν τε Δακορωμουνικὴν γλῶσσαν καὶ τὰ ἤθη τῶν ποιμενοβίων προγόνων των, ὧν στερρῶς ἔχονται οὕτως, ὥστε ἐκ τῆς μετὰ τῶν ἐγχωρίων Ἀλβανῶν καὶ Ἑλλήνων ἐπικοινωνίας καὶ συναλλαγῆς κατ’ οὐδὲν ἐπολιτίσθησαν μέχρι τοῦδε, τὸν Χριστιανισμὸν δὲ πρεσβεύοντες μόνον τὸν τύπον αὐτοῦ τηροῦσι, σπανιώτατα δὲ εὑρίσκονται μεταξὺ αὐτῶν οἱ γνωρίζοντες στοιχεῖά τινα γραφῆς καὶ ἀναγνώσεως καὶ μόλις ἅπαξ ἤ δίς τοῦ ἔτους τινὲς ἐξ αὐτῶν κατορθώνουν νὰ ἐκκλησιάζωνται. Ἀλλὰ καὶ σεμνότης βίου διακρίνει τοὺς Καραγκούνιδες, ἐπιμελῶς δ’ ἀποφεύγουσι τὰς ἐπιγαμίας πρὸς τοὺς ὁμοδόξους Ἕλληνας ἤ Ἀλβανοὺς καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔτι τοὺς Κουτσόβλαχους, φημίζονται δὲ ἐπ’ ἀνδρείᾳ καὶ γνωστὸν εἶνε, ὅτι πάλαι μὲν ἐξ αὐτῶν προῆλθον πλεῖστοι γενναῖοι ἀρματωλοί, κατὰ δὲ τοὺς μεταγενέστερους χρόνους ἐξ αὐτῶν κατηρτίζοντο πολλαὶ λῃστρικαὶ συμμορίαι, παρ’ αὐτοῖς δὲ εὑρίσκει καὶ νῦν ἔτι συστηματικὴν περίθαλψιν ἡ λῃστεία» .

Ο Αραβαντινός μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (ό.π.: 35) αναφέρεται και στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας λέγοντας: «… ἄξια θεωροῦμεν καὶ ὅσα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν Ἀκαρνανίᾳ διαβιούντων ποιμενοβίων ἐκ τῆς φυλῆς ταύτης ἀναφέρει [σ.σ. εννοεί το άρθρο του Γ.Μ. «Περί Καραγκούνηδων» στο περιοδικό Πανδώρα για το οποίο δες παρακάτω] γνωστοῦ ὄντος, ὅτι μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ ἐλάχιστοι ἀπέμειναν ἐκεῖσε τοιοῦτοι».

Ο Heuzey, ο οποίος επισκέφτηκε και περιηγήθηκε στην Ακαρνανία τα έτη 1856-1857, στο έργο του “Le Mont Olympe et l’ Acarnanie”, που δημοσιεύτηκε το 1860, κάνει εκτενή αναφορά στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας.25 O Heuzey λοιπόν στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του, το οποίο φέρει τον τίτλο “Les Valaques en Acarnanie” (= Οι Βλάχοι στην Ακαρνανία), αναφέρεται διεξοδικά στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα (γλώσσα, τρόπο ζωής, ήθη, έθιμα, κοινωνική και οικονομική οργάνωση, σχέσεις με τους άλλους κατοίκους της περιοχής κ.λπ.). Ο συγκεκριμένος συγγραφέας σε πολλά σημεία του έργου του αναφέρει το προσωνύμιο Καραγκούνηδες για τη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τα παρακάτω αποσπάσματα (Heuzey, 1867: 267-280): “On les appele Karagounis et Vallaques-Albanais, Ἀρβανιτόβλαχοι: ce dernier nom leur vient de ce que leurs plus anciens cantonnements étaient dans la haute Épire et sur la frontier d ’ Albanie” (= Τους αποκαλούν Καραγκούνηδες και Αρβανιτόβλαχους: αυτό το τελευταίο όνομά τους προέρχεται από το γεγονός ότι οι αρχαίοι [παλιοί] πρόγονοί τους έστηναν τα καταλύματά τους στη Βόρειο Ήπειρο και στα σύνορα της Αλβανίας ). Σε άλλο σημείο του βιβλίου του γράφει: “Les Karagounis sont réunis par groups de cinquante à cent familles” (= Οι Καραγκούνηδες ενώνονται ανά/σε ομάδες των πενήντα με εκατό οικογενειών ). Στη σελίδα 279 αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: “Le paysan acarnanien déteste le Karagounis; c’ est la haine antique des populations sédentaires contre les tribus nomades” (= Οι Ακαρνάνες αγρότες μισούν τους Καραγκούνηδες. Πρόκειται για ένα παλιό μίσος μεταξύ των μόνιμων και νομαδικών πληθυσμών ). Η τελευταία διαπίστωση του Heuzey ίσχυε μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Στο φυλλάδιο 415 του περιοδικού «Πανδώρα» (τόμος ΙΗ΄, 1 Ιουλίου 1867) έχει δημοσιευθεί άρθρο με αρχικά του συγγραφέα Γ. Μ., που γράφτηκε στην Ακαρνανία στις 20 Νοεμβρίου 1856. Στο άρθρο αυτό, στο οποίο περιλαμβάνονται πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τα ήθη, τα έθιμα και γενικά την οργάνωση της ζωής των Βλάχων της Ακαρνανίας, γίνεται λόγος για πληθυσμό άνω των 2.000 Καραγκούνηδων που ζούσαν στην Ελλάδα (Ακαρνανία) και για αριθμό κτηνών που υπερέβαινε τις 100.000. Πρώτη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου, το οποίο σημειωτέον φέρει τον τίτλο «Περί Καραγκούνιδων», έγινε το 1856 στην εφημερίδα «Αθηνά» στο φύλλο της 4ης Δεκεμβρίου (αριθμός 2.500). Στο άρθρο αυτό λοιπόν ο συγγραφέας αναφέρεται στα μέλη της Βλαχόφωνης γλωσσικής ομάδας της Ακαρνανίας αποκλειστικά με τον όρο Καραγκούνηδες.

Ο Κρέμος (1884: 142) αναφερόμενος κι αυτός στη Βλάχικη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας τους ονομάζει Καραγκούνηδες και μάλιστα γράφει ότι τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας μετανάστευσαν στην Ακαρνανία προερχόμενα από την επαρχία Κολιώνια (Κολώνια) της Βόρειας Ηπείρου. Ο Κρέμος γράφει χαρακτηριστικά: « Ἐν τῇ ἐποχῇ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, ὄστις οἰκειοποιήθη ἅπασαν τὴν Αἰτωλίαν σὺν τῇ Ἀκαρνανίᾳ διὰ τῆς δυναστείας ὡς ἰδιοκτησία του. Ἠγόραζον διὰ διαταγῆς του καθ’ ἕκαστον τὸν χόρτον τῆς πεδιάδος ταύτης [σ.σ. εννοεί την πεδιάδα της Λεπενούς] μὲ ἀρκετὸν ἐνοίκιον οἱ Ἀρβανιτόβλαχοι Καραγκούνιδες ἐπονομαζόμενοι καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κολιώνιας καταγόμενοι χριστιανοὶ κατὰ τὴν θρησκείαν διὰ τὰ ποιμνιά των, ὁ ἀρχιποιμὴν τῶν ὁποίων ὠνομάζετο Γιάγκος [σ.σ. Γιάγκας]».

Ο Λαμπρίδης (1888: 10) στο βιβλίο του «Ηπειρωτικά Μελετήματα» αναφέρεται κι αυτός στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Γράφει μάλιστα ότι η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Λέπινου [σ.σ. Λεπενούς Αγρινίου] μετά τη διάλυση του Μπιτσικόπουλου του Παληοπωγωνίου το 1840. Ο Λαμπρίδης γράφει: « Καὶ οἱ παρὰ τὸ Λέπινο τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Σοροβίλη και Ὄχθια ἐγκαταστάντες Ἀλβανόβλαχοι μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ διάλυσιν (1840) τοῦ Μπιτσικοπούλου, χωρίου ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου Βρόσιανης τοῦ Παλῃοπωγώνη, συνοικισθέντος ἐκ τοιαύτης ἀναμίκτου φυλῆς 650 οἰκογενειῶν ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ, ἐξακολουθοῦσι μέχρι τοῦ νῦν ἀποφεύγοντες ἐπιγαμίας μετ’ ἄλλων φυλῶν καὶ σχέσεις στενάς ». Ο ίδιος στη σελίδα 11 αναφέρει: «Καὶ οἱ μὲν ἀμιγεῖς [σ.σ. εννοείται Βλάχοι] καλοῦνται Κουτζόβλαχοι πρὸς ἀντίθεσιν τῶν ἐν ‘Ρωμουνίᾳ, οἱ δὲ ἀνάμικτοι [σ.σ. στους οποίους κατατάσσει τους Αρβανιτόβλαχους και τους Βλάχους της Ακαρνανίας] Καραγκούνιδες».

Ο Gustav Weigand, ο οποίος επισκέφτηκε τη Βλαχόφωνη περιοχή της Ακαρνανίας τον Ιανουάριο του 1890, αναφέρεται εκτενώς στα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας. Μάλιστα ο ίδιος γράφει ότι οι Έλληνες της γύρω περιοχής αποκαλούν τους Βλαχόφωνους της Ακαρνανίας ως Καραγκούνηδες (Weigand, 2001, τόμος Α΄: 227) χωρίς ωστόσο να προβαίνει σε κάποιο σχόλιο για το συγκεκριμένο προσωνύμιο.

Ο Λουκόπουλος (1927: 94-98) στο βιβλίο του «Πώς υφαίνουν και πώς ντύνονται οι Αιτωλοί» περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Οι Καραγγούνηδες». Στο κεφάλαιο αυτό ο Λουκόπουλος κάνει μια εκτενή εθνογραφική και λαογραφική αναφορά στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας, στον τρόπο ζωής των μελών της και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο ντύνονταν οι άντρες και οι γυναίκες. Και από τον συγκεκριμένο συγγραφέα χρησιμοποιείται αποκλειστικά ο όρος Καραγγούνηδες/Καραγκούνηδες.

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης σε υποσημείωση στο βιβλίο του Νικόλαου Κασομούλη «Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833», 1939, τόμος Α΄, του οποίου είναι σχολιαστής, γράφει στη σελίδα 104 για τους Βλάχους της Ακαρνανίας: « Οἱ Ἀρβανιτόβλαχοι στὴ δυτικὴ Στερεὰ Ἑλλάδα λέγονται Καραγκούνηδες (ὄνομα ποῦ ἔχουν καὶ οἱ πεδινοὶ Θεσσαλοὶ) ». Ο Βλαχογιάννης ωστόσο δεν προβαίνει σε κάποιο σχόλιο για ενδεχόμενη σχέση των δύο Καραγκούνικων ομάδων.

Ο Βέης (1927: 270) στο λήμμα Καραγκούνηδες του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού Ελευθερουδάκη έχει υποστηρίξει επίσης ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας δεν πρέπει να ταυτίζονται με τους άλλους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής, όπως τους Βλάχους ή Κουτσόβλαχους και τους Καρακατσαναίους ή Σαρακατσαναίους. Ωστόσο ο συγκεκριμένος ερευνητής δεν κάνει καμία αναφορά στην ύπαρξη ή την απουσία σχέσης μεταξύ των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας και των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας.

Ο Φαλτάιτς (1933: 791) αναφέρει κι αυτός το προσωνύμιο Καραγκούνηδες για τους Βλάχους της Ακαρνανίας. Επίσης ο ίδιος αναφέρει πως ο όρος Καραγκούνης είναι γενικότερος κι ότι απαντάται σε διάφορους τόπους με διαφορετική σημασία. Έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, Καραγκούνηδες ονομάζονται οι νομάδες ποιμένες στην Ήπειρο, ιδιαίτερα δε οι Αρβανιτόβλαχοι. Ο Φαλτάιτς επίσης καταγράφει ότι το συγκεκριμένο προσωνύμιο απαντάται και στη Θεσσαλία, ότι με το όνομα αυτό ονομάζονται γενικά οι αγρότες ή οι χωρικοί ή οι άνθρωποι της υπαίθρου κι ότι ο όρος Καραγκούνης καταντά πολλές φορές, όπως ήδη αναφέραμε, ταυτόσημος του όρου Βλάχος.

Ο Κρυστάλλης (1952: 7-8), όπως είδαμε παραπάνω, κάνει εκτενή αναφορά στο προσωνύμιο Καραγκούνηδες και μάλιστα υποστηρίζει σχέση μεταξύ των Βλάχων (Καραγκούνηδων) της Ακαρνανίας και των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας.

Ο Στάθης (1957: 145-152) κάνει εκτενή αναφορά στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, αφιερώνοντας μάλιστα ένα κεφάλαιο του βιβλίου του με τον τίτλο: «Καραγκούνηδες». Ο ίδιος συγγραφέας, ο οποίος γνώριζε από κοντά τη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα (ιδιαίτερα τους κατοίκους του χωριού Σωροβίγλι), αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στον οικισμό Στεφανιάδα του χωριού Αργιθέα των Αγράφων. Στο συγκεκριμένο χωριό οδηγούσαν τα ποίμνιά τους οι Καραγκούνηδες του Σωροβιγλίου με επικεφαλής τον Μίχα-Γιάγκο (Μίχα-Γιάγκα) κατά τους θερινούς μήνες (ξεκαλοκαιριό) έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1904 όμως οι κάτοικοι της Αργιθέας εκδίωξαν με τη βία τους Καραγκούνηδες από τη συγκεκριμένη περιοχή. Και αυτός ο συγγραφέας λοιπόν κάνει αποκλειστικά χρήση του όρου Καραγκούνηδες για τη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα.

Ο Τσαμπάζης (1961: 249-255), ο οποίος καταγόταν από ένα από τα Βλαχόφωνα χωριά της περιοχής (Στράτος/πρώην Σωροβίγλι), σε άρθρο του στο περιοδικό «Αιτωλικά Γράμματα» (τεύχος 1), που φέρει τον τίτλο «Οι Γκαραγκούνηδες της Ακαρνανίας», κάνει εκτενή αναφορά στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα χρησιμοποιώντας αποκλειστικά το προσωνύμιο Γκαραγκούνηδες. Ωστόσο ο ίδιος συγγραφέας, αν και χρησιμοποιεί πολλές φορές στο άρθρο του το προσωνύμιο Γκαραγκούνηδες, αναφέρει ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας δεν έχουν καμιά σχέση με τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας. Μάλιστα υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας ονομάζονται Γκαραγκούνηδες, ενώ οι καμπίσιοι Θεσσαλοί Καραγκούνηδες (ό.π.: 255).

Ο Καραμεσίνης (1971: 18/154-22/158) σε άρθρο του στο περιοδικό «Στερεά Ελλάς» με τίτλο «Γάμος στα Καραγκουνοχώρια: Λαογραφικά σημειώματα» κάνει εκτενή αναφορά στα έθιμα του γάμου των μελών της Βλάχικης γλωσσικής ομάδας της Ακαρνανίας. Ο ίδιος επίσης στο άρθρο του παραθέτει διάφορες ετυμολογικές ερμηνείες του συγκεκριμένου προσωνυμίου. Αναφέρει μάλιστα ότι σύμφωνα με τον Ανδριώτη (ό.π.: 18/154) το προσωνύμιο Καραγκούνηδες είναι άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης. Όπως προκύπτει λοιπόν από τον τίτλο της εργασίας του Καραμεσίνη, ο συγκεκριμένος συγγραφέας υιοθετεί κι αυτός ανεπιφύλακτα τον όρο Καραγκούνηδες για την υπό εξέταση γλωσσική ομάδα.

Ο Μπερερής (1972a: 21-27 και 1972b: 16-28) σε δύο άρθρα του στο περιοδικό «Ελληνική Ψυχή» με τίτλο «Οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας (υλικός και πνευματικός βίος)» αναφέρεται εκτενώς στη Βλάχικη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, που κατάγεται μάλιστα από χωριό κοντινό στη Βλαχόφωνη περιοχή της Ακαρνανίας (Γουριά Μεσολογγίου) κι ο οποίος υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός σε ένα από τα Βλαχόφωνα χωριά της περιοχής (Στρογγυλοβούνι/πρώην Καλέντζι), χρησιμοποιεί στα άρθρα του αποκλειστικά τον όρο Καραγκούνηδες.

Ο Κοντοπάνος (1976: 46-47), που κι αυτός καταγόταν από χωριό κοντινό στη Βλαχόφωνη περιοχή, σε άρθρο του στο περιοδικό «Νιοχώρι» με τίτλο «Περί Βλάχων – Καραγκούνηδων» αναφέρεται στους Βλάχους της Ακαρνανίας. Ο συγγραφέας, αν και χρησιμοποιεί στον τίτλο του άρθρου του το προσωνύμιο Καραγκούνηδες, εν τούτοις δεν δέχεται σχέση των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας με αυτούς της Θεσσαλίας.

Ο Λαζάρου (1976: 86) τέλος αναφέρεται στους Αρβανιτόβλαχους και συγκεκριμένα στους Βλάχους της Ακαρνανίας για τους οποίους γράφει ότι ονομάζονται και Γκαραγκούνηδες. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα μέλη της συγκεκριμένης γλωσσικής ομάδας δεν έχουν κάποια σχέση με τους ελληνόφωνους κατοίκους της Δυτικής Θεσσαλίας (Καραγκούνηδες). Την ίδια άποψη έχει γράψει και σε άρθρο του στην εφημερίδα του Αγρινίου «Ελεύθερος» (φύλλο 7ης Ιουλίου 1984) με τον τίτλο «Καραγκούνηδες». Ωστόσο ο ίδιος αναφέρει (ό.π.) ότι ο P. Papahagi έχει διατυπώσει αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας σχετίζονται με τους ομώνυμους κατοίκους της Δυτικής Θεσσαλίας.26

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας και οι αναφορές του στη βιβλιογραφία

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε κάποιες βιβλιογραφικές αναφορές (τις σημαντικότερες) που αφορούν τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας, οι οποίες όμως θα μας βοηθήσουν αρκετά στην έρευνά μας σχετικά με την αναζήτηση τυχόν σχέσης των δύο Καραγκούνικων ομάδων (Ακαρνανίας και Θεσσαλίας).

Ο Pouqueville (1820, tome deuxième/2: 209) αναφερόμενος στους Καμπίσιους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας γράφει τα εξής: “Les Cambises, ou Caragounis, paraissent, au commencement du mois de mai, au pied des plateau dans lesquels le Pénée prend ses sources. Ils établissent leurs camps à portée des signaux qu’on a réglés pour s’avertir par des feux, ou bien ils se logent dans des villages bâtis pour la saison, et ils employment trios mois à monter de retraite en retraite et de gorge en gorge, jusqu’aux plus hautes regions du Pinde. Mais à peine les vents de l’équinoxe d’automne commencent à souffler, qu’ils redescendent graduellement les étages des montagnes, en achevant de faire paître les versants et les parcours que les approaches de l’hiver les forcent de quitter. Enfin vers le 15 novembre, on les retrouve parqués au pied des Météores de Stagous et aux environs de Tricala, d’où ils étaient partis au printemps pour s’établir dans leurs parcours d’été ”. (= Οι Καμπίσιοι ή Καραγκούνηδες στις αρχές του Μαΐου κάνουν την εμφάνισή τους στα πλατώματα απ’ όπου πηγάζει ο Πηνειός. Εκεί στήνουν τις σκηνές τους και με συνθηματικές φωτιές ειδοποιούνται ο ένας με τον άλλον σε περίπτωση ανάγκης. Ακόμη συμβαίνει να κατοικούν σε χωριά χτισμένα ειδικά για την περίσταση. Και καθώς βαδίζουμε προς το καλοκαίρι, ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα, όλο και ψηλότερα, από καταφύγιο σε καταφύγιο, ώσπου σε τρεις μήνες φτάνουν στις πιο ψηλές κορυφές της Πίνδου. Αλλά όταν αρχίσουν να φυσούν οι άνεμοι της φθινοπωρινής ισημερίας, αρχίζουν να κατεβαίνουν με τον ίδιο σταδιακό τρόπο από τα βουνά, σταματώντας τα κοπάδια τους στις πλαγιές και τα χαμηλώματα και με το πλησίασμα του χειμώνα τα εγκαταλείπουν κι αυτά, ώσπου, κατά τις 15 Νοεμβρίου τους βρίσκουμε εγκαταστημένους στα ριζά των Μετεώρων, των Σταγών και στην περιοχή των Τρικάλων, απ’ όπου είχαν ξεκινήσει την άνοιξη για να ανέβουν στα καλοκαιρινά τους καταφύγια και λημέρια ) (Πουκεβίλ, 1994: 340-341).

Ο Leake (1835, vol. III: 430) αναφερόμενος κι αυτός στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας γράφει: “ From the church of St. Nicolas I cross the mountain which borders the vale of Bœbe on the south to Káprena. In various parts of the mountain huts have been built by the people of Káprena for the Vlakhi, who come into this part of Thessaly with their sheep in the winter, and hire both pasture and huts. By the Greeks of Thessaly these people are commonly called Karagúnidhes, or black cloaks. With the extension of Alý Pashá’s landed property in Northern Greece, his flocks also have increased, and the greater part of those which winter in the plains of Thessaly now belong to him or his sons”. (= Από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου διέσχισα το βουνό, το οποίο χωρίζει την κοιλάδα της «Βοΐβης» [σ.σ. η αρχαία ονομασία της λίμνης Κάρλα] από τα νότια με τα Κάπρενα. Σε διάφορα σημεία του βουνού έχουν χτιστεί καλύβες από τους κατοίκους των Καπρένων για τους Βλάχους, οι οποίοι έρχονται σε αυτό εδώ το μέρος της Θεσσαλίας με τα πρόβατά τους τον χειμώνα και ενοικιάζουν σ’ αυτούς καλύβες και βοσκοτόπια. Από τους Έλληνες της Θεσσαλίας αυτοί οι άνθρωποι [σ.σ. εννοεί τους Βλάχους για τους οποίους έκανε λόγο αμέσως παραπάνω] ονομάζονται Καραγκούνηδες ή μαύρες κάπες. Με την έκταση που πήρε η κτηματική περιουσία του Αλή Πασά στη Βόρεια Ελλάδα, τα κοπάδια του αυξήθηκαν επίσης και το μεγαλύτερο μέρος αυτών που παραχειμάζουν στις πεδιάδες της Θεσσαλίας τώρα ανήκει σε αυτόν ή τους γιους του ). Βλέπουμε λοιπόν καθαρά στο παραπάνω απόσπασμα πως ο Leake θεωρεί ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας ήταν νομάδες Βλάχικης καταγωγής, οι οποίοι μάλιστα είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τον Αλή Πασά όπως ακριβώς και οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Τέλος, πολύ κοντά στη λίμνη Βοΐβη/Κάρλα τοποθετεί και ο Ρήγας Φεραίος τους Γκαραγκούνηδες (δες κυκλικό μαύρο πλαίσιο χάρτη εικόνας 3). Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω τις πληροφορίες του Leake και μας δίνει ένα ακόμη επιχείρημα να ταυτίσουμε τους Καραγκούνηδες αυτούς με τους Βλάχους.

Ο Λεονάρδος (1836: 8-9) αναφερόμενος επίσης στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας γράφει τα εξής (ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): «Οὗτοι κανονικῶς κάθε Φθινόπωρον ἅμα τὸ χιόνι ἀρχίζει νὰ πίπτῃ, τραβοῦνται ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Πίνδου, διὰ νὰ εὕρουν τὸν Χειμῶνα εἰς τοὺς βαθέως εὑρισκομένους Τόπους τῆς Θεσσαλίας ἱκανά χόρτα διὰ τὰ ποίμνιά των, καὶ ἀπαλώτερον κλίμα νὰ ἀπωλαύσουν. Κατὰ τὸ μέσον τοῦ Νοεμβρίου Μηνὸς ἔρχονται μὲ τὰς Οἰκογενείας των καὶ μὲ τὰ ποίμνια οἱ Κ α μ π ή σ ι ο ι οἱ λεγόμενοι Γ γ α ρ α γ κ ο ύ ν ι δ ε ς εἰς την μεγάλην Κοιλάδα τοῦ Π η ν ε ι ο ῦ [σ.σ. η αραιή γραφή ανήκει στον συγγραφέα του συγκεκριμένου αποσπάσματος] ποταμοῦ διὰ νὰ προσμείνουν ἐνταῦθα τὴν ἐπιςροφὴν τῆς χαριτωμένης Α’νοίξεως. Οὗτοι οἱ Νομάδες συνηθεισμένοι ἀδιακόπως εἰς τὸ νὰ ζῶσιν εἰς τὸ ξάςερον σκεπασμένοι μὲ μαύρην γηδόγουναν, ςτένουν τὰς σκηνὰς των πάντοτε ὁμοίως ἀπὸ γηδόγουναν κατασκευασμένας ὑπὸ τὰς πρασυνόφυλλας Βαλανιδιὰς, ὅσον τὸ δυνατὸν πλησίον εἰς τούς Ρ’ύακας καὶ Δάση. Ο‘πόταν οἱ Ποταμοὶ πλημμυροῦν, οἱ Ποιμένες σηκώνουν τὰς μαύρας σκηνὰς των, καὶ ζητοῦν διὰ τὰ ποίμνιά των εἰς ἄλλο μέρος βοσκὴν · ἐνίοτε δοκιμάζωσι μεγάλον πόνον τὸ νὰ χάσων ἕνα μεγάλον μέρος ἀπὸ τὰ ποίμνιά των διὰ τῆς πείνας καὶ ἐπιδημικῆς ἀῤῥωςτίας. Αὐτοὶ πωλοῦν βούτυρον, τυρὶ, μαλλὶ καὶ πληρώνουν τοὺς Τούρκους κεφαλιάτικον. Εὐθὺς ὁποῦ τὸ χιόνι ἀρχίζει νὰ ἀναλύῃ εἰς τὸν Πίνδον, γυρίζουν ἀμέσως πρός τὰ νότα τῆς Θεσσαλίας, καὶ τραβῶνται εἰς τὰ ὕψη τοῦ Πίνδου, ὅπου κυρίως εὑρίσκωνται τὰ Ο’σπήτιά των. Μ’ ὅλον ὅτι τὰ ἤθη αὐτῶν τῶν Ποιμένων φαίνονται τρόπον τινὰ σκληρά καὶ βαρβαρικὰ, μ’ ὅλον τοῦτο εἶναι ἄξια τιμημένης ἰδιότητος, μάλιςα ἐπαινεῖται κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἁπλοκαρδιότης των, ἡ ὁποία τοὺς χαρακτηρίζει μεταξύ τῶν Ε‘λλήνων, εἰς τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἀπερνοῦν τὴν περίοδον τοῦ Χειμῶνος» . Δεν χωρεί καμία αμφιβολία από το παραπάνω απόσπασμα ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας μετακινούνταν από και προς την Πίνδο, όπως ακριβώς έκαναν και οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, με κατεύθυνση όμως κατά τους χειμερινούς μήνες την πεδιάδα της Θεσσαλίας. Ο Έξαρχος (2004: 16-17) μάλιστα, ο οποίος καταγράφει κι αυτός το παραπάνω απόσπασμα του Λεονάρδου, αναφέρει πως σύμφωνα με τον συγκεκριμένο συγγραφέα οι σκέτοι γραικόγλωσσοι-ελληνόφωνοι καραγκούνηδες του θεσσαλικού κάμπου προέρχονται από τους Φαρσεριώτες ή Φρασεριώτες Αρβανιτόβλαχους, οι οποίοι ήταν νομάδες ποιμένων κινούμενοι εδώ και αιώνες αδιάκοπα.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας δημοσίευσε το 1881 στο περιοδικό «Εστία» το διήγημά του «Ο Κερατζής» (υπέρτιτλος «Θεσσαλικαί εικόνες »), το οποίο εκτυλίσσεται στον κάμπο της Λάρισας. Ο Καρκαβίτσας στο διήγημα αυτό γράφει χαρακτηριστικά (1881: 298/ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): «Ἐπέστρεφα ἀπὸ τὸ Κισερλῆ [σ.σ. νυν Συκούριο Λαρίσης, δες υποσημείωση 28] ’ς τὴν Λάρισα. Ἦτο Ἰούλιος μῆνας καὶ οἱ χωριάτες ὅλοι ἦσαν σκλαβωμένοι εἰς τὴ δουλειὰ. Ποιὸς ἀλώνιζε, ποιὸς ἐλύχνιζε, ποιὸς ἔμπαζε τ’ ἄχερα εἰς τὸ ντάμι του [σ.σ. στάβλος, καλύβα]. Οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ἐτσάκιζαν [σ.σ. μάζευαν] καπνό». Στη σελίδα 299 ο Καρκαβίτσας αναφέρει έναν διάλογο με τον κεντρικό ήρωα του διηγήματος και γράφει τα εξής: « –Πῶς σὲ λένε, μπαμπᾶ; τὸν ἐρώτησα, κεντίσας το γομάρι κοντά του. –Αγγελῆ Πρίμα. –Καὶ ποῦθεν εἶσε; […]». Συνεχίζει ο ίδιος: « –Τὸ χωριό σου μωρέ, ῥωτάω · ἐφώναξα ἄγρια. […] –Μὰ κ’ ἔχουμε πατρίδα ἐμεῖς; Εἶπες καραγκούνη, πὲς ἕνα φύλλο ποῦ γυρίζει ἐδῶ κ’ ἐκεῖ σ’ ὄλον τὸ κάμπο, ὅπου τὸ φέρνει τὸ φύσημα! ». Στη σελίδα 301 ο συγγραφέας γράφει τα εξής: «–Μπράβο! εἶπα ἐγώ, ἐνθουσιασμένος. –Μπράβο· μὰ τί τὤφελος; εἶπε, φαρμακωμένος ὁ καραγκούνης. Ἐμᾶς μᾶς πῆρε [σ.σ. η επιδρομή ποντικιών που κατέστρεψε τα σπαρτά] , ὅ,τι ποτάζαμε [σ.σ. αποκτούσαμε] κ’ ἐβγήκαμε διακονιά γιὰ τὸ ψωμάκι. Ὅλο τὸ Πήλιο ἐγιώμισε ἀπὸ παιδιὰ καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποῦ μὲ λιμασμένα μάτια ἐτρέχαμε ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα νὰ μὴ ψωφίσουμε τῆς πείνας ». Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι στο συγκεκριμένο διήγημα ο Καρκαβίτσας αναφέρεται σε Καραγκούνηδες στην περιοχή της Λάρισας (Κισερλή) και του Πηλίου. Στις παραπάνω περιοχές όμως (ιδίως στο Κισερλή) κατοικούσαν ή κατοικούν ακόμη και σήμερα κυρίως Βλάχοι. Επίσης, ο κεντρικός ήρωας του διηγήματος είναι ένας κερατζής/κιρατζής (αγωγιάτης) από το Τόιβασι (νυν Καλοχώρι) Λάρισας, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως Καραγκούνης. Οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού όμως ήταν και είναι κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) Βλάχοι (δες σχετικά υποσημείωση 28). Ο Καρκαβίτσας επίσης όλους αυτούς τους ονομάζει Καραγκούνηδες, αν και απέχουν πολλά χιλιόμετρα από τη σημερινή περιοχή των Καραγκούνηδων της Καρδίτσας και των Τρικάλων. Μάλιστα, είναι γνωστό ότι κιρατζήδες (καραβανάρηδες) κατά τους προηγούμενους αιώνες ήταν κυρίως οι Βλάχοι (Κατσάνης & Ντίνας, 2008: 92). Στο δεύτερο απόσπασμα που παραθέτουμε ο συγγραφέας ρωτάει τον κεντρικό ήρωα του διηγήματος να του πει τ’ όνομά του κι εκείνος απαντάει ότι τον λένε Αγγελή Πρίμα. Ο Έξαρχος (υπό δημοσίευση: 43) αναφέρει ότι χωρίς καμιά αμφιβολία το επώνυμο Πρίμας είναι καθαρά Βλάχικο.27 Τέλος, στο τρίτο απόσπασμα του Καρκαβίτσα που παραθέτουμε ο κεντρικός ήρωας του διηγήματος αναφέρει πως οι Καραγκούνηδες της συγκεκριμένης περιοχής της Θεσσαλίας δεν είχαν πατρίδα, δεν έμεναν σ’ ένα μέρος αλλά μετακινούνταν «όπου φυσούσε ο άνεμος», δηλαδή όπου υπήρχε δουλειά. Αυτό ακριβώς κάνανε και οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας με τα ποίμνιά τους, ώσπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ακαρνανία.

Εικόνα 3. Η περιοχή των Γκαραγκούνηδων και η λίμνη Βοΐβη στη Χάρτα του Ρήγα, Βιέννη 1796-1797Εικόνα 3. Η περιοχή των Γκαραγκούνηδων και η λίμνη Βοΐβη στη Χάρτα του Ρήγα, Βιέννη 1796-1797Ο Καρκαβίτσας επίσης έγραψε το 1896 τη νουβέλα του «Ο Ζητιάνος». Η ιστορία του συγκεκριμένου έργου εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Θεσσαλίας, το Νυχτερέμι (νυν Παλιόπυργος) Λαρίσης, το οποίο βρίσκεται στις εκβολές του Πηνειού ποταμού (δες ρομβοειδές μαύρο πλαίσιο του χάρτη της εικόνας 2). Γράφει σχετικά ο συγγραφέας στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Το Συναπάντημα» (1920: 3/ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): « Τὸ Νυχτερέμι δὲν εἶνε καὶ ἀπὸ τὰ μεγάλα χωριὰ τῆς Θεσσαλίας. Ριχμένο ἐκεῖ, κατὰ ταὶς έκβολὲς τοῦ Πηνειοῦ, στὸ γούπατο τοῦ πολύκαρπου κάμπου, -τοῦ κάμπου ποὺ άπλώνεται τριγωνικός ἀπὸ τὶς δασωμένες ρίζες τοῦ Κισσάβου ἕως τὰ χαμοβούνια τοῦ Ὀλύμπου».

Στη σελίδα 6 του ίδιου κεφαλαίου ο συγγραφέας γράφει:

«Καὶ δὲν εἶχαν ἄδικο νὰ δείχνουν τόση περιέργεια οἱ καραγκούνηδες

[σ.σ. έτσι ονομάζει τους κατοίκους του χωριού Νυχτερέμι]». Το συγκεκριμένο χωριό όμως, όπως και όλα τα άλλα χωριά της γύρω περιοχής, κατοικούνταν την εποχή εκείνη (ακόμη και σήμερα) από Βλάχους.28 Ωστόσο ο Καρκαβίτσας ονομάζει τους κατοίκους του συγκεκριμένου χωριού αποκλειστικά ως Καραγκούνηδες.29

Εύλογα λοιπόν προκύπτει πάλι το ερώτημα: Αφού οι άνθρωποι για τους οποίους γράφει ο Καρκαβίτσας ήταν στην πλειοψηφία τους Βλαχόφωνοι, γιατί τους αναφέρει ως Καραγκούνηδες; Η περιοχή μάλιστα, όπου κατοικούν οι Καραγκούνηδες αυτοί, απέχει πάρα πολλά χιλιόμετρα από τα καραγκουνοχώρια του κάμπου της Δυτικής Θεσσαλίας, της Καρδίτσας και των Τρικάλων, οπότε δεν προκύπτει κάποιο θέμα σύγχυσης από τον συγγραφέα μεταξύ των δύο ομάδων.

Από τις συγκεκριμένες αναφορές στα δύο προαναφερθέντα έργα του Καρκαβίτσα, ο οποίος σημειωτέον γνώριζε πολύ καλά την παραπάνω περιοχή και τους κατοίκους της αφού είχε υπηρετήσει εκεί ως στρατιωτικός ιατρός, συμπεραίνουμε ότι οι Καραγκούνηδες απαντώνται και σε άλλα μέρη της Θεσσαλίας, εκτός από τη σημερινή γνωστή περιοχή, κι ότι ταυτίζονταν με τους Βλάχους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας.

Στην ίδια άποψη με την παραπάνω, όπως ήδη αναφέρθηκε, οδηγούμαστε παρατηρώντας και τη Χάρτα του Ρήγα Φεραίου. Ο Ρήγας αναφέρει στη Χάρτα του (κάτω από την ένδειξη ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ) ότι κοντά στη Λάρισα (στα χωριά του Κάτω Ολύμπου και της Κάτω Όσσης/Κίσσαβου) κατοικούσαν Γκαραγκούνηδες (δες μαύρο ορθογώνιο πλαίσιο του χάρτη της εικόνας 3).30 Η συγκεκριμένη περιοχή όμως της Θεσσαλίας στην οποία ο Ρήγας καταγράφει τη λέξη Γκαραγκούνηδες βρίσκεται κι αυτή αρκετά μακριά από τη σημερινή περιοχή των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας (Καρδίτσα, Τρίκαλα, δυτική Θεσσαλία κ.λπ.). Η περιοχή αυτή μάλιστα είναι γνωστό ότι κατοικούνταν και κατοικείται ακόμη και σήμερα -μεταξύ των άλλων- και από Βλάχους (Έξαρχος, υπό δημοσίευση: 40-45). Ο Ντούλας (2011: 479-480) ωστόσο, ο οποίος καταγράφει κι αυτός τη συγκεκριμένη αναφορά του Ρήγα στους Καραγκούνηδες, θεωρεί ότι αυτή είναι ασαφής ή συμβατική. Αναρωτιέται επίσης μήπως οι συγκεκριμένοι Καραγκούνηδες που αναφέρει ο Ρήγας είναι Αρβανιτόβλαχοι ή Βλάχοι νομάδες. Πώς είναι δυνατόν όμως να καταγράφει ο Ρήγας στη Χάρτα του μετακινούμενους κτηνοτρόφους, οι οποίοι ως γνωστόν δεν διαθέτουν μόνιμες κατοικίες; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγκεκριμένοι Καραγκούνηδες είχαν σχέση με τους Βλάχους, αλλά ήταν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Την ίδια άποψη έχει υποστηρίξει και ο Έξαρχος (ό.π.: 45).

Αναφορά στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας κάνει ο Ρήγας και στο βιβλίο του «Νέος Ανάχαρσις», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1797 στη Βιέννη.31 Συγκεκριμένα στις σελίδες 261-263, όπου περιγράφει τον ναό του Ολυμπίου Διός στην Ηλεία, αναφέρει τα εξής (ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): « Ἕνας ἐπιτήδειος ἀρχιτέκτων Λίβων ὀνόματι ἐπεφορτίσθῃ τὴν οἰκοδομὴν αὐτοῦ τοῦ κτιρίου. Δύο λιθοξόοι ὄχι ὀλιγώτερον ἔμπειροι ἐπλούτηναν μὲ σοφὰ μίγματα τὰ μέτωπα τῶν δύο προσωπείων. ἐφ’ ἑνὸς τῶν μετώπων τούτων ὁρῶνται ἀνάμεσα εἰς ἔναν μέγαν ἀριθμὸν μορφῶν ὁ Οἰνόμαος καὶ ὁ Πέλωψ, ἕτοιμοι νὰ συνταγωνισθώσιν ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Διὸς διὰ τὸ ἆθλον τοῦ δρόμου εἰς τὸ ἄλλο ἡ μάχη τῶν Κενταύρων (32) καὶ τῶν Λαπίθων (33) ». Στη σελίδα 142 του ίδιου βιβλίου ο Ρήγας αναφέρει και τα εξής: « Ε’πάνω εἰς μίαν ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Πηλίου, ὑψοῦται ἕνας ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ Διὸς καὶ πλησίον του εἶναι τὸ περίφημον σπήλαιον, ὅπου θέλουσιν, ὅτι ὁ Χείρων νὰ εἶχε καταςήσῃ ἔκπαλαι τὴν κατοικίαν του […] καὶ τὸ ὁποίον φέρει ἀκόμι τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ Κενταύρου34 ». Από τις παραπάνω αναφορές του Ρήγα, ο οποίος σημειωτέον είχε εργαστεί ως δάσκαλος στα χωριά του Πηλίου και τα γνώριζε πολύ καλά, φαίνεται καθαρά ότι τοποθετεί τους Καραγκούνηδες στα χωριά του Πηλίου και της ευρύτερης περιοχής, επίσης πολύ μακριά από τη σημερινή περιοχή των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας. Όπως είναι γνωστό όμως στα παραπάνω χωριά κατοικούσαν πολλοί Βλαχόφωνοι, οι οποίοι σήμερα έχουν αποβλαχιστεί.35 Επομένως ο Ρήγας ονομάζει τους συγκεκριμένους Βλάχους του Πηλίου ως Καραγκούνηδες. Ακόμη ο Ρήγας, όπως προκύπτει από την υποσημείωση που παραθέτει, αναφέρει καθαρά ότι κοντά στην Πορταριά υπήρχε πηγή ποταμού, η οποία ονομαζόταν Μάννα. Η συγκεκριμένη λέξη απαντάται κυρίως σε αρβανιτόφωνες περιοχές και σημαίνει το κεφαλάρι νερού, τον μεγάλο αύλακα. Μάλιστα η περιοχή στην οποία παραχείμαζαν οι Αρβανιτόβλαχοι της Ακαρνανίας ονομάζεται Μάνινα (από δω και το χωριό Παλαιομάνινα). Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι υπάρχει υδρωνύμιο στην περιοχή του Πηλίου, το οποίο σχετίζεται πιθανότατα με τοπωνύμιο στην αρβανιτοβλάχικη περιοχή της Ακαρνανίας.36

Ο Χριστόφορος Περραιβός επίσης (1803, τόμος πρώτος: 86) στο βιβλίο του «Ιστορία Σύντομος του Σουλίου και της Πάργας» αναφέρει σε υποσημείωση τα εξής (ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου):37 « Θεσσαλεῖς λέγονται ὅσοι κατοικοῦν τὸν κάμπον τῶν Τρικκάλων, καὶ Φαρσάλων, ἔτι Τυρνόβου, καὶ Λαρίσσης · τὸ περισσότερον ὥμος μέρος τῆς Λαρίσσης ὀνομάζονται Ἰπποκένταυροι, κοινῶς δὲ Γκαραγκούνιδες ». Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι και ο Περραιβός, άριστος γνώστης κι αυτός της περιοχής της Θεσσαλίας, αναφέρει Καραγκούνηδες πέρα από τις περιοχές στις οποίες σήμερα κατοικούν. Μάλιστα όπως και ο Ρήγας στη Χάρτα του και στον Νέο Ανάχαρση, ταυτίζει τους Κένταυρους (κατοίκους του Πηλίου κυρίως Βλάχους) με τους Καραγκούνηδες.

Στα νότια του Ολύμπου βρίσκεται το χωριό Κοκκινοπλός/Κοκκινοπηλός (δες μαύρο εξαγωνικό πλαίσιο του χάρτη της εικόνας 2), το οποίο είναι Βλαχόφωνο (για τον Κοκκινοπλό δες και στην υποσημείωση 10). Για κάποιους κατοίκους του συγκεκριμένου χωριού όμως, όπως προκύπτει και από το χειρόγραφο που παραθέτουμε στις εικόνες 4-7 απαντώνται οι φράσεις «καραγκούνι», «ο μίχος του γκαραγγούνι», «τα καραγκουνόπουλα» , «Πούλιος· γκαραγκούνης» κ.λπ. (δες σχετικά στις συγκεκριμένες εικόνες). Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και οι κάτοικοι του χωριού αυτού, αν και Βλάχοι, σχετίζονται με κάποιον τρόπο με τους Καραγκούνηδες, μιας και η λέξη αυτή απαντάται γι’ αυτούς πολύ συχνά στο συγκεκριμένο χειρόγραφο. Για ύπαρξη Καραγκούνηδων στην περιοχή του Ολύμπου (όπου βρίσκεται και ο Κοκκινοπλός) κάνει αναφορά, όπως είδαμε παραπάνω, και ο Κρυστάλλης (1952: 6-7). Ο Κοκκινοπλός, τέλος, και η ευρύτερη περιοχή του απέχουν επίσης πάρα πολύ τόσο από τη σημερινή περιοχή των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας όσο και από την περιοχή των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας.

Ακόμη, όπως είδαμε παραπάνω, στη λίμνη Βοΐβη/Κάρλα (πολύ κοντά στην περιοχή όπου ο Ρήγας τοποθετεί τους Γκαραγκούνηδες), ο Leake (1835, vol. III: 430) έχει αναφέρει κι αυτός την ύπαρξη Καραγκούνηδων (δες για την περιοχή αυτή τα κυκλικά μαύρα πλαίσια των χαρτών στις εικόνες 2 και 3). Θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στα γραφόμενα τόσο του Ρήγα (αν και σε κάποια σημεία της Χάρτας του λόγω κυρίως της έλλειψης τεχνικών μέσων υπάρχουν κάποιες ανακρίβειες) όσο και του Leake καθώς και του Περραιβού σχετικά με τους Καραγκούνηδες. Μάλιστα ο Ρήγας, ο οποίος ως γνωστόν καταγόταν από το Βελεστίνο και ήταν Βλάχος, γνώριζε πολύ καλά την ευρύτερη περιοχή. Πολύ καλά επίσης γνώριζε ο Ρήγας και τους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής. Τα ίδια ισχύουν και για τον Περραιβό. Με όλα αυτά λοιπόν οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τόσο ο Ρήγας όσο και ο Leake καθώς και ο Περραιβός ταυτίζουν τους Βλάχους της περιοχής στην οποία αναφέρονται με τους Καραγκούνηδες. Ο Leake (ό.π.) μάλιστα το αναφέρει ρητά.

Ο Heuzey (1927: 75) στο βιβλίο του “Excursion en Thessalie Turque en 1858” και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο “Villages du kambos” (= Χωριά του κάμπου) γράφει χαρακτηριστικά για τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας: “Dans tous ces villages de la plaine, à la difference des villes, le type n’a rien de grec; les visages, même féminins, ont quelque chose de lourd et d’ un peu brutal. On croit voir autour de soi les descendants hellénisés d’un autre race, slave, valaque, ou bulgare. Ils sont désignés sous le nom de Karagounis, nom qu’ils n’acceptent pas sans protestation et qu’ils considèrent comme un sobriquet peu flatteur. Ce terme, communément appliqué en Thessalie aux travailleurs du sol, paraît provenir de deux mots turcs, kara et gouna, c’est-à-dire noire-casaque. Une sorte de casaque sans manches, de grosse laine noire bourrue, avec liséré rouge, tranche, en effet, sur la blancheur de leurs vêtements de cotonnade” . (= Σε όλα αυτά τα χωριά του κάμπου [σ.σ. εννοεί τον κάμπο της Θεσσαλίας], αντίθετα από τις πόλεις, ο τύπος [σ.σ. εννοεί τον τύπο των ανθρώπων] δεν έχει τίποτα ελληνικό· τα πρόσωπα, ακόμη και τα γυναικεία, έχουν κάτι βαρύ και λίγο βάναυσο/απότομο. Θαρρεί κανείς πως βλέπει γύρω του εξελληνισμένους απόγονους μιας άλλης φυλής/ράτσας, σλάβων, Βλάχων ή βουλγάρων. Τους αποκαλούν καραγκούνης/καραγκούνηδες, όνομα που δεν δέχονται χωρίς αντιρρήσεις και το οποίο θεωρούν ότι δεν τους κολακεύει. Αυτός ο όρος, ο οποίος χρησιμοποιείται στη Θεσσαλία για όλους όσοι δουλεύουν τη γη, μοιάζει να προέρχεται από δύο τούρκικες λέξεις, κάρα και γκούνα, δηλαδή μαύρο και καζάκα [σ.σ. σιγκούνι]. Ένα είδος μαύρης καζάκας χωρίς μανίκια από χοντρό μαύρο μαλλί με κόκκινες άκρες, χτυπά πράγματι πάνω στην ασπρίλα των βαμβακερών ρούχων τους ».

Ο Papahagi (1963: 491) στο λήμμα Gărăgún, -nă/πληθυντικός Gărăgún΄ῐ, -ne του περίφημου λεξικού του “Dicţionarul Dialectului Aromîn” αναφέρει ότι οι Γκαραγκούνηδες/Καραγκούνηδες είναι εξελληνισμένοι Βλάχοι (aromîn grecizat/ ρουμάνικα//aroumain grécisé/γαλλικά). Ο ίδιος συγγραφέας μάλιστα για να στηρίξει την άποψή του κάνει αναφορές στον Αραβαντινό και συγκεκριμένα στα έργα του Παροιμιαστήριον (σελίδα 147), το οποίο εκδόθηκε το 1863 στα Ιωάννινα, και Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή (σελίδα 519), που εκδόθηκε το 1895 στην Αθήνα. Η συγκεκριμένη αναφορά του Papahagi θεωρούμε ότι έχει ιδιαίτερη αξία, μιας και το προσωνύμιο (Γ)καραγκούνηδες, το οποίο όπως ήδη αναφέραμε χρησιμοποιούνταν για τους Βλάχους της Ακαρνανίας (Τσαμπάζης, 1961: 249), αναφέρεται και για τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας. Τον όρο Γκαραγκούνηδες, όπως είδαμε παραπάνω, τον χρησιμοποιεί κι ο Ρήγας Φεραίος.

Στο βιβλίο του «Γενική Ιστορία» ο Μπέγκος, ο οποίος στηρίζεται σε έγκυρες βιβλιογραφικές πηγές, αναφέρει για τον εποικισμό της Ελλάδας από τους Αλβανούς τα εξής (1978: 300): « Από τον 12ο αιώνα άρχισαν μια ειρηνική διείσδυση στην Ελλάδα και στα τέλη του 13ου αιώνα βρίσκονταν κοντά στη σημερινή Καρδίτσα εγκατεστημένοι «με χρυσόβουλο και πρόσταγμα βασιλικό». Ονομάζονταν Αρβανιτόβλαχοι ή Καραγκούνηδες και μιλούσαν άλλοι Αλβανικά και άλλοι Λατινικά [σ.σ. Βλάχικα]». Από την παραπάνω αναφορά του Μπέγκου προκύπτει ολοφάνερα ότι οι Αρβανιτόβλαχοι και οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας ταυτίζονται. Ο ίδιος συγγραφέας μάλιστα αναφέρει γι’ αυτούς ότι μιλούσαν Αλβανικά και Βλάχικα.

Η Χατζημιχάλη (1983, τόμος Β΄: 76-80) στο βιβλίο της «Η ελληνική λαϊκή φορεσιά» και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η καραγκούνικη φορεσιά» κάνει εκτενή αναφορά στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας και υποστηρίζει, στηριζόμενη μάλιστα και σε βιβλιογραφικές αναφορές του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στον Leake, τον Αραβαντινό και τον Heuzey, ότι η συγκεκριμένη ομάδα είναι φυλή που κατάγεται από τους Αρβανίτες και δεν εμφανίζει καμία ομοιότητα στα ήθη και έθιμά της με τα ελληνικά. Γράφει χαρακτηριστικά: «… οἱ Καραγκούνηδες εἶναι φυλή πού κατάγεται ἀπό τήν Ἀρβανιτιά, γι’ αὐτό καί τά ἤθη καί τά ἔθιμά τους δέν ἔχουν καμιά ὁμοιότητα μέ τά ἑλληνικά ». Αναφέρει επίσης ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία κατέβηκαν από τα χωριά τους στον θεσσαλικό κάμπο όπου έγιναν κολίγοι στα τσιφλίκια Τούρκων και Ελλήνων τσιφλικάδων. Αν δεχτούμε την άποψη αυτή, τότε προκύπτει σχέση των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας με τους αντίστοιχους της Ακαρνανίας, μιας και οι τελευταίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ετεροπροσδιορίζονται ως Αρβανιτόβλαχοι. Ωστόσο, ο Ντούλας (2011: 407-414) απορρίπτει την παραπάνω άποψη της Χατζημιχάλη.

Ο Αντωνίου (1994: 4-14) στην έρευνά του «Γαμήλια έθιμα των Καραγκούνηδων της Δυτικής Θεσσαλίας» αναφέρεται στη σύγχυση που επικρατεί σχετικά με την ύπαρξη ή όχι κάποια σχέσης των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας με την ομώνυμη ομάδα της Ακαρνανίας. Μάλιστα αναφέρει ότι αυτή η σχέση δεν μπορεί ούτε να στηριχθεί πλήρως ούτε όμως και να απορριφθεί. Επίσης ο ίδιος προσπερνώντας αυτόν τον προβληματισμό καταγράφει διάφορα γαμήλια έθιμα των Καραγκούνηδων της Δυτικής Θεσσαλίας. Καταρχήν αναφέρει το έθιμο του αγαριλικιού, δηλαδή της εξαγοράς της νύφης από τον γαμπρό αντί η τελευταία να πάρει προίκα. Το έθιμο αυτό, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ενδημούσε στους Καραγκούνηδες της Δυτικής Θεσσαλίας. Ο Heuzey (1860: 275) μάλιστα αναφερόμενος στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας γράφει για το θέμα της προίκας: “Le trousseau qu’ une fille a tissé est tout ce qu’ elle apporte à son mari: les Karagunis repoussent comme honteux l’ usage de donner une dot” (= Η προίκα που έχει αποκτήσει μια κοπέλα είναι εκείνη που έχει μεταφέρει από τον σύζυγό της: οι Καραγκούνηδες θεωρούν ντροπή να δώσουν προίκα ). Στις σελίδες 275-276 αναφέρει ακόμη τα εξής: “Lorsqu’un jeune home veut se marier, il va trouver lui meme le père de la fille qu’il recherché. Sa demande est-elle acceptée, il tire aussitôt sa bourse et met, séance tenante, quelques pieces d’ ordans la main de son future beau-père. Il devra renouveler le meme don, le jour de la noce, lorsqu’ il ira chercher sa fiancée. Ainsi, loin de réclamer une dot, c’ est lui qui achète sa femme. Cette coutume rappelle la coemptio des noces romaines ” (= Όταν ένας νέος άνδρας θέλει να παντρευτεί, θα μιλήσει ο ίδιος στον πατέρα της κοπέλας που θέλει. Όταν το αίτημά του γίνει αποδεκτό, δίνει τον μισθό του και μετά τοποθετεί στο χέρι του μελλοντικού πεθερού μερικά κομμάτια χρυσού. Πρέπει να επαναλάβει το ίδιο τη μέρα του γάμου, όπου πρόκειται να ψάξει τη νύφη. Έτσι, αντί να παραλάβει εκείνος προίκα, είναι εκείνος που ουσιαστικά αγοράζει τη νύφη. Αυτό το έθιμο θυμίζει το αντίστοιχο των ρωμαϊκών γάμων ). Βλέπουμε από το απόσπασμα αυτό ότι το έθιμο της εξαγοράς της νύφης επικρατούσε μέχρι τον 19ο αιώνα και στους Αρβανιτόβλαχους/Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη Βλαχόφωνη περιοχή της Ακαρνανίας (κοντά στη λίμνη Οζερό) υπάρχει τοπωνύμιο Αγριλάκι (το). Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο συνδέεται πιθανότατα με την εξαγορά κάποιας νύφης (αγαριλίκι > αγαρλίκι > αγριλάκι). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό (αγαριλίκι/εξαγορά της νύφης) κυρίως στους Αρβανίτες αλλά και στους Αρβανιτόβλαχους δες Αλεξάκης (2014: 483-508 και 638).

Κατάλοιπα του συγκεκριμένου εθίμου, το οποίο καταγράφει ο Heuzey, υπήρχαν μέχρι πριν μερικά χρόνια στους Αρβανιτόβλάχους/Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Συγκεκριμένα την ημέρα που έπαιρναν τα προικιά (παλιότερα την Πέμπτη, αργότερα την Παρασκευή) οι συγγενείς του γαμπρού θα έπρεπε να δώσουν στους συγγενείς της νύφης κάποιο συμβολικό χρηματικό ποσό (συνήθως πολύ μικρό) για να «αγοράσουν» το κάθε αντικείμενο από τα προικιά, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερης αξίας, π.χ. τον ιματισμό, τα έπιπλα κ.λπ. Αρκετές φορές μάλιστα συνέβαιναν και παρεξηγήσεις, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια που γίνονταν γάμοι με μέλη έξω από τη συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα, τα οποία δεν γνώριζαν (και δεν αναγνώριζαν) το συγκεκριμένο έθιμο. Παρατηρούμε εδώ λοιπόν μια πολύ σημαντική ομοιότητα σε αυτό το γαμήλιο έθιμο των δύο Καραγκούνικων ομάδων.38

Άλλα γαμήλια έθιμα τα οποία ερευνά ο Αντωνίου είναι η συνήθεια των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας να συνάπτουν γάμους με γυναίκες-νύφες μεγαλύτερες στην ηλικία από τους άντρες-γαμπρούς, καθώς και η συνήθειά τους να πραγματοποιούν τους γάμους τους κυρίως κατά τους μήνες Μάιο και Οκτώβριο. Τα δύο παραπάνω έθιμα παρατηρούνταν αυτούσια και στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις γάμων Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας στους οποίους η νύφη είναι μεγαλύτερη στην ηλικία από τον άνδρα κατά δέκα χρόνια ή και περισσότερα (κάποια τέτοια ζευγάρια ηλικιωμένων υπάρχουν μέχρι και σήμερα). Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ακόμη ότι σε συνοδικό έγγραφο (σημείωμα διαζυγίου) του Ιωάννου Απόκαυκου,39 που χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του 13ου αιώνα, αναφέρεται ότι κάποιος δεκαοχτάχρονος ονόματι Ιωάννης, ο οποίος είχε παντρευτεί παρά τη θέλησή του και με συνοικέσιο μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα ονόματι Ρουσά, έκανε αίτηση διαζυγίου. Η συγκεκριμένη γυναίκα, το όνομα της οποίας σχολιάζει ο Απόκαυκος ως ενδεικτικό της καταγωγής της, ήταν πιθανότατα Βλαχόφωνη.40Αιτία του διαζυγίου, εκτός προφανώς της μεγάλης διαφοράς ηλικίας, ήταν το γεγονός ότι η σύζυγός του, η οποία καταγόταν από τα ορεινά μέρη της Βελαχατουίας (περιοχή μεταξύ Ναυπάκτου, Άμφισσας και Νέων Πατρών/Υπάτης που κατοικούνταν κυρίως από Βλάχους κατά τον Μεσαίωνα), ήταν απότομη, παράλογη, βάρβαρη και δεν μιλούσε σωστά ελληνικά.41 Από το συγκεκριμένο κείμενο του Απόκαυκου παίρνουμε την πληροφορία ότι οι Βλάχοι ή οι Βλάχες συνήθιζαν να συνάπτουν γάμους με μεγαλύτερες γυναίκες ή μικρότερους άντρες αντίστοιχα ήδη από πολύ παλιά.42 Επίσης σε συζητήσεις μας με Βλάχους της Ακαρνανίας μάς έχει αναφερθεί ότι θεωρούν τους μήνες Μάιο και Οκτώβριο ως τους πιο πρόσφορους για την πραγματοποίηση των γάμων τους. Το τελευταίο φυσικά έχει να κάνει με τον κύκλο των εργασιών τους, οι οποίες ήταν σε έξαρση κατά την περίοδο του καλοκαιριού, καθώς και με τις καιρικές συνθήκες. Με βάση τα παραπάνω παραδείγματα ωστόσο θεωρούμε ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα στα γαμήλια έθιμα των δύο Καραγκούνικων ομάδων (Ακαρνανίας – Θεσσαλίας).

Ο Ρίζος (2004: 231-239), όπως ήδη αναφέρθηκε, σε άρθρο του στο περιοδικό «Τα Ιστορικά» με τίτλο «Αρβανίτες και Γκαραγκούνηδες» κάνει εκτενή αναφορά στις δύο ομώνυμες Καραγκούνικες ομάδες. Μάλιστα αναφερόμενος στους Βλάχους της Ακαρνανίας γράφει χαρακτηριστικά: « Ἄν ὅμως συνδυάσομε τήν ἐποχή τοῦ ἐρχομοῦ τῶν Ἀλβανῶν (ἀρχές τοῦ 14ου αι.) στή νοτιοδυτική Θεσσαλία μέ τήν ἐκεῖ σχεδόν ταυτόχρονη ἀκμή τῆς Μεγαλοβλαχίας [σ.σ. Θεσσαλίας] τῶν νέων Πατρῶν (ca 1282-1318), πρίν τό κάστρο περιέλθει στούς Καταλανούς, τότε ἴσως πρόκειται γιά γλωσσικά (καί πολιτιστικά;) ἐκβλαχισμένους Ἀρβανίτες, ἤ γιά ἀρβανίτες ὑπό τήν πολιτική κηδεμονία ἀρχόντων τῆς Μεγαλοβλαχίας, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιρροή ἔφτανε ἀρκετά μακριά: ὥς τόν Μαλιακό κόλπο, τήν Ναύπακτο καί τόν Ἀχελῶο ἀφενός, τήν Καστοριά ἀφετέρου. Οἱ ἐποχιακές μετακινήσεις πού συνεπάγονταν ἡ κτηνοτροφία, ἡ transhumance , ἐξηγεῖ μᾶλλον ἀπλά πῶς βρέθηκαν ἤ βρίσκονται Ἀρβανιτόβλαχοι στήν Ἀκαρνανία. Ἔτσι κι ἀλλιῶς κανείς τούς συναντᾶ σήμερα καί σέ χωριά κτηνοτρόφων βορειοανατολικά τῆς Λαρίσης, ὄχι δηλαδή μόνο στήν Ἀκαρνανία ».

Ο Ντούλας (2011: 337-430) στο βιβλίο του «Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας» αναφέρεται εκτενώς στους Καραγκούνηδες των δύο περιοχών (Θεσσαλίας και Ακαρνανίας) και υποστηρίζει πως δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δύο αυτών πληθυσμιακών ομάδων εκτός από την ονομαστική, δηλαδή υποστηρίζει ότι πρόκειται για απλή συνωνυμία. Δεν μας εξηγεί όμως πώς μπορεί να προέκυψε αυτή η συνωνυμία. Μάλιστα ο ίδιος (2011: 399) αναφέρει πως οποιαδήποτε ταύτιση των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας με τους Αρβανιτόβλαχους (Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας) αποτελεί άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση της ελληνικότητάς τους. Οι απόψεις αυτές, οι οποίες έχουν υποστηριχθεί κι από άλλους, θεωρούμε ότι δεν συμβάλλουν στην επιστημονική έρευνα. Επίσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μιας και η Αρβανιτοβλάχικη (Καραγκούνικη) γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας, οι Αρβανιτόβλαχοι και οι Αρβανίτες γενικότερα αποτελούν σήμερα αναπόσπαστο συστατικό του νεοελληνικού έθνους, κατ’ επέκταση της νεοελληνικής ιστορίας. Επομένως καμία ταύτιση μαζί τους δεν αμφισβητεί την ελληνικότητα κανενός.

Τέλος, αναφορά στο προσωνύμιο Καραγκούνηδες τόσο της Ακαρνανίας όσο και της Θεσσαλίας κάνουν και άλλοι συγγραφείς, όπως ο Κουκούδης (2000, τόμος Β΄: 307-318), ο Έξαρχος (2001, τόμος Α΄: 28 και 35-42) κ.λπ.

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας σε έγγραφα του νεοελληνικού κράτους

Εκτός από τις βιβλιογραφικές αναφορές, οι οποίες ως γνωστό αποτελούν έμμεσες πηγές -άρα και λιγότερο ισχυρές- για την τεκμηρίωση ενός ιστορικού γεγονός (την καθιέρωση στην περίπτωσή μας του προσωνυμίου Καραγκούνηδες για τους Βλάχους της Ακαρνανίας), μεγάλη αξία στην ιστορική έρευνα έχουν οι άμεσες πηγές, όπως τα διάφορα έγγραφα και ιδιαιτέρως τα κρατικά. Στο κεφάλαιο αυτό θα παρουσιάσουμε δύο τέτοια έγγραφα του 19ου αιώνα, που αναφέρονται στη Βλάχικη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας, και στα οποία χρησιμοποιείται το προσωνύμιο Καραγκούνηδες. Τα έγγραφα αυτά θεωρούμε ότι αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία για την ονομασία της συγκεκριμένης γλωσσικής ομάδας, μιας και όπως όλα δείχνουν η ονομασία αυτή είχε υιοθετηθεί από την ελληνική κρατική διοίκηση.43

Πριν όμως από την παρουσίαση των κρατικών εγγράφων που αφορούν τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, θεωρούμε ότι είναι πολύ χρήσιμο να γίνει μια αναφορά για το πού (έγγραφα, χειρόγραφα κ.λπ.) απαντάται για πρώτη φορά ο όρος Καραγκούνηδες. Ο όρος αυτός λοιπόν έχει εντοπιστεί για πρώτη φορά -μέχρι σήμερα- στον κώδικα δωρητών και αφιερωτών της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Σπαρμού Ολύμπου για τον οποίο κάναμε λόγο προηγουμένως (υποσημείωση 10).44 Συγκεκριμένα στο χειρόγραφο αυτό αναφέρονται τα εξής: «Ο Θανάσης του καραγκούνι πρθ.»45 [δες μαύρο πλαίσιο εικόνας 4//σελίδα 83 του κώδικα], «ο μίχος του γκαραγγούνι· την μητέραν του πρθ.» [δες πάνω μαύρο πλαίσιο εικόνας 5//σελίδα 102 του κώδικα], «τα καραγκουνόπουλα· τους γονείς τους· Ιωάννου και Στάμου ·» [δες κάτω μαύρο πλαίσιο εικόνας 5//σελίδα 102 του κώδικα], «Πούλιος· γκαραγκούνης· το όνομά του . παρσ.» [δες μαύρο πλαίσιο εικόνας 6//σελίδα 104 του κώδικα], «ο μίχος· του καραγκούνι· και παιδιά του λευτέρι το τοπή έδοσαν δίο χοράφια εις την βρύσιν· το ποδαρούσι και άλλο εις λιάκου γητές · έγραψαν. παρησ·» [δες μεσαίο μαύρο πλαίσιο εικόνας 7//σελίδα 111 του κώδικα], «Η Θανάσινα καραγγούνι δίο παρσ·» [δες κάτω μαύρο πλαίσιο εικόνας 7//σελίδα 111 του κώδικα]. Ο Μπούμπας (2008: 83-111), ο οποίος δημοσιεύει κι αυτός τον κώδικα, αναφέρει ότι τα επώνυμα αυτά τοποθετούνται πριν το 1797. Παρατηρούμε ανάμεσα στα επώνυμα του συγκεκριμένου κώδικα -τα οποία αναφέρονται σε ανθρώπους που κατοικούν στα καραγκουνοχώρια της Θεσσαλίας- και το επώνυμο Πούλιος, το οποίο απαντάται αυτούσιο ακόμη και σήμερα σε δύο Βλαχόφωνα χωριά της Ακαρνανίας, στα Όχθια και στην Παλαιομάνινα. Είδαμε επίσης παραπάνω ότι το συγκεκριμένο όνομα έχει καταγραφεί και στους Αρβανιτόβλαχους της Φθιώτιδας. Το παρεμφερές επώνυμο Πούλιας (Πουλιαίοι) απαντάται και στο Κεφαλόβρυσο (πρώην Μετζιτιέ) Πωγωνίου, όπου κατοικούν Βλάχοι οι οποίοι σχετίζονταν με τους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας (Αλεξάκης, 2009: 270). Το γεγονός της ύπαρξης του συγκεκριμένου επώνυμου το θεωρούμε ως ένα ακόμη ενισχυτικό στοιχείο για τον ισχυρισμό μας ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των Βλάχων (Καραγκούνηδων) της Ακαρνανίας και της ομώνυμης ομάδας της Θεσσαλίας (για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το επώνυμο Πούλιος δες Βασιλείου, 2015: 507-508). Πολλά ακόμη κοινά επώνυμα υπάρχουν μεταξύ των δύο Καραγκούνικων ομάδων. Και προς αυτή την κατεύθυνση λοιπόν χρειάζεται να στρέψει την προσοχή της η επιστημονική έρευνα.

Εικόνα 4. [σελίδα 83 του κώδικα]Εικόνα 4. [σελίδα 83 του κώδικα]

Εικόνα 5. [σελίδα 102 του κώδικα]Εικόνα 5. [σελίδα 102 του κώδικα]

Εικόνα 6. [σελίδα 104 του κώδικα]Εικόνα 6. [σελίδα 104 του κώδικα]

Εικόνα 7. [σελίδα 111 του κώδικα]Εικόνα 7. [σελίδα 111 του κώδικα]

Το πρώτο κρατικό έγγραφο, το οποίο αναφέρεται στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας, είναι μια επιστολή ορισμένων βλαχοποιμένων της Δυτικής Ελλάδας προς τον Καποδίστρια σχετικά με τη νομή των λιβαδιών της περιοχής. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε την 23η Μαρτίου 1831 και την υπογράφουν οι Πρόκριτοι των Ποιμένων της παραπάνω περιοχής. Το δεύτερο έγγραφο είναι επίσης μια επιστολή (αναφορά) της 12ης Σεπτεμβρίου 1841 του Γενικού επιστάτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Σ. Σπηλιώτη, προς τον υπουργό Οικονομικών της Κυβέρνησης του Όθωνα. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε στη Βόνιτσα και αναφέρεται στην καταπάτηση των εθνικών γαιών του Ξηρομέρου από τους Φαλαγγίτες και τη συλλογή των βελανιδιών. Λόγω της μεγάλης σπουδαιότητας των συγκεκριμένων εγγράφων για το θέμα το οποίο μελετάμε αλλά και ευρύτερα για την ιστορική έρευνα στην Αιτωλοακαρνανία, τα παραθέτουμε αυτούσια τόσο στο πρωτότυπο όσο και σε μεταγραφή.46

Επίσης, στο ίδιο κεφάλαιο παρουσιάζουμε απόσπασμα από ένα Βασιλικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Όθωνας στις 25 Ιουνίου 1834, το οποίο όμως κατόπιν πιέσεων δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Μιτάκη, 1989: 127-128 & Μήτσης, 2009: 19-21). Το διάταγμα αυτό αφορούσε τη μόνιμη εγκατάσταση των Καραγκούνηδων στην Ακαρνανία. Και στις τρεις παραπάνω κρατικές πηγές γίνεται χρήση του ονόματος Καραγκούνηδες, όσον αφορά τους Βλάχους της Ακαρνανίας, ενώ στο πρώτο αναφέρεται και ο όρος Αλβανοποιμένες για τη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα. Στη μεταγραφή των εγγράφων ακολουθείται η ορθογραφία των πρωτοτύπων εκτός του πολυτονικού συστήματος.

Εικόνα 8. Επιστολή προς τον Ιωάννη ΚαποδίστριαΕικόνα 8. Επιστολή προς τον Ιωάννη Καποδίστρια

Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος

Οι υποφαινόμενοι Βλαχοποιμένες αυτόχθονες Έλληνες της Δυτικής Ελλάδος πληρωφορηθέντες, ότι οι Αλβανοποιμένες και Καραγκούνηδες [σ.σ. η έντονη γραφή δική μας], οίτινες από το παρελθόν έτος, ήλθον εις την Ελληνικήν επικράτειαν με τα ποίμνιά των, εν ω περιήλθον πριν του καιρού εις όλας τας επαρχίας και προστήχισαν [σ.σ. εκμίσθωσαν] όλα τα θερινά λιβάδια, ήλθον τελευταίον εις την Σ.[εβαστήν] Κυβέρνησιν, αιτούντες τα επίλοιπα. Ευσεβάστως αναφέρομεν προς την Υ.[μετέραν] Ε.[ξοχότητα] δεόμενοι, ίνα μη γίνη προς ημάς τους αυτόχθονας ποιμένας, από παραδρομήν καμμία βλάβην, αλλά παρακαλούμεν να διαταχθώσιν αι κατά τόπους αρχαί, εν πρώτοις να τοποθετήσουν ημάς εις αυτά τα λιβάδια, όσα μας χρειάζονται και ακολούθως εις τα περισσεύοντα να εξοικονομηθώσι όσοι εξ αυτών ημπορούν να εξοικονομηθώσιν, έτοιμοι και ημείς να πληρώσωμεν τα προαποφασισθέντα δικαιώματα, παρά της Σ.[εβαστής] Κυβερνήσεως.

Εξοχώτατε! Αυτοί οι ελθόντες από την τουρκικήν επικράτειαν ποιμένες, δύνανται και να επιστρέψωσιν εκεί, να εξοικονομήσωσιν τα ποίμνιά των, καθώς τα εξοικονομούσαν και τους παρελθόντας χρόνους, ημείς δε ως Έλληνες δεν δυνάμεθα να πηγαίνωμεν εκεί. Διο παρακαλούμεν να γίνει θεραπεία [;] και με βαθύτατον σέβας υποσημειούμεθα.

Εν Μεσολογγίω τη 23 Μαρτίου 1831

Οι Πρόκριτοι των Ποιμένων

αναγνώστης Κατζότης γιαννάκης Αμπλιανίτης

γεώργης Αποσκήρτης Αθανάσιος Χούτας Αμπλιανίτης

δημήτριος Αμπλιανίτης παπαδημήτρης Αμπλιανίτης

γιώργος Μπαλτζώκας γιώργος Κρέτσης Αμπλιανίτης

γιοργάκης Γιαννακόπουλος

αργύρης Αμπλιανίτης

μήτρος Αμπλιανίτης

νικόλαος Γεροβασίλης

γιώργος Μπαλαριάννης

 

Επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομικών

Εικόνα 9. [σελίδα 1]

Εικόνα 10. [σελίδα 2]

Εικόνα 11. [σελίδα 3]

Εικόνα 12. [σελίδα 4]

[σελίδα 1]

Αριθ. πρ. 81-87 Προς την επί των Οικονομικών

την 12 7μβρίου 1841 Βόνιτζα Β. Γραμματείαν της επικράτειας

ελ. 17 7μβρίου 1841

Περί των καταπατουμένων από τους φα-

λαγγίτας γαιών και περί βαλανοκοκιδίων

Συνεπής με την από την 8 7μβρίου [σ.σ. Σεπτεμβρίου] υπ’ αριθ. 81 αναφοράν μου εκθέτω προς την Β. Γραμματείαν τα ακόλουθα:

Περιοδεύων το τμήμα του Ξηρομέρου παρετήρησα με λύπην μου την κατάστασιν των εθνικών γαιών εκ μέρους των Φαλαγγιτών και την προφανήν ζημίαν του Δημοσίου.

Όλοι οι Φαλαγγίτες ανεξαιρέτως έλαβον τας γαίας των κατά το παλαιόν μέτρον και τοιουτοτρόπως αντί 100 Β. στρεμμάτων κατέχη ήδη έκαστος 100. Οι δε πλέον αισχροκερδώς αντί 100 κατέχουν 200 και περισσότερα.

Η κυβέρνησις εισπράτουσα τας οφειλομένας προσόδους δια λογαριασμόν της, οφείλει νομίζω να προστατεύσει την περιουσία της και να εξασφαλίσει τα δίκαιά της. Η παραμικρά αδιαφορία θέλει εμψυχώσει άπαντας τους

[σελίδα 2]

κατοίκους να αρπάσουν όσας γαίας κείνται πέριξ των ιδιοκτησιών των, εις δε τους Φαλαγγίτες καθιερούται η αρχή του να φορολογούνται αι γαίαι τα οποίας καταπατούν ως ιδιόκτητοι.

Αφού η κυβέρνησις δια της οφειλομένης φορολογίας αναγνωρίση τας κατεχομένας ανόμως από τους Φαλαγγίτας γαίας ως ιδιοκτήτους. Τις θέλει ακολούθως διαφιλονικήση αυτάς;

Εις την περιοδίαν μου ταύτην παρετήρησα εν άλλον περιστατικόν επίσης ουσιώδες, την συλλογήν των βαλανιδιών.

Κατά τας διαταγάς της Β. Γραμματείας οι συλλογείς όφειλαν να λάβουν αδείας από τους επί τούτου επιστάτας. άλλ’ ούτοι εναντίον όλων των οδηγιών ώρμησαν και εσύλλεξαν τα βαλανίδια.

Οι λόγοι τους οποίους ανέφερον οι κάτοικοι προς δικαιολογίαν των α) η βραδύτης

[σελίδα 3]

του διορισμού των επιστατών. β) ο ολίγος αριθμός αυτών, μη δυναμένων να δώσουν αδείας, εν ολίγω διαστήματι εις τοσούτον λαόν και γ) η προσέγγισις της συγκομιδής των όψιμων καρπών των εν εκ των δύο, έλεγον όλοι σχεδόν, έπρεπε να κάμωμεν, ή έπρεπε να αφήσωμεν τα βαλανίδια να σφετερισθούν από ολίγους Καραγκούνιδες [σ.σ. η έντονη γραφή δική μας] και ημείς να στερηθώμεν του μόνου πόρου της υπάρξεώς μας, τον οποίον η φύσις μας εχάρισε και να συλλέξωμεν τους αραβοσίτους μας, ή έπρεπε να αφήσωμεν τούτους να χαθούν και να συλλέξωμεν βαλανίδια. Ημείς επιταχύναμεν τη συλλογήν των βαλανιδίων, και δια της επιταχύνσεως ταύτης ωφελήσαμεν διπλώς το Δημόσιον. Η δε Κυβέρνησις δύναται ήδη να ενεργήση ό,τι θέλει.

Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο τα πράγματα ότε εξήλθον οι διορισθέντες επιστάτες. τα βαλανίδια ήτον σχεδόν συναγμένα. οι πλείστοι των κατοίκων απεποιήθησαν του να λάβουν αδείας, και τοιουτο-

[σελίδα 4]

τρόπως οι επιστάται καθήμενοι ο μεν εδώ και ο άλλος εκεί λαμβάνουν μισθόν χωρίς εργασίαν.

και άλλοτε είπον ότι ο διορισμός νέων επιστατών ήτο περιττός. ότι τρεις ή τέσσαρες άνθρωποι ήτον αδύνατον να προφτάσουν να δώσουν αδείας . και ότι οι επιστάται της φορολογίας ήτον οι αρμόδιοι να επαρκέσουν και εις το έργο τούτο. τα πράγματα απέδειξαν την ισχύν των λόγων μου.

και ήδη πάλιν επαναλαμβάνω [σ.σ. δυσανάγνωστη λέξη] ότι οι επιστάτες των βαλανιδίων απεκατεστάθησαν έτι μάλλον περιττοί. και διότι η έκδοσις των αδειών εματαιώθη, και διότι υπάρχουν εις τους αρμοδίους λιμένας υπάλληλοι ικανοί να εκπληρώσουν τοιαύτα χρέη, και ούτοι είναι οι αποθηκάριοι.

Ευπειθέστατος

Ο Γενικός επιστάτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας

Σ. Σπηλιώτης

Απόσπασμα Βασιλικού Διατάγματος 25ης Ιουνίου 1834

Το συγκεκριμένο διάταγμα αναφέρει ότι εγκρινόταν να θεμελιώσουν « οικιακάς ειδικάς αποκαταστάσεις οι υπό το όνομα Καραγκούνηδες εγνωσμένοι νομάδες εις τον νομόν Ακαρνανίας και Αιτωλίας κατά τα χωριά: Λεπενού, Παλιομάνινα και Αετού και παραχωρηθώσιν αυτοίς Εθνικαί γαίαι ακαλλιέργητοι αλλά διαθέσιμοι και καλλιεργήσιμοι · διά του αυτού διατάγματος παρηγγέλθει το Υπουργείον να φροντίσει ίνα καταμετρηθώσιν αι έχουσαι τας ανωτέρω ιδιότητας εκτάσεις να διαγραφεί σχέδιον των σχηματισθησομένων κωμοπόλεων, να αφήσει δε αυτούς να συστήσωσιν εάν θέλωσι και τρεις ανθ’ ενός δήμους ».

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Βλάχων της Ακαρνανίας στην προφορική παράδοση

Στις άμεσες, μη εμπρόθετες πηγές (άρα και πιο ισχυρές), κατατάσσονται τα δημοτικά τραγούδια, οι τοπωνυμίες και γενικά η προφορική παράδοση. Στο κεφάλαιο αυτό καταγράφουμε ένα δημοτικό τραγούδι κι έναν στίχο από κάποιο άλλο καθώς και κάποιες τοπωνυμικές ονομασίες της περιοχής όπου περιλαμβάνεται ο όρος Καραγκούνης/Καραγκούνα/Καραγκούνηδες.

Ο Κρεκούκιας (1967: 383-384) συγκεκριμένα έχει καταγράψει στο Σπάρτο Αμφιλοχίας, περιοχή όπου είχαν μετασταθμεύσει οι Καραγκούνηδες πριν τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην περιοχή όπου ζουν σήμερα, ένα τραγούδι το οποίο αναφέρεται στις αντιδράσεις των ντόπιων κατοίκων του παραπάνω χωριού (με αρχηγό τον Γιώργο Θώμο) στην εγκατάσταση των Καραγκούνηδων στο χωριό τους. Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει ως εξής (ακολουθείται η ορθογραφία και το σύστημα καταγραφής του πρωτοτύπου):

(Οὑ Γιῶργου Θῶμους φώναξι,//Οὑ Γιῶργου Θώμους λέει:)

(Ἐψές ἤμουν ’ςτά Γιάννινα//ψηλά ’ςτά Λιθαρίτσα

κι ἄκουσ’ σκιαέτια (= χαμπάρια) πὄρχουdαν//ἀπού του Γιῶργου Θώμου)

(ἔσφαξι τή gαρακουνιά//τούς πιστικούς τοῦ Γιάνν’κα)

(Κι οὑ Γιάνν’κας καβαλλίκεψι//μέσ’ ’ςτοῦ παςᾶ νά πάῃ)

(Σά dή σκιαέτια, Γιάνν’κα μου,//ἀπού τοῦ Γιῶργου Θῶμου;).

Ο Κρεκούκιας (ό.π.) επίσης έχει καταγράψει στην ίδια περιοχή το τοπωνύμιο Καραgουνοgάλ’βα (= Καραγκουνοκάλυβα), όνομα ορεινής τοποθεσίας στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Καραγκούνηδες με προτροπή του Αλή Πασά. Ο Βλαχοδήμος (2010: 17) τέλος καταγράφει στο Σωροβίγλι (νυν Στράτος) την τοποθεσία «Καραγκουνοκάλυβα», όπου εγκαταστάθηκαν οι Καραγκούνηδες με αρχηγό τον Γιάγκα κατόπιν επίσης προτροπής του Αλή Πασά. Βλέπουμε λοιπόν ότι και σε αυτού του είδους τις πηγές απαντάται ο όρος Καραγκούνηδες.

Στην περιοχή των Βλαχόφωνων χωριών της Ακαρνανίας επίσης, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου, είναι διαδεδομένο το δημοτικό τραγούδι «Η Καραγκούνα». Το τραγούδι αυτό είναι ιδιαίτερα δημοφιλές και στην καραγκούνικη περιοχή της Θεσσαλίας. Στην περιοχή του Ξηρομέρου ωστόσο καταγράψαμε τον παρακάτω στίχο του τραγουδιού αυτού: « Άιντε Καραγκούνα, Βλάχα μ’ Καραγκούνα, άιντε με σαγιά, με σαγιά και με σιγκούνια ». Παρατηρούμε ότι στην παραλλαγή αυτή του συγκεκριμένου τραγουδιού έχουμε ταύτιση στον απλό λαό της περιοχής του Ξηρομέρου των όρων Καραγκούνα και Βλάχα. Το γεγονός αυτό μας δίνει ένα ακόμη επιχείρημα στον ισχυρισμό μας για ύπαρξη σχέσης μεταξύ Βλάχων και Καραγκούνηδων τόσο της Ακαρνανίας όσο και της Θεσσαλίας.47

Τέλος, το προσωνύμιο Καραγκούνηδες καταγράφεται ακόμη και σήμερα τόσο ανάμεσα στους ελληνόφωνους της Ακαρνανίας όσο και ανάμεσα στους Βλαχόφωνους της ίδιας περιοχής, όταν οι τελευταίοι μιλούν την ελληνική γλώσσα. Το γεγονός αυτό δείχνει καθαρά ότι και στην προφορική παράδοση της περιοχής αυτής ο συγκεκριμένος όρος είναι πολύ ισχυρός μέχρι σήμερα.

Συμπεράσματα

Ο σκοπός της συγκεκριμένη μελέτης ήταν διττός: Από τη μια να διερευνήσεουμε την υπάρχουσα βιβλιογραφία, τα διαθέσιμα κρατικά έγγραφα και την προφορική παράδοση όσον αφορά την κοινώς αποδεκτή ονομασία των μελών της Αρβανιτοβλάχικης (Καραγκούνικης) γλωσσικής ομάδας της Ακαρνανίας, τόσο από την επιστημονική κοινότητα και την κρατική διοίκηση όσο και από τον απλό λαό της περιοχής (ελληνόφωνους και Βλαχόφωνους). Από την άλλη στόχος επίσης ήταν να εξετάσουμε αν τυχόν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας και της ομώνυμης ομάδας της Δυτικής Θεσσαλίας.

Όσον αφορά το πρώτο θέμα, από την ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας αλλά και από την εξέταση των κρατικών εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας, προκύπτει ξεκάθαρα και χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο όρος Καραγκούνηδες είναι απόλυτα δόκιμος κι ότι χρησιμοποιείται ευρέως εδώ και διακόσια τουλάχιστον χρόνια για τους Αρβανιτόβλαχους της περιοχής αυτής. Σίγουρα ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν και πολύ νωρίτερα, από τότε όμως έχουμε την πρώτη του επίσημη καταγραφή όσον αφορά τους Βλαχόφωνους της Ακαρνανίας (terminus post quem). Ακόμη ο όρος αυτός καταγράφεται σε δημοτικά τραγούδια, τοπωνύμια κ.α. (άμεσες/μη εμπρόθετες πηγές), κάτι που ενισχύει περαιτέρω την άποψη ότι αποτελούσε αναπόσπαστο προσωνύμιο της ανωτέρω γλωσσικής ομάδας. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 2008 στο πλαίσιο Μεταπτυχιακής Διπλωματικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών σε ένα από τα Βλαχόφωνα χωριά της περιοχής (τα Όχθια), προέκυψε ότι οι Βλαχόφωνοι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού ετεροαποκαλούνται από τους ελληνόφωνους της περιοχής αλλά και αυτοαποκαλούνται, όταν οι ίδιοι μιλούν την ελληνική γλώσσα, ως Καραγκούνηδες. Τον τελευταίο όρο μάλιστα οι κάτοικοι του χωριού αυτού τον προτιμούν, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, σε ποσοστό 84% έναντι των όρων Βλάχος, Αρωμούνος κ.λπ. (Βασιλείου, 2008: 174-175). Το υπόλοιπο 16% είτε δεν απάντησε είτε δεν προτιμούσε κανέναν από τους παραπάνω όρους είτε προτιμούσε τον όρο Βλάχος (ένα πολύ μικρό ποσοστό), επηρεασμένο από τη σύγχρονη βιβλιογραφία για το θέμα αυτό (κυρίως κάποιοι νέοι και εγγράμματοι). Είναι ξεκάθαρο πάντως ότι οι παλιοί Βλαχόφωνοι της περιοχής αυτής απέρριπταν ασυζητητί, όσον αφορά τον αυτοπροσδιορισμό τους, τον όρο Βλάχος, τον οποίο προσέδιδαν υποτιμητικά σε άλλους νομάδες κτηνοτρόφους, κυρίως στους Σαρακατσάνους.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο όρος Καραγκούνηδες δόθηκε στους Βλαχόφωνους της Ακαρνανίας από τους ελληνόφωνους της ίδιας περιοχής και μάλιστα με μειωτική διάθεση (Τσαμπάζη, 1961: 255). Προκύπτει όμως αμέσως το εξής ερώτημα: Γιατί να τους δοθεί αυτό το προσωνύμιο και όχι κάποιο άλλο από την τόσο πλούσια ελληνική γλώσσα; Γιατί τόση επιμονή στη συγκεκριμένη λέξη από τους ελληνόφωνους της περιοχής αυτής, την οποία (λέξη) μάλιστα αποδέχτηκαν για τον εαυτό τους και υιοθέτησαν οι Βλαχόφωνοι; Όπως αποδείχτηκε με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ο όρος αυτός προϋπήρχε για τη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας προτού καν αυτή εγκατασταθεί μόνιμα στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα, δηλαδή το προσωνύμιο αυτό το «έφεραν» μαζί τους οι Καραγκούνηδες και δεν τους δόθηκε μετά την εγκατάστασή τους εκεί. Αυτό εξάγεται ξεκάθαρα τόσο από το απόσπασμα του Leake, που παραθέσαμε παραπάνω και το οποίο αναφέρεται στην επίσκεψη κάποιων Καραγκούνηδων αρχιτσελιγκάδων στον Αλή Πασά για την απόδοση των ετήσιων φόρων, όσο και από το γεγονός ότι ονομάστηκαν έτσι και σε άλλες περιοχές της Ακαρνανίας απ’ όπου κατά καιρούς πέρασαν, όπως για παράδειγμα στο Σπάρτο Αμφιλοχίας (δες σχετικά στο δημοτικό τραγούδι που παραθέσαμε στο κεφάλαιο 7 από την περιοχή αυτή και το οποίο τους αφορά), πριν από τη μόνιμη εγκατάστασή τους. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ετυμολογική του ερμηνεία, το συγκεκριμένο προσωνύμιο δεν φανερώνει κάποια μειωτική διάθεση αυτού που το χρησιμοποιεί, αλλά δείχνει κάποια ενδυματολογικά χαρακτηριστικά αυτών που το έφεραν, είναι δηλαδή καθαρά προσδιοριστικό. Στη συνέχεια ωστόσο ο όρος απέκτησε κάποια μειωτική διάσταση, ίσως και εξαιτίας της συμπεριφοράς των ίδιων των Καραγκούνηδων έναντι των άλλων κατοίκων (αυτόχθονων) της περιοχής όπου εγκαταστάθηκαν. Από τα παραπάνω λοιπόν προκύπτει πως το συγκεκριμένο προσωνύμιο πρέπει να υιοθετηθεί και να χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία, η οποία αναφέρεται στην Αρβανιτοβλάχικη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας, είτε μόνο του είτε σύνθετο ως Καραγκουνόβλαχος/Καραγκουνόβλαχοι.

Όσον αφορά τον δεύτερο στόχο της μελέτης, τη διερεύνηση δηλαδή για ύπαρξη ή όχι κάποιας σχέσης μεταξύ των Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας, οι απόψεις διίστανται. Όπως είδαμε παραπάνω, άλλοι (Τσαμπάζης,1961: 255. Λαζάρου, 1976: 86. Ντούλας, 2011: 337-430 κ.λπ.) έχουν υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ των δύο ομάδων κι ότι δεν πρέπει αυτές να ταυτίζονται, ενώ αντίθετα άλλοι (Papahagi, 1963: 491. Κρυστάλλης, 1952: 6-7. Χατζημιχάλη, 1983: 76-80. Ρίζος, 2004: 231-232 κ.λπ.) έχουν υποστηρίξει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο ομάδων. Η σχέση αυτή σύμφωνα με τους ειδικούς ερευνητές έγκειται είτε στο ότι οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας είναι εξελληνισμένοι Βλάχοι//aromîn grecizat/aroumain grécisé (Papahagi, 1963: 491) είτε στο ότι είναι εξελληνισμένοι Αρβανίτες (Χατζημιχάλη, 1983, τόμος Β΄: 76 και Ρίζος, 2004: 231) είτε τέλος στο ότι οι Βλάχοι (Καραγκούνηδες) της Ακαρνανίας είναι εκβλαχισμένοι Αρβανίτες ή Αρβανίτες που υπήρξαν υπό την πολιτική κηδεμονία αρχόντων της Μεγαλοβλαχίας (Ρίζος, 2004: 234). Ένα μέρος επίσης των ερευνητών (Βλαχογιάννης στο: Κασομούλη, 1939, τόμος Α΄: 104. Φαλτάιτς, 1933: 791. Βέης, 1927: 270. Αντωνίου, 1994: 5 κ.ά.) επισημαίνει το γεγονός της ομωνυμίας των δύο ομάδων, χωρίς ωστόσο να προβαίνει στη διατύπωση κάποιας άποψης επί του γεγονότος αυτού. Τέλος, όπως είδαμε παραπάνω, ταύτιση των Καραγκούνηδων με τους Βλάχους κάνουν εμμέσως πλην σαφώς τρεις ακόμη πολύ σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης –πλην του Κρυστάλλη- ο Ρήγας Φεραίος, ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας.

Θεωρούμε λοιπόν -σύμφωνα μάλιστα με όλα όσα αναφέρθηκαν- ότι για το τελευταίο ζήτημα, της ύπαρξης δηλαδή ή όχι σχέσης μεταξύ των δύο Καραγκούνικων ομάδων (Ακαρνανίας και Θεσσαλίας), δεν έχει δοθεί ακόμη τελική απάντηση από την επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο σύμφωνα με όλα τα παραπάνω μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές ομώνυμες ομάδες καθώς και σε όλες τις άλλες Καραγκούνικες ομάδες στις οποίες αναφερθήκαμε. Αυτό μάλιστα καταδεικνύεται, όπως είδαμε παραπάνω, κυρίως από βιβλιογραφικές αναφορές του 18ου και του 19ου αιώνα τις οποίες θεωρούμε πιο έγκυρες και αξιόπιστες, μιας και είναι παλαιότερες άρα πιο κοντινές στα γεγονότα που περιγράφουμε. Μένει λοιπόν στην επιστημονική έρευνα να αποδείξει από δω και μπρος το είδος και τον βαθμό της σχέσης αυτής. Η έρευνα μάλιστα ως προς το θέμα αυτό θα πρέπει κατά τη γνώμη μας να απαντήσει στα εξής ερωτήματα: α) Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των δύο Καραγκούνικων ομάδων, μιας και σύμφωνα με κάποιους τους συνδέει η κοινή αρβανίτικη προέλευση; β) Γιατί κάποιοι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας φέρουν το προσωνύμιο Καραγκουνόβλαχοι; γ) Αν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των δύο ομάδων, όπως υποστηρίζεται από μερικούς, πώς εξηγείται το γεγονός της ομωνυμίας; δ) Αν είναι τυχαία η συγκεκριμένη ομωνυμία, υπάρχει άλλο παρόμοιο παράδειγμα στην ονομασία των λαών ή των διάφορων πληθυσμιακών ομάδων; ε) Μήπως οι Βλάχοι της Ακαρνανίας ονομάστηκαν Καραγκούνηδες από «σύμπτωση» ή από «λάθος» των άλλων κατοίκων (αυτόχθονων) της περιοχής όπου εγκαταστάθηκαν;48 και στ) Αν, όπως έχει υποστηριχθεί από κάποιους, η ονομασία Καραγκούνης ήταν ένας όρος γενικότερος και δινόταν χωρίς διάκριση στους αγρότες ή στους χωρικούς ή στους ανθρώπους της υπαίθρου, γιατί δεν απαντάται σήμερα το συγκεκριμένο προσωνύμιο σε άλλη περιοχή της ελληνικής επικράτειας (εκτός της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας) της οποίας ως γνωστόν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της ζούσε στην ύπαιθρο και ασχολούνταν με γεωργικές καλλιέργειες; Εξάλλου, οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας κατά τον 19ο αιώνα δεν ήταν αγρότες αλλά κτηνοτρόφοι και μάλιστα νομάδες. Πώς λοιπόν έλαβαν ένα όνομα που χαρακτηρίζει κυρίως τους γεωργούς της Θεσσαλίας;

Επίσης, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κάποιος, όλος αυτός ο όγκος των ανθρώπων (Καραγκούνηδων) της Βορειοανατολικής και Ανατολικής Θεσσαλίας για τον οποίο κάνουν λόγο τόσοι συγγραφείς του 19ου αιώνα (Ρήγας Φεραίος, Περραιβός, Leake, Λεονάρδος, Κρυστάλλης, Καρκαβίτσας κ.λπ.) από πού προερχόταν και τι απέγινε; Μήπως οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων είναι οι σημερινοί Βλαχόφωνοι της περιοχής οι οποίοι «έχασαν» το προσωνύμιο; Μήπως κάποιοι από αυτούς εκτός από το προσωνύμιο «έχασαν» και τη Βλάχικη γλώσσα; Ο Έξαρχος (υπό δημοσίευση: 44), στηριζόμενος κυρίως στον Λεονάρδο και στον Κρυστάλλη, αναφέρει ρητά πως οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας ήταν νομάδες ποιμένων Βλάχικης καταγωγής, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Πίνδο και το επάγγελμα του κτηνοτρόφου κι έγιναν γεωργοί που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή. Ο ίδιος (ό.π.: 45/υποσημείωση 69) αναφέρει ότι από την Ανατολική Θεσσαλία οι Βλαχόφωνοι Καραγκούνηδες βρέθηκαν ως μέτοικοι στη Δυτική Θεσσαλία με κέντρο τον Παλαμά Καρδίτσας, όπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα και κατόπιν αποβλαχίστηκαν γλωσσικά. Αν δεχτούμε την παραπάνω άποψη οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας σχετίζονται άμεσα τόσο με τους Βλάχους (Καραγκούνηδες) της Ανατολικής Θεσσαλίας, για τους οποίους κάνουν λόγο οι πηγές του 19ου αιώνα στις οποίες αναφερθήκαμε, όσο και με τους Καραγκούνηδες της Δυτικής Θεσσαλίας.

Πέρα όμως από οποιαδήποτε απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα που τέθηκαν, θεωρούμε ότι σε πρώτη φάση θα μπορούσε να μελετηθούν όλες οι ομώνυμες Καραγκούνικες ομάδες (Ακαρνανίας, Δυτικής και Ανατολικής Θεσσαλίας) –καθώς και οι Βλαχόφωνες ομάδες της Ανατολικής και Βορειοανατολικής Θεσσαλίας (Κισσάβου, Λαρίσης, Βελεστίνου κ.λπ.)- τόσο λαογραφικά όσο και εθνογραφικά, ανθρωπολογικά, ιστορικά, γλωσσολογικά κ.λπ., ούτως ώστε να εντοπιστούν ομοιότητες ή διαφορές σε αυτούς τους τομείς. Τέλος, όπως ήδη έχει αναφερθεί, θα μπορούσε να μελετηθούν τα ονόματα (επώνυμα), που απαντώνται στα μέλη αυτών των ομάδων, και τα τοπωνύμια των περιοχών στις οποίες τα μέλη αυτά κατοικούν.49 Μόνο όταν θα γίνουν όλα τα παραπάνω στο πλαίσιο κάποιας επιστημονικής εργασίας, ίσως διδακτορικής διατριβής, θα μπορούσε να δοθεί μια ολοκληρωμένη και τελική επιστημονική απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης ή όχι κάποιας σχέσης μεταξύ των διάφορων Καραγκούνικων πληθυσμιακών ομάδων (Ακαρνανίας και Θεσσαλίας). Μέχρι τότε όμως το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Το προσωνύμιο Καραγκούνηδες των Ριμένων (Αρβανιτόβλαχων) της Ακαρνανίας: Μια πρώτη προσέγγιση
Δρ. Αντώνιος Β. Βασιλείου

Εκπαιδευτικός Π.Ε., Ιστορικός
Η εργασία πρωτοδημοσιεύθηκε στο:
Οι Αρβανιτόβλαχοι (Καραγκούνηδες) της Ακαρνανίας. Από τον μύθο στην πραγματικότητα

Βιβλιογραφία

Cantacuzenus , I . (MDCCCXXVIII/1828) Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Editio Emendatior et Copiosior, Consilio B. G. Niebuhrii C. F., Instituta, pars II, volumen I, Bonnae, Imbensis ed. Weberi.
Heuzey, L.-A. (1860) Le Mont Olympe et l’ Acarnanie, Paris, Librairie de Firmin Didot Frères Fils et cie 1860.
Heuzey, L. (1927) Excursion en Thessalie Turque en 1858, Collection de l’ Intsitut Néo Hellénique de la Université de Paris, Fascicule 5, Paris, Société d’ édition “Les Belles-Lettres”.
Kahl , Th . (2009) Για την ταυτότητα των Βλάχων: Εθνοπολιτισμικές προσεγγίσεις μιας βαλκανικής πραγματικότητας, Αθήνα, Βιβλιόραμα.
Leake, W.-M. (1967) Travels in northern Greece, vol. IΙΙ, Amsterdam, Adolf M. Hakkert-Publisher.
Leake, W.-M. (1835) Travels in northern Greece, vol. IV, London, J. Rodwell, New Bond Street.
Liddel, H . & Scott, R . (χ.χ.) Μέγα λεξικό της ελληνικής Γλώσσης, τόμοι Ι-V, Αθήνα, εκδόσεις Ιωάννης Σιδέρης.
Ostrogorsky G . (1981) Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Γ΄, Αθήνα, Ιστορικές εκδόσεις Στέφ. Δ. Βασιλόπουλος.
Papahagi, Τ . (1963) Dicţionarul Dialectului Aromîn: general şi etimologic/Dictionnaire Aroumain (Mac²do-roumain): g²n²ral et ²tymologique, Bucureşti, Editura Academiei Republicii Populare Romîne.
Pouqueville, F. C. H. L. (MDCCCXX/1820) Voyage dans la Grèce, tome deuxième/2, A Paris, Chez Firmin Didot, Père et Fils.
Scylitzae , I . (MCMLXXIII/1973) Synopsis historiarum, Berolini et novi eboraci.
Weigand , G . (2001) Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι): Ο χώρος και οι άνθρωποι, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη.
Ακαδημία Αθηνών (1962) Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), τόμος Α΄, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού αρχείου/αριθμός 7, Εν Αθήναις.
Αλεξάκης, Ε. (υπό δημοσίευση) Αλβανικές γλωσσικές και πολιτισμικές επιδράσεις στους Φρασαριώτες Βλάχους της Ηπείρου. Μια πρώτη προσέγγιση.
Αλεξάκης, Ε. (2014) Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στη Νεότερη Ελλάδα: Εθνοκοινωνιολογική προσέγγιση, Αθήνα, Ηρόδοτος.
Αλεξάκης, Ε. (2009) Οι Βλάχοι του Μετζιτιέ και η ειρωνεία της ιστορίας: Μια εθνογραφία του μη προβλέψιμου, Αθήνα, εκδόσεις Δωδώνη.
Ανδριώτη, Ν. (1988) Ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Αντωνίου, Α. (1994) Γαμήλια έθιμα των Καραγκούνηδων της δυτικής Θεσσαλίας, το παράδειγμα της Κοινότητας Ματαράγκας, Καρδίτσα, χ.ε.
Αραβαντινού, Π. (2000) [1905] Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, [Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλίνου] Αθήνα, εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία (φωτοαναστατική έκδοση).
Αραβαντινός, Π. (1856) Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του Σωτηρίου έτους μέχρι του 1854, τόμος πρώτος, Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού.
Αραβαντινού, Σπ. (1895) Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή: Συγγραφείσα επί τη βάση ανεκδότου έργου του Παναγιώτου Αραβαντινού, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλίνου.
Βασιλείου, Α. (2015) Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας: Φωνολογική, λεξιλογική και μορφοσυντακτική περιγραφή, Αθήνα, Ηρόδοτος.
Βασιλείου, Α. (2014) Η γλώσσα των Βλάχων (Καραγκούνηδων) της Ακαρνανίας: Καταγραφή μιας γλώσσας υπό εξαφάνιση, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών.
Βασιλείου, Α. (2012) Τοπωνυμικό της Βλαχόφωνης (Καραγκούνικης) περιοχής της Ακαρνανίας: Γεωγραφική και Ιστορική Επισκόπηση-Ιδίωμα, εκδόσεις γράμμα, Αθήνα.
Βασιλείου, Α. (2008) Η Βλάχικη γλώσσα: ιστορική-κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση. Η περίπτωση διγλωσσίας των Βλαχόφωνων κατοίκων του χωριού Όχθια Αιτωλοακαρνανίας, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας, Σπουδαστήριο Γλωσσολογίας, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών.
Βέη, Ν. (1927) Καραγκούνηδες, λήμμα στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τόμος έβδομος, Αθήναι, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, Εγκυκλοπαιδικαί Εκδόσεις Ε.Ε.
Βελεστινλή, Ρήγα (2006) Νέος Ανάχαρσις, Βιέννη 1797 (φωτομηχανική επανέκδοση), επιμέλεια-εισαγωγή-ευρετήριο: Δημήτριος Καραμπερόπουλος, Αθήνα, έκδοση Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα.
Βικέλας, Δ. (1886) Ο Γουστάβος Έιχταλ εν Ελλάδι, 1833-1835, Εστία, τεύχος 547, τόμος ΚΑ΄: 385-389.
Βικέλας, Δ. (1886) Ο Γουστάβος Έιχταλ εν Ελλάδι, 1833-1835, Εστία, τεύχος 546, τόμος ΚΑ΄: 369-372.
Βλαχοδήμου (Λεπενιώτη), Τ. (2010) Κλεφταρματωλοί και αγωνιστές της Λεπενούς Βάλτου κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα, Έκδοση Δήμου Στράτου Αιτωλοακαρνανίας.
Γ., Μ. (1867) Περί Καραγκούνιδων, Πανδώρα, τόμος ΙΗ΄, φυλλάδιο 415: 140-142.
Δεληγιάννη, Κ. (1957) Απομνημονεύματα, τόμος δεύτερος, σχόλια Γ. Τσουκαλά, εκδοτικός οίκος Γ. Τσουκαλά και υιού «Βιβλιοθήκη».
Δελημάρη, Ι. (2000) Πατέρες της εκκλησίας και εκκλησιαστικοί συγγραφείς της Δυτικής Ελλάδος 1, Άπαντα Ιωάννου Αποκαύκου, Ναύπακτος, Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου.
Εγκυκλοπαίδεια Δομή (χ.χ.) λήμμα Γραικοί, τόμος τέταρτος, εκδόσεις «Δομή», Αθήναι.
Έξαρχος, Γ. (υπό δημοσίευση) Οι Βλάχοι του Κισσάβου: Ιστορική προσέγγιση του θέματος, Αθήνα.
Έξαρχος, Γ. (2010) Αρμάνοι (Βλάχοι): Ιστορία-Γλώσσα-Ριζικό, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Δίον.
Έξαρχος, Γ. (2004) Ξένοι περιηγητές για τους Βλάχους: 1. Γαλλόφωνοι (1550-1980), Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Ερωδιός.
Έξαρχος, Γ. (2001) Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι) τόμος Α΄, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη.
Καββαδίας, Γ. (2005) Τα παιδιά του Προμηθέα: Ελληνικές κοινωνίες και πολιτισμοί, τόμος ΙΙΙ, Αθήνα, Καρδαμίτσας.
Καπώνης, Ν. (2010) Leόn Heuzey: Ένας Γάλλος περιηγητής στην Ακαρνανία. Αφιέρωμα στα 150 χρόνια από την έκδοση της περιήγησής του στο Ξηρόμερο και το Βάλτο (1860-2010), Τα Αιτωλικά, τεύχος 15ο, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2010, Αθήνα: 99-122.
Καραμεσίνη, Μ. (1971) Γάμος στα Καραγκουνοχώρια: Λαογραφικά σημειώματα, Στερεά Ελλάς, τεύχος 28/τόμος Γ΄: 18/154-22/158.
Καρκαβίτσα, Α. (1920) Ο Ζητιάνος, έκδοσις δευτέρα επιδιορθωμένη, Εν Αθήναις, Αθήνα, Εκδότης Ιωάννης Δ. Κολλάρος-Βιβλιοπωλείον της ‘Εστίας’.
Καρκαβίτσας, Α. (1881) Ο Κερατζής, Εστία, τόμος ενδέκατος (Ιανουάριος-Ιούνιος), Αθήνησι, Γραφείον της Εστίας: 298-303.
Κασομούλη, Ν. (1939) Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833. Εισαγωγή και σημειώσεις υπό Γιάννη Βλαχογιάννη, τόμος πρώτος, Αθήναι, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας.
Κατηφόρη, Δ. (χ.χ.) λήμμα Βλάχοι, Νέα Ελληνική εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμος 8 ος.
Κατσάνης, Ν. & Ντίνας, Κ. (2008) Οι Βλάχοι του νομού Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας, Σέρρες, Σύλλογος Βλάχων Ν. Σερρών «Γιωργάκης Ολύμπιος».
Κεραμόπουλλου, Α. (2000) [1939] Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, Θεσσαλονίκη, University studio press (φωτοαναστατική έκδοση).
Κολοκοτρώνης, Γ. Θ. (1881) Ήθη και έθιμα Αρβανιτοβλάχων ποιμένων, Εστία, τόμος 11ος, 26/4/1881, τεύχος 278, Αθήνησι, Γραφείον της Εστίας: 276-281.
Κομνηνή, Α . (1990) Αλεξιάς, τόμος Α΄, Αθήνα, εκδόσεις Άγρας.
Κοντοπάνου, Θ. (1976) Περί Βλάχων-Καραγκούνηδων, Νιοχώρι, τεύχος 48, Ιανουάριος-Απρίλιος: 46-48.
Κουκούδης, Α. (2000) Οι Μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Ζήτρος.
Κρεκούκιας, Δ. (1967) Χειρόγραφο υπ’ αριθμόν 888 του αρχείου του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών.
Κρέμος, Γ. (1884) Ιστορικά Επανορθώματα: Α΄ Αλή Πασάς, Παρνασσός, τόμος Η΄, τεύχος Β΄, 29 Φεβρουαρίου 1884, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Παρνασσού: 139-154.
Κρυστάλλη, Κ. (1952) Οι Βλάχοι της Πίνδου, τόμος Γ΄, Αθήναι, Τυπογραφείον: Η «Νέα Μέλισσα».
Λαζάρου Α. (1976) Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις της (Διδακτορική διατριβή) Αθήνα, εκδόσεις Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών.
Λαμνάτος, Β. (1973) Η ζωή στα χειμαδιά, Αθήνα, Παπαζήσης.
Λαμπρίδου, Ι. (1888) Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχος πέμπτον, Μαλακασιακά, μέρος δεύτερον Μέτσοβον και Σεράκου, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Βλαστού Βαρβαρρήγου.
Λεονάρδου, Ι. (1836) Νεωτάτη τῆς Θεσσαλίας χωρογραφία συνταχθεῖσα κατ’ ἰδιαιτέραν τινά μέθοδον γεωγραφικῶς και περιηγητικῶς, Ἐν Πέστῃ τῆς Οὐγγαρίας, Ε’κ τοῦ Ε‘λληνικοῦ τυπογραφείου τοῦ Εὐγενοῦς Τράττνερ τε καὶ Καρολίου.
Λουκόπουλου, Δ. (1927) Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, Αθήναι, Ιστορική και Λαογραφική Βιβλιοθήκη, Βιβλιοπωλείον Ι. Ν. Σιδέρη.
Μακρυγιάννης, Γ. (χ.χ.) Απομνημονεύματα, εισαγωγή-σχόλια Σπ. Ασδραχάς, Αθήνα, εκδόσεις Α. Καραβία.
Μαντούβαλου, Μ. (1990) Κείμενα και μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Γραμματείας, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα.
Μήτσης, Ν. (2009) Δήμος Ανακτορίου, λησμονημένοι μαχητές του 1821, Αθήνα, έκδοση των Συλλόγων Θυρρίου και Δρυμού Βονίτσης με την αρωγή του Δήμου Ανακτορίου.
Μιτάκη, Δ. (1989) Εποίκηση Ηπειρωτών στην Αιτωλία, Ανάτυπο από τα Ναυπακτιακά, τ. Δ΄ (1988-89) της Εταιρείας Ναυπακτιακών Μελετών, Αθήνα.
Μπαμπινιώτη, Γ. (1998) Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε.
Μπέγκος, Α. (1978) Γενική Ιστορία, πέμπτη έκδοση, Αθήνα, αυτοέκδοση.
Μπερερή, Δ. (1972b) Οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας (πνευματικός βίος), Ελληνική Ψυχή, Λαογραφική Επιθεώρηση, τεύχος 3ο: 16-28.
Μπερερή, Δ. (1972a) Οι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας (υλικός βίος), Ελληνική Ψυχή, Λαογραφική Επιθεώρηση, τεύχος 2ο: 21-27.
Μπούμπας, Θ. (2008) Ο Κώδικας της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδας Σπαρμού Ολύμπου 1602-1877, Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας Σπαρμού Ολύμπου.
Μπουσμπούκης, Α. (1999) Χρήση των προθέσεων στα Βλάχικα και τα Ιταλικά, Θεσσαλονίκη, Ένωση Βλάχων Επιστημόνων.
Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση (1972), λήμμα Καραγκούνης, τόμος 15ος, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Χ. Πάτση ΕΠΕ.
Νικολαΐδου, Κ. (1999) [1909] Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης, [Εν Αθήναις, τύποις Π. Δ. Σεκαλλαρίου] Αθήνα, εκδόσεις Πελεκάνος (φωτοτυπική ανατύπωση).
Ντούλας, Χ. (2011) Οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας: Συγκριτική, ιστορική, γλωσσολογική και λαογραφική μελέτη, εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη.
Οικονόμου, Κ. (1991) Τοπωνυμικό της περιοχής Ζαγορίου, Ιωάννινα (χ.ε.).
Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας (2006) Νέο Αλβανο-ελληνικό και Ελληνο-αλβανικό λεξικό, Αθήνα, εκδόσεις Καλοκάθη.
Ομάδα καθηγητών τουρκικής γλώσσας (2003) Νέο Τουρκο-ελληνικό & Ελληνο-τουρκικό λεξικό, Αθήνα, εκδόσεις Καλοκάθη.
Παπαδόπουλου, Στ. (1982) Απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας, τόμος Α΄ (1453-1669), Θεσσαλονίκη, χ.ε.
Πελεκίδη, Χ. (1988) Αρχαία Ελληνική Ιστορία: Από την προϊστορική εποχή ως τις παραμονές των περσικών πολέμων, Γιάννινα, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Περραιβός, Χ. (1803) Ιστορία Σύντομος του Σουλίου και της Πάργας, τόμος πρώτος, Εν Παρισσίοις (χ.ε.)
Πουκεβίλ, Φ. Ο. Κ. Λ. (1994) Ταξίδι στην Ελλάδα: Ήπειρος, μετάφραση Παναγιώτα Κώτσου, Αθήνα, εκδόσεις Αφών Τολίδη, σειρά: Ξένοι περιηγητές στον ελληνικό χώρο.
Ρίζος, Α. (2004) Αρβανίτες και Γκαραγκούνηδες τον 14ο αιώνα, Τα Ιστορικά, τόμος δέκατος πέμπτος, Ιούνιος-Δεκέμβριος, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Μέλισσα: 231-239.
Σιδέρη, Ι. (1964) Λεξικόν Λατινοελληνικό, Αθήνα, εκδόσεις Ιωάννη Σιδέρη.
Στάθη, Γ. (1957) Από τ’ Άγραφα: ήτοι η άγραφος ιστορία παλαιά, νεωτέρα και σύγχρονος των θρυλικών Αγράφων της Πίνδου, της Αργιθέας και των χωριών της, Muskegon, Michigan Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Εν Βόλω, Τύποις Σωτ. Ν. Σχοινά.
Στεργίου, Δ. (2010) Κα Μπέου ντι λα ρέου, εφημερίδα Παλαιομάνινα, αρ. φύλλου 4 (Β΄ περίοδος), Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2010, έκδοση της Εταιρείας Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας.
Σωτηρίου, Σ. (1998) Οι Βλαχόφωνοι του ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου, Αθήνα, Πελασγός.
Τράσιας, Φ. Αρβανιτόβλαχοι/ Ρεμένοι, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://vlahofonoi.blogspot.gr/ 2011/05/blog-post_7292.html/, προσπελάστηκε την 15/6/2011.
Τσαγγαλάς, Κ. (1993) Η Γυναικεία καραγκούνικη ενδυμασία ιδιαίτερα σε μια θεσσαλική κοινότητα, κατασκευή και λειτουργία: συμβολή στη μελέτη της ενδυμασίας στο φυσικό της περιβάλλον, Γιάννενα, ΕΟΜΜΕΧ.
Τσαμπάζη, Λ. (1961) Οι Γκαραγκούνηδες της Ακαρνανίας, Αιτωλικά Γράμματα, τεύχος 1: 249-255.
Τσιώλη, Ζ. (1974) Στοιχεία έρευνας σ’ ένα θέμα φυλοτυπολογίας: (Σύγκριση Καραγκούνηδων και Βλάχων), Άνθρωπος, τόμος Ι, Γενάρης 1974, τεύχος 1, Όργανο της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος: 29-32.
Φαλτάιτς, Κ. (1933) Καραγκούνηδες, λήμμα στη Μεγάλη ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 13ος, Αθήναι, εκδοτικός οργανισμός «Ο Φοίνιξ» ΕΠΕ.
Φωτεινός, Δ. (1819) Ιστορία της πάλαι Δακίας, τα νυν Τρανσυλβανίας, Βλαχίας και Μολδαυΐας, τόμος Γ΄, Εν Βιέννη, εκ του τυπογραφείου Ιω. Βαρθολ. Σβεκίου.
Χατζημιχάλη, Α. (1983) Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, επιμέλεια Τατιάνα Ιωάννου-Γιανναρά, τόμος Β΄, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, Μέλισσα.
Χρυσοχόου , Μ. (2006) [1909] Βλάχοι και Κουτσόβλαχοι ήτοι πραγματεία περί της καταγωγής και της προελεύσεως αυτών μετά δύο γεωγραφικών πινάκων, Αθήνα, Διονυσίου Νότη Καραβία (φωτοαναστατική έκδοση).
Ψαλίδα, Α. (1941) Αρχαιολογία των Αρβανιτών: Ιστορικά Σημειώματα Β΄, Ηπειρωτικά Χρονικά, έτος δέκατον έκτον, Εν Ιωαννίνοις: 219-228.
Χάρτες
Λουκόπουλου, Διον. & Βασ. (χ.χ.) Ελλάδα: Πολιτικός και Μορφολογικός Χάρτης, Αθήνα.
Ρήγα Βελεστινλή (1998) «Η Χάρτα της Ελλάδος…», Βιέννη 1796-1797, Φύλλο 5ο, Αθήνα, Έκδοση Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα.
Χειρόγραφα
Κώδικας 224 Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Ολυμπιωτίσσης (Κώδικας Ιεράς Μονής Σπαρμού).

Διαδικτυακοί τόποι
http://europa.eu

1 Προσωνύμιο είναι ένα όνομα ή μια ονομασία που προστίθεται στο κυρίως όνομα ενός προσώπου ή μιας ομάδας ανθρώπων και το οποίο/η οποία συνήθως έχει σχέση με κάποια χαρακτηριστική ιδιότητα του προσώπου ή της ομάδας που το/τη φέρει.
2 Είναι σε όλους γνωστή η ρήση που αποδίδεται στον Αθανάσιο Διάκο -περιλαμβάνεται σε διάφορα δημοτικά τραγούδια που τον αφορούν- ο οποίος, όταν τον συνέλαβαν οι Τούρκοι και του πρότειναν να αποκηρύξει την πίστη του, απάντησε «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θα πεθάνω»//«ν ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ ν’ ἀποθάνω» (Εκλογή Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Α΄: 156-157, Ν. Βραχνός, Άγραφα, 1890). Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τα εθνωνύμια Έλληνας, Ρωμιός και Γραικός δες Μαντούβαλου, 1990: 79-178 όπου υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα.
3 Από τον «κανόνα» αυτόν εξαιρείται η Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία η χώρα μας έχει πετύχει να ενταχθεί με τον όρο Hellas. Ωστόσο στην αγγλόφωνη έκδοση της επίσημης ιστοσελίδας του παραπάνω οργανισμού ( http://europa.eu) χρησιμοποιείται για την Ελλάδα ο όρος Greece. Τον όρο Hellas η χώρα μας τον χρησιμοποιεί και σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. σε διεθνείς αθλητικές συναντήσεις κ.λπ. Επίσης με τον όρο αυτόν ή παραλλαγές του αναφέρεται σήμερα η Ελλάδα από μερικούς λαούς, όπως π.χ. τους Κινέζους, τους Νορβηγούς κ.λπ. Οι όροι Grai και Graeci σύμφωνα με τον Γ. Χατζιδάκη προήλθαν « ἀπὸ μικρᾶς τινος ὁμάδος Ἑλλήνων Γραίων και Γραικῶν καλουμένων, οἵτινες ἀπὸ τῆς ἐν Βοιωτίᾳ Τανάγρας ἀπώκησαν πάλαι εἰς τὴν Ἰταλίαν (ἐνν. τὴν Κύμην) καὶ ἐγνωρίσθησαν πρῶτοι ἐκ τῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς Ἰταλοὺς » (Εγκυκλοπαίδεια Δομή, χ.χ., τόμος τέταρτος: 311). Τα εθνωνύμια Γιουνάν/Γιουνανί και Γιαβάν προέρχονται από την περσική λέξη Yauna, ονομασία της Ιωνίας στη συγκεκριμένη γλώσσα την οποία κατέκτησαν οι Πέρσες ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι Πέρσες έδωσαν τη συγκεκριμένη ονομασία και σε όλους τους άλλους που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το εθνωνύμιο Γιουνάν/Γιουνανί καθώς και για τους λόγους που οι Οθωμανοί το προτίμησαν έναντι του παλαιότερου όρου Ρουμ (= Ρωμαίοι/Ρωμιοί) δες Μαντούβαλου, 1990: 98, 138 & 152. Θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ότι στην περίπτωση των εθνωνυμίων Γιουνάν/Γιουνανί και Γιαβάν καθώς και του εθνωνύμιου Greeks παρατηρείται το φαινόμενο από ένα τμήμα του ελληνόφωνου πληθυσμού να ονομαστεί ολόκληρος ο ελληνόφωνος πληθυσμός (συνεκδοχή). Και στις δύο περιπτώσεις όμως τόσο οι Ίωνες (κάτοικοι της Ιωνίας της Μικράς Ασίας) όσο και οι Γραίοι (κάτοικοι της πόλης ή της περιοχής Γραία ή Τανάγρα), απ’ τους οποίους προήλθαν τα αντίστοιχα παραπάνω εθνωνύμια, είχαν κοινά στοιχεία με τους υπόλοιπους Έλληνες στους οποίους δόθηκε το όνομά τους, όπως π.χ. κοινή γλώσσα (ομόγλωσσο) -λαμβανομένων υπόψη των διάφορων παραλλαγών της/διαλέκτων- κοινή θρησκεία (ομόθρησκο), κοινά ήθη και έθιμα (ομότροπο) καθώς και σε γενικές γραμμές κοινή γεωγραφική προέλευση (ευρύτερος ελληνικός χώρος). Επομένως τα παραπάνω εθνωνύμια (Γιουνάν/Γιουνανί/ Γιαβάν και Greeks) δεν δόθηκαν σε όλους τους Έλληνες τυχαία ούτε από κάποιο «λάθος». Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην ερμηνεία του όρου Καραγκούνηδες, όπως θα δούμε παρακάτω.
4 Στην Ελλάδα απαντάται σε διάφορες αρβανιτόφωνες περιοχές το επώνυμο Σκεπετάρης, το οποίο προέρχεται από το συγκεκριμένο εθνωνύμιο.
5 Τα δύο τελευταία προσωνύμια προέρχονται από την Κύπρο. Το μεν πρώτο έχει σκωπτική και μειωτική σημασία (Μπαμπινιώτη, 1998: 814/λήμμα καλαμαράς) και δόθηκε στους Έλληνες μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και ειδικότερα μετά την έλευση των Βαυαρών, ενώ το δεύτερο δόθηκε από τους Κύπριους στους Έλληνες μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους, κατ’ αντιδιαστολή προς τους εκτός της Ελλάδος Έλληνες, ώστε να μην υπάρχει σύγχυση μεταξύ των όρων Έλληνας και Κύπριος (Μπαμπινιώτη, 1998: 587/λήμμα Ελλαδίτης).
6 Παρατηρούμε λοιπόν ότι και το εθνωνύμιο Έλληνες δόθηκε σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο πληθυσμό προερχόμενο από ένα μόνο τμήμα ελληνόφωνου πληθυσμού, όπως ακριβώς συνέβη και με τα εθνωνύμια Γιουνάν/Γιαβάν και Γραικοί.
7 Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ήταν 3.047 άτομα.
8 Η ελληνική ιστορία περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα Ελλήνων που «απώλεσαν» την ελληνική γλώσσα, διατηρώντας ωστόσο την ελληνική συνείδηση, με πιο πρόσφατα και πιο γνωστά τους Καραμανλήδες της Μικράς Ασίας και ένα μεγάλο μέρος των Ρωσοπόντιων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
9 Ο χρόνος αυτός είναι αρκετά κοντινός στον 13ο αιώνα μ.Χ., χρονική περίοδος κατά την οποία πρωτοεμφανίστηκαν οι Βλάχοι στην Αιτωλοακαρνανία (δες σχετικά Βέη, 1927: 331. Μπαμπινιώτη, 1998: 61 και Βασιλείου, 2012: 38-53). Επίσης, στους Αρβανιτόβλαχους και συγκεκριμένα στους Καραγκούνηδες θα πρέπει να εντάξουμε και τους Βλάχους της Φθιώτιδος, για τους οποίους κάνει λόγο ο Θεόδωρος Γενναίου Κολοκοτρώνης, που επισκέφτηκε την περιοχή ως Ανθυπολοχαγός το 1851 (Κολοκοτρώνης, 1881: 276-281). Από τις περιγραφές του Κολοκοτρώνη σχετικά με τους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμά τους δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για Καραγκούνηδες, ομάδα συγγενική με αυτή των Βλάχων της Ακαρνανίας. Μάλιστα ο Κολοκοτρώνης καταγράφει και το όνομα του γιου του αρχιτσέλιγκα (Πούλιου), όνομα που υπάρχει ως επώνυμο στα χωριά Όχθια και Παλαιομάνινα ακόμη και σήμερα (δες σχετικά με το επώνυμο αυτό και στο κεφάλαιο 6 της παρούσας μελέτης). Στους Αρβανιτόβλαχους της Φθιώτιδας αναφέρεται και ο Gustave d’ Eichthal, ο οποίος έζησε εξόριστος στην Ελλάδα από το 1833 έως το 1835. Ο Βικέλας (1886, τεύχος 547: 385), στον οποίο τα παιδιά τού Eichthal εμπιστεύθηκαν τις ιδιόχειρες επιστολές και σημειώσεις του, γράφει γι’ αυτούς: « Οἱ Βλάχοι τρέφουν τοὺς λῃστὰς εἰς τὰ ὄρη πρὸς προφύλαξιν τῶν ποιμνίων των. Οἱ ἀρχιποιμένες των ἔχουν τὸ προνόμιον τοῦ νὰ μὴ πληρόνωσι (sic) τίποτε διὰ τὰ ποίμνιά των, τοῦτο δὲ εἶναι αἰτία παραπόνων ἐκ μέρους τῶν κατοίκων. […] Ἀδύνατον νὰ μεταβάλῃ τὶς αὐτοὺς εἰς γεωργούς, […] Πρὸ τούτου ὅμως ἀνάγκη νὰ ἀπομονωθῶσι χωριζόμενοι». Ο ίδιος συγγραφέας (1886, τεύχος 546: 370) αναφέρει για τους Αρβανιτόβλαχους/Καραγκούνηδες και τα παρακάτω: « 3 Δεκεμβρίου ἐκ Μαρτινίου εἰς Ἀταλάντην. Ὡραῖον χωρίον. Εἰς τὴν πεδιάδα κατεσκηνωμένοι Καραγκούνιδες ». Βλέπουμε, επομένως, καθαρά στα αποσπάσματα αυτά την ύπαρξη Βλάχων στη Φθιώτιδα, οι οποίοι για μία ακόμη φορά ταυτίζονται με τους Καραγκούνηδες.
10 Την άποψή του αυτή, ότι δηλαδή οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας είναι εξελληνισμένοι Αρβανίτες, ο Ρίζος τη στηρίζει -μεταξύ άλλων- σ’ ένα απόσπασμα του Ιωάννη Καντακουζηνού σχετικά με την υποταγή 12.000 Αλβανών της Δυτικής Θεσσαλίας από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο (1328-1341) κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας του τελευταίου στην περιοχή (για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εκστρατεία αυτή δες Ostrogorsky, 1981, τόμος Γ΄: 203). Ο Καντακουζηνός (1828: 474) αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: « διατρίβοντα δὲ ἐν Θετταλίᾳ βασιλέα οἱ τὰ ὀρεινὰ τῆς Θετταλίας νεμόμενοι Ἀλβανοὶ ἀβασίλευτοι Μαλακάσιοι καὶ Μπούϊοι καὶ Μεσαρίται ἀπὸ τῶν φυλάρχων προσαγορευόμενοι, περί δισχιλίους καὶ μυρίους ὄντες, προσεκύνησαν ἐλθόντες καὶ ὑπέσχοντο δουλεύσειν. ἐδεδοίκεσαν γὰρ μὴ, χειμῶνος ἐπελθόντος διαφθαρῶσιν ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων…» (= κατά την περίοδο την οποία ο βασιλέας/αυτοκράτορας [σ.σ. εννοείται ο Ανδρόνικος] βρισκόταν στη Θεσσαλία, οι Αλβανοί, οι οποίοι αριθμούν περί τις δώδεκα χιλιάδες και κατοικούν στα ορεινά της περιοχής αυτής, ζουν ανεξάρτητοι/αυτόνομοι, ονομάζονται Μαλακάσιοι καὶ Μπούϊοι καὶ Μεσαρίτες από τα ονόματα των φυλάρχων/αρχηγών τους, ήρθαν να προσκυνήσουν/να δηλώσουν υποταγή [σ.σ. εννοείται στον αυτοκράτορα] και υποσχέθηκαν να πληρώσουν φόρο, επειδή φοβούνταν μήπως κατά τη διάρκεια του χειμώνα καταστραφούν από τους Ρωμαίους [σ.σ. τους Βυζαντινούς]). Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σε δύο Βλαχόφωνα χωριά της Ακαρνανίας έχουμε καταγράψει τα παρωνύμιαBéu και B ía, τα οποία προέρχονται από τη Βλάχικη λέξη bόu (= βόδι, μοσχάρι, βουβάλι//μεταφορικά δύσνους, βλάκας). Θεωρούμε ότι τα παρωνύμια αυτά έχουν άμεση σχέση με την αλβανική λέξη bua/ll [μπουά/λ], που σημαίνει το βουβάλι (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 72). Θεωρούμε επίσης ότι τα παρωνύμια αυτά έχουν ετυμολογική σχέση και με το όνομα Μπούϊοι, το οποίο αναφέρει ο Καντακουζηνός. Είναι γνωστό εξάλλου το προσωνύμιο Πέτρο Μπούα Σκλέπα (= κουτσός), Αλβανού επαναστάτη του 15ου αιώνα (Παπαδόπουλου, 1982: 32). Υπάρχει ακόμη και αρβανίτικο επώνυμο Μπούας. Η λέξη Μπούας θεωρούμε ότι έχει άμεση σχέση με το νεοελληνικό επώνυμο Μπέος (γενική Μπέου). Βλέπουμε λοιπόν ότι η συγκεκριμένη λέξη επιβιώνει σχεδόν αυτούσια στο Βλάχικο (Καραγκούνικο) ιδίωμα της Ακαρνανίας. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα παρωνύμια Béu και Bía δες αντίστοιχα Στεργίου, 2010: 4 και Βασιλείου, 2014: 500-501. Το συγκεκριμένο απόσπασμα του Καντακουζηνού ωστόσο, το οποίο παραθέσαμε παραπάνω, έχει αμφισβητηθεί και πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι οι 12.000 που υπέταξε ο Ανδρόνικος ήταν Βλάχοι ή προέρχονταν από επιμιξία Βλάχων και Αλβανών. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το θέμα δες Ντούλας, 2011: 337-343. Σε χειρόγραφο τέλος της Ι. Μ. Αγίας Τριάδας Σπαρμού Ολύμπου -αποσπάσματα του οποίου παραθέτουμε στο κεφάλαιο 6 της μελέτης- καταγράφεται η φράση: «ο γιάνης κόκυνος πόλης [σ.σ. κοκκινοπολίτης, από το χωριό Κοκκινοπηλός/Κοκκινοπλός Λάρισας]τις από χέρια αρβανίτικα έλαβεν αντιλιέδης 11 παρ’σ. πρ’θ. σαραντάρια [σ.σ. σαρανταλείτουργο]» [δες πάνω μαύρο πλαίσιο εικόνας 7//σελίδα 111 του κώδικα]. Από την αναφορά αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπήρχαν αρβανίτες στην περιοχή αυτή της Θεσσαλίας μέχρι και την έναρξη της συγγραφής του συγκεκριμένου κώδικα (μέσα 17ου αιώνα). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον κώδικα αυτόν δες στο κεφάλαιο 6 της παρούσας μελέτης. Για τους συντετμημένους τύπους παρ’σ. και πρ’θ. δες στην υποσημείωση 45. Ο Κοκκινοπλός ωστόσο ήταν και είναι Βλαχόφωνο χωριό. Ο Leake (1835, vol. III: 335) γράφει χαρακτηριστικά: “The other Vlakhiote villages in this vicinity are Kokkinopl ό…” (= Άλλα Βλάχικα χωριά στην περιοχή [σ.σ. του Ολύμπου] είναι ο Κοκκινοπλός…).
11 Από αυτή την αναφορά του Κρυστάλλη βλέπουμε ότι ταυτίζει ξεκάθαρα τις δύο ομάδες Καραγκούνηδων (Ακαρνανίας και Θεσσαλίας).
12 Οι Βλάχοι της Ακαρνανίας τραγουδούσαν συνήθως πολυφωνικά δημοτικά τραγούδια, κάτι που είναι κυρίως χαρακτηριστικό των Αρβανιτόβλαχων και γενικά των Αρβανιτών. Ο Weigand (2001, τόμος Α΄: 226) μάλιστα αναφέρει ότι κατά την επίσκεψή του στην περιοχή της Ακαρνανίας, όπου κατοικούσαν οι Καραγκούνηδες, τον χειμώνα του 1890 (συγκεκριμένα στο Σωροβίγλι/νυν Στράτος) άκουσε τραγούδια τα οποία περιείχαν λέξεις ακατανόητες τόσο για τους ακροατές όσο και για τους τραγουδιστές. Πολλές από αυτές τις λέξεις, όπως αναφέρει ο ίδιος, ήταν αλβανικές. Από το γεγονός αυτό, μεταξύ των άλλων, συμπεραίνει ο Weigand ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας μιλούσαν και τα αλβανικά έως την εποχή του Αλή Πασά, οπότε και άφησαν τα μέρη τους στην Κεντρική Αλβανία. Για το θέμα αυτό, δηλαδή τις αλβανικές επιδράσεις στο Βλάχικο πολυφωνικό τραγούδι και για το γεγονός ότι οι Φαρσαριώτες Βλάχοι//Αρβανιτόβλαχοι/Καραγκούνηδες τραγουδούσαν παλαιότερα και αλβανικά τραγούδια, δες Αλεξάκης, υπό δημοσίευση.
13 Το προσωνύμιο Καραγκουνόβλαχος είναι αρκετά προσδιοριστικό για τη γλωσσική ομάδα της Ακαρνανίας και ως εκ τούτου θεωρούμε ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί από τη βιβλιογραφία που αναφέρεται στη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα (δες σχετικά στα συμπεράσματα της παρούσας μελέτης). Με τον όρο αυτόν μάλιστα ονομάζει τους Κεστρινιώτες της Θεσπρωτίας (υποομάδα των Κολωνιατών Βλάχων/Αρβανιτοβλάχων) ο Σπ. Μουσελίμης (Τράσιας, http://vlahofonoi.blogspot.gr/ 2011/05/blog-post_7292.html/Αρβανιτόβλαχοι/ Ρεμένοι).
14 Αν και δεν αποτελεί στόχο της παρούσας μελέτης η ετυμολόγηση του εθνωνυμίου Βλάχος, ωστόσο θεωρούμε ότι θα ήταν αρκετά χρήσιμη μια σύντομη αναφορά σε κάποιες από τις ετυμολογικές προσεγγίσεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί γι’ αυτό. Η επικρατέστερη ερμηνεία λοιπόν του συγκεκριμένου εθνωνυμίου είναι αυτή που προέρχεται από τη γερμανική ιστοριογραφική σχολή (υποστηρίχθηκε και από Ρουμάνους ιστορικούς) σύμφωνα με την οποία η λέξη Βλάχος έχει κέλτικη ρίζα (Κατηφόρη, χ.χ., τόμος 8ος: 632) και προέρχεται από το όνομα της Κέλτικης φυλής Volcae, -arum, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως Ουώλκαι (Σιδέρη, 1964: 891). Οι τελευταίοι απαντώνται και στη Μεγάλη Βρετανία ως Ουαλοί. Οι Κέλτες (Ουώλκαι) ήρθαν σε επαφή με τους Γερμανούς, οι οποίοι στην πρωτογερμανική/γοτθική διάλεκτο τους ονόμαζαν Walhal. Η γερμανική γλώσσα μεταβάλλει πολλές φορές το /Γ/ σε πολλά κύρια ονόματα σε /W/ ή /B/, π.χ. Βιλίμερος αντί Γιλίμερος (Wilimer αντί Gilimer) κ.λπ. Κατά παρόμοιο τρόπο και το εθνωνύμιο Γάλλος έγινε Βάλλος (Αραβαντινού, 2000 [1905]: VII), από δω και το εθνωνύμιο Βαλλώνος του Βελγίου. Ο τύπος Walhal λοιπόν, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, πήρε τις ακόλουθες εξελικτικές μορφές: Walh (Walhvolk) Walah, Wal(a)hisc κ.λπ. και σήμαινε τον Ρωμαίο, τον Κέλτη, τον ξένο. Τέλος, ο όρος επεκτάθηκε και σε όσους εγκατέλειπαν τη γλώσσα τους χάριν της Λατινικής. Από τους Γερμανούς ο όρος αυτός πέρασε στους Σλάβους πριν από τον 7ο αιώνα μ.Χ. ως Vlah (έχουμε αντιμετάθεση του /a/ και του /l/ προφανώς για λόγους ευφωνίας). Σε άλλους λαούς και γλώσσες ο όρος συναντάται ως Vloska στη σερβική γλώσσα, Wloch στην πολωνική, Voloh στη ρώσικη, Vlah στη Βουλγαρική κ.λπ. (Κατηφόρη, ό.π.). Από τους Σλάβους πιθανότατα πήραν τον όρο Vlah οι Βυζαντινοί (προσθέτοντας την ελληνική κατάληξη –ος) κι αυτό πρέπει να έγινε πριν από τον 11ο αιώνα μ.Χ., οπότε ο βυζαντινός ιστορικός Ιωάννης Σκυλίτζης αναφέρει ρητά το εθνωνύμιο Βλάχος (Scylitzae, 1973: 329). Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, η οποία προέρχεται από τη σλαβική ιστοριογραφία (Σωτηρίου, 1998: 19), η λέξη vlah, vlasi υπήρχε στην παλαιοσλαβική γλώσσα, όπου είχε τη σημασία του ξένος, αλλότριος, αλλόφυλος κ.λπ. Σύμφωνα με την ίδια άποψη, οι Σλάβοι ήταν αυτοί που πρωτοαποκάλεσαν Βλάχους τους ξένους τους οποίους συνάντησαν στην κάθοδό τους προς τα Βαλκάνια, κι αυτοί (οι ξένοι) ήταν οι ρωμανόφωνοι της Δακίας και του Δούναβη. Στη συνέχεια η ίδια λέξη χρησιμοποιήθηκε για όλους τους ρωμανόφωνους της Βαλκανικής. Εκτός από τις παραπάνω προσεγγίσεις του ονόματος Βλάχος (εκ των οποίων, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πρώτη είναι η επικρατέστερη) έχουν δοθεί κατά καιρούς πάρα πολλές ερμηνείες. Έτσι λοιπόν η λέξη Βλαχία (κατ’ επέκταση κι η λέξη Βλάχος) έχει υποστηριχθεί, κυρίως από την ελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ότι προέρχεται από τη λέξη βάλια, που σημαίνει στα σλάβικα το κατηφορικό μέρος, και τη λατινική λέξη aqua, -ae, η οποία σημαίνει το νερό (Σιδέρη, 1964: 60). Από τη σύνθεση των δύο λέξεων, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, προέκυψε ο όρος Βαλάκουα και κατά παραφθορά Βαλάκια > Βαλαχία > Βλαχία (Φωτεινός, 1819, τόμος Γ΄: 2. Αραβαντινός, 2000 [1905]: 20. Νικολαΐδου, 1999 [1909]: μγ΄). Σε αυτή την περίπτωση το πρώτο άτονο /α/, που βρίσκεται πριν από το υγρό /l/, αποβάλλεται σύμφωνα με τον φωνητικό νόμο του Kretschmer (Κεραμόπουλλος, 2000 [1939]: 8) κι έτσι προκύπτει η λέξη Βλαχία. Άλλοι επίσης, όπως π.χ. ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Α. Κεραμόπουλλος (2000 [1939]: 9), ετυμολογούν τη λέξη Βλάχος από την αιγυπτιακή λέξη Φελάχος, την οποία κατά την άποψη του Κεραμόπουλλου δανείστηκαν οι Ρωμαίοι κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής της Αιγύπτου. Η λέξη fellah δηλώνει στην Αραβική γλώσσα τον γεωργό (στην κυριολεξία αυτόν που σχίζει/οργώνει τη γη). Όμως οι Βλάχοι ως γνωστόν δεν ήταν γεωργικός λαός. Άλλη μία εκδοχή για την ερμηνεία του ονόματος Βλάχος είναι ότι το τελευταίο προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βληχή (η δωρική εκδοχή της οποίας είναι βλαχά, το ρήμα είναι βληχάομαι-βληχῶμαι), η οποία σημαίνει μεταξύ των άλλων το βέλασμα των προβάτων, ενώ το ρήμα βληχῶμαι σημαίνει βελάζω/μιμούμαι το βέλασμα των προβάτων (Liddel & Scott, χ.χ., τόμος Ι: 495). Σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, οι Βλάχοι ονομάστηκαν έτσι, διότι -ως βοσκοί προβάτων που ήταν- μιμούνταν το βέλασμα των τελευταίων κατά τη βόσκησή τους για να μπορούν να τα συγκεντρώνουν και να τα καθοδηγούν (Χρυσοχόου, 2006 [1909]: 14). Ο Χρυσοχόου μάλιστα αναφέρει ότι το όνομα Βλάχος είναι ελληνικό, δεν είναι όμως -σύμφωνα με τον ίδιο- εθνικό ούτε φυλετικό ούτε πατριδεπώνυμο ούτε τοπεπώνυμο αλλά φωνεπώνυμο.
15 Αν δεχτούμε τη συγκεκριμένη ερμηνεία, τότε το προσωνύμιο αυτό πιθανότατα εμφανίζεται χρονικά μετά την έλευση των Τούρκων στον βαλκανικό χώρο.
16 Σχετικά με τον Μακρυγιάννη και τους Καραγκούνηδες δες στο κεφάλαιο 4.
17 Ο Καββαδίας (2005: 16-17) ωστόσο καταγράφει την άποψη ότι το πρώτο συνθετικό ίσως προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη κάρα (= κεφάλι) και το δεύτερο από το ελληνικό ρήμα κουνώ και σημαίνει αυτόν που κουνά το κεφάλι του, «ο την κάρα κινών». Αυτό οφειλόταν, σύμφωνα με τον ίδιο, στο γεγονός ότι οι Καραγκούνηδες συνήθιζαν να κουνάνε το κεφάλι τους κατά τις συνομιλίες τους, μιας και δεν γνώριζαν καλά την ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος αναφέρει επίσης ότι η εκδοχή αυτή στερείται επιστημονικής βάσης. Την ίδια άποψη για τη συγκεκριμένη ετυμολογική προσέγγιση έχει και ο Τσαμπάζης (1961: 255). Ο Κρυστάλλης (1952: 7) αναφέρει την άποψη ότι το πρώτο συνθετικό προέρχεται από τη λέξη/εθνωνύμιο Κάρες (= αρχαίος λαός της Μικράς Ασίας) και το δεύτερο από τη λέξη/εθνωνύμιο Ούνοι (= νομαδικός λαός μογγολικής καταγωγής που έδρασε στην Ευρώπη κυρίως τον 5ο μ.Χ. αιώνα).
18 Το συγκεκριμένο ένδυμα ωστόσο οι Βλαχόφωνοι (Καραγκούνηδες) της περιοχής της Ακαρνανίας το ονομάζουν tibári ή maliόta.
19 Πρώτος υποστήριξε τη συγκεκριμένη ετυμολογία ο Pouqueville (1820, tome 2: 208). Δες σχετικά με την πρώτη ετυμολογική προσέγγιση του προσωνυμίου Καραγκούνης από τον Pouqueville στο Γ.Μ. (1867: 140).
20 Το σιγκούνι ήταν χοντρό μάλλινο αμάνικο πανωφόρι που φορούσαν οι Βλαχόφωνες γυναίκες (Καραγκούνες) στα παλιότερα χρόνια. Απ’ αυτό μάλιστα ονομάστηκε κατά συνεκδοχή ολόκληρη η φορεσιά (τα σιγκούνια). Η αλβανική λέξη γκούνα καθώς και η Βλάχικη λέξη σιγκούνια προέρχονται από το λατινικό ουδέτερο ουσιαστικό sagum, -i, το οποίο σήμαινε ένα είδος παχιάς χλαμύδας ή επιθωρακιδίου (= πανωφόρι, πουκάμισο) που το χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες (Σιδέρη, 1964: 711). Η λατινική λέξη sagum σχετίζεται με την ελληνική λέξη σάγος, που σημαίνει τον χοντρό μανδύα, το πανωφόρι το οποίο φορούσαν οι Γαλάτες (Liddell & Scott, τόμος IV, χ.χ.: 32). Τέλος, σύμφωνα με τους συγγραφείς του παραπάνω λεξικού, η λέξη ίσως είναι Γαλατική ή Κελτιβηρική, ωστόσο σχετίζεται με τις ελληνικές λέξεις σάγη (= τα πράγματα κάποιου, το φορτίο των αποσκευών του οδοιπόρου κ.λπ.), σάγμα (= πανωφόρι), σάκος, σάττω (= φορτώνω, σαμαρώνω), σαμάρι κ.λπ.
21 Στο ίδιο άρθρο (ό.π.) αναφέρεται ότι το τούρκικο /-ü-/ τρέπεται σύμφωνα με τον Γεωργιάδη στα ελληνικά σε /ου/, π.χ. küçük> κούτσικος (= μικρός) gümbür> κουμπούρα (= πολύς θόρυβος, σαματάς), αν και έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι κατά τη μεταφορά του /-ü-/ στην ελληνική προστίθεται ένα /i/, όταν αυτό ακολουθεί τα σύμφωνα /g/ ή /k/, π.χ. küp (= κιούπι), güveç (= γκιουβέτσι) κ.λπ. Βλέπουμε ωστόσο καθαρά ότι η λέξη Καραγκούνης με τη σημασία που αναφέραμε υπάρχει ως επώνυμο και στην Τουρκία.
22 Τη φράση αυτή του Leake (They are Albanians) o Π. Αραβαντινός ή ο γιος του Σπ. Αραβαντινός (Αραβαντινού, 1895: 519, υποσημείωση 1), ο οποίος εξέδωσε το ανέκδοτο κείμενο του πατέρα του, την αποκρύπτουν –για ευνόητους λόγους- σε μετάφραση του συγκεκριμένου αποσπάσματος που παρατίθεται στο παραπάνω βιβλίο, αν και αναφέρεται ρητά στο πρωτότυπο από τον άγγλο περιηγητή. Η λογοκρισία σε όλο της το μεγαλείο!
23 Για την αναφορά του Pouqueville στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας δες στο κεφάλαιο 5 της παρούσας μελέτης.
24 Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει γραφτεί το 1862, αλλά δημοσιεύτηκε από τους γιους του Αραβαντινού το 1905.
25 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την περιήγηση του Heuzey στην Ακαρνανία δες Καπώνης, 2010: 99-122.
26 Για το συγκεκριμένο γεγονός δες στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.
27 Το συγκεκριμένο επώνυμο είναι δισύλλαβο και τονίζεται στην παραλήγουσα, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη συντριπτική πλειοψηφία των επωνύμων των Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας.
28 Ο Weigand (2001, τόμος Α΄: 240-242), που επισκέφτηκε την περιοχή στις 23 και 24 Μαρτίου 1890, αναφέρει τα χωριά Τόιβασι (νυν Καλοχώρι), Σουφλάρι (νυν Χειμαδιό), Μπουγιούκ Κισερλί (νυν Συκούριο), Κιουτσούκ Κισερλί (νυν Ελάτεια), Μπαμπά (νυν Τέμπη) κ.λπ. για τα οποία γράφει ότι ήταν όλα αρωμουνικά.
29 Καταγράφουμε μερικές ακόμη χαρακτηριστικές φράσεις από τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα (ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): Στο κεφάλαιο «Μυστήρια τῆς Ζητιανιᾶς» και συγκεκριμένα στη σελίδα 55 γράφει: «Οἱ καραγκούνιδες εἶχαν πάψη τόρα τὴν ὁμιλία τους». Στο κεφάλαιο «Τα Βότανα» (σελίδα 124) γράφει: « Οἱ καραγκούνηδες δὲν ἀλλάζουν εὔκολα τὰ φορέματά τους, παρὰ τέσσερες-πέντε φορές τὸν χρόνο ». Στο κεφάλαιο «Ὁ βρυκόλακας» (σελίδα 162) γράφει: « Οἱ καραγκούνηδες ἀπὸ μακρινὴ μὲ τοὺς Τούρκους συναναστροφὴ ἐκληρονόμησαν ὅλη τὴ φιλοσοφικὴ ἀπάθειά τους γιὰ τὸν θάνατο ». Στο κεφάλαιο «Δικαιοσύνη» (σελίδα 207) γράφει: « Ἡ τόλμη τῶν καραγκούνηδων, ἡ ἐξαφνικὴ ἀνυποταξία τῶν δούλων στὰ δικαιώματα τοῦ ἀφέντη τους, ἐκείνη τὸν ἔκανε ἔξω φρενῶν » κ.λπ.
30 Ευχαριστούμε θερμά για την πληροφορία αυτή τον Γιώργη Έξαρχο.
31 Ευχαριστούμε θερμά και γι’ αυτή την πληροφορία τον Γιώργη Έξαρχο.
32 Γκαραγγούνηδες [σ.σ. ταυτίζει ο Ρήγας τους κατοίκους αυτής της περιοχής της Θεσσαλίας, τους οποίους ονομάζει Κένταυρους, με τους Καραγκούνηδες].
33 Χασιῶται, ἔθνη Θετταλίας.
34 Ἄνωθε τῆς χαριεςτάτης χώρας Πορταρίας (ἥτις ἔχει δίκαιον νὰ μεγαλαυχῇ ὡς τερπνοτέρα ἁπασῶν τῶν ἐκεῖσε διὰ τε τὴν τοποθεσίαν καὶ τὰς ψυχροτάτας καὶ διειδεςάτας δύο πηγὰς τοῦ ποταμοῦ, καλουμένου τὴν σήμερον Μάννα) κεῖται ἡ ὑψηλοτέρα κορυφὴ τοῦ Πηλίου λεγομένη Πληασίδι […].
35 Βλάχοι στην περιοχή αυτή (μεταξύ Πηλίου και Κισσάβου) μαρτυρούνται ήδη από τον 11ο αιώνα (1083 μ.Χ.), μιας και τους αναφέρει η Άννα Κομνηνή στο Βιβλίο της «Αλεξιάς». Η Άννα Κομνηνή γράφει χαρακτηριστικά (1990, τόμος Α΄: 198): « Καὶ τοῖς μέρεσι τῆς Λαρίσσης ἐγγίσας καὶ διελθὼν διὰ τοῦ βουνοῦ τῶν Κελλίων καὶ τὴν δημοσίαν λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπὼν καὶ τὸν βουνὸν τὸν οὑτωσὶ ἐγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον κατῆλθεν εἰς Ἐζεβάν· χωρίον δὲ τοῦτο Βλαχικὸν τῆς Ἀνδρωνίας ἔγγιστα διακείμενον » (= Και στα μέρη της Λάρισας αφού έφτασε και πέρασε [σ.σ. εννοείται ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός, 1081-1118 μ.Χ., πατέρα της Άννας Κομνηνής] μέσα από το βουνό των Κελλίων [σ.σ. έτσι ονομαζόταν το Πήλιο κατά τους βυζαντινούς χρόνους] τη δημόσια λεωφόρο αφήνει στα δεξιά του και το βουνό, το οποίο οι ντόπιοι το ονομάζουν Κίσσαβο, κατεβαίνει στο Εζεβάν, χωριό Βλάχικο, που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ανδρωνία).
36 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα τοπωνύμια Μάνινα, Μάνη, Μάννα, Μανέζα, Μάνια, Μάνεσι, Μάνιανι, Μανιάνι κ.λπ. δες Βασιλείου, 2012: 182-189 όπου υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία.
37 Χριστόφορος Περραιβός, στρατιωτικός, πολιτικός και αγωνιστής του ’21. Στενός φίλος και συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου. Γεννήθηκε στους Παλαιούς Πόρους (Πούρλες) Πιερίας και πέθανε στην Αθήνα το 1863. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χατζηβασίλης. Το προσωνύμιο Περραιβός προέρχεται από το όνομα Περραιβία (αρχαία ονομασία περιοχής στα βόρεια της Θεσσαλίας, μεταξύ Ολύμπου και Πηνειού). Κατά συνέπεια γνώριζε κι αυτός πολύ καλά την περιοχή στην οποία αναφέρεται.
38 Ωστόσο εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το έθιμο αυτό υπήρχε σε πολλούς λαούς, όπως π.χ. στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι έδιναν τα λεγόμενα «έδνα». Μάλιστα πολλές γυναίκες ονομάζονταν αλφεσίβοιαι (< ρήμα αλφάνω = φέρνω κέρδος, αποκτώ και τη λέξη βους) και σήμαινε αυτές που θα φέρουν πολλά βόδια ως προίκα στους πατεράδες τους. Ο Όμηρος (Ιλιάδα, Σ, 593) αναφέρει τη φράση: «ἀλφεσίβοιαι παρθένοι». Επίσης στην αρχαιότητα υπάρχει το κύριο γυναικείο όνομα Αλφεσίβοια, κάτι σαν το σημερινό όνομα Ακριβή, Πολύτιμη κ.λπ. (Πελεκίδη, 1988: 123).
39 Ο Απόκαυκος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1153-1160 και πέθανε κατά το 1233 ή το 1234. Το 1199 ή 1200 χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μητροπολίτης Ναυπάκτου και έμεινε στη μητρόπολή του τουλάχιστον μέχρι την 6-8-1232. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία δες Δελημάρη, 2000: 9-19.
40 Το όνομα Ρουσά προέρχεται από το Βλάχικο επίθετο rό&u (= κόκκινος), θηλυκό rό&a (= κόκκινη).
41 Παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα από το πρωτότυπο κείμενο: «ἐπράχθη… ἀκούσιον συνοικέσιον ἐπὶ Ἰωάννῃ… καί γυναικί προβεβηκυίᾳ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς κἀκ τῶν ὀρεινοτέρων τῆς Βελαχατουΐας ὁρμωμένῃ μερῶν, καθ’ ἅ δηλοῖ καί τὸ ὄνομα . Ῥουσά… Γυνή δέ αὕτη δριμεῖα καί ἐν παραλόγοις μᾶλλον θεληματαίνουσα τήν ἔξωρον ταύτην καί ὡς τά ἀρτιγενῆ ὀλίγου δεῖν ἀναδόντωτον, βάρβαρόν τε καί οὐκ ὀρθῶς ἑλληνίζουσαν…» (Δελημάρη, 2000: 430).
42 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό που παραθέτει ο Απόκαυκος δες Βασιλείου, 2012: 43-44.
43 Στην εργασία μας αυτή παραθέτουμε ένα πολύ μικρό μέρος των εγγράφων αυτών. Πολλά ακόμη παρόμοια κρατικά έγγραφα θα συμπεριλάβουμε σε επόμενη δημοσίευσή μας.
44 Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τα μέλη της αδελφότητας (μοναχούς) της συγκεκριμένης Ι.Μ. για την πρόσβαση στο χειρόγραφο (κειμήλιο) αυτό καθώς και για τη βοήθειά τους κατά τη μελέτη του.
45 Οι συντετμημένοι τύποι πρθ. και παρσ/παρησ., ο τελευταίος θα αναφερθεί παρακάτω, προέρχονται αντίστοιχα από τις λέξεις Πρόθεση και Παρρησία. Οι λέξεις αυτές ανήκουν στην εκκλησιαστική ορολογία και απαντώνται κυρίως σε χειρόγραφους κώδικες μοναστηριών στους οποίους αναγράφονται τα ονόματα πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωντανών ή νεκρών, και κυρίως ευεργετών ή δωρητών ενός μοναστηριού. Όσα ονόματα είναι γραμμένα στην Παρρησία μνημονεύονται γενικά στις ακολουθίες του μοναστηριού, ενώ όσα ονόματα είναι γραμμένα στην Πρόθεση μνημονεύονται κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
46 Τα δύο παραπάνω έγγραφα μας παραχωρήθηκαν ευγενικά από τον ιστορικό συγγραφέα κ. Νίκο Μήτση, ο οποίος μάλιστα έχει κάνει και τη μεταγραφή του πρώτου εγγράφου.
47 Η παραπάνω παραλλαγή του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν υπάρχει, απ’ όσο γνωρίζουμε, σε κάποιον δίσκο ή cd του εμπορίου αλλά αποτελεί ζωντανή ηχογράφηση από πανηγύρι της περιοχής που έχει πραγματοποιηθεί για λογαριασμό του ραδιοσταθμού «Ράδιο Ξηρόμερο 88,3 FM» και αναμεταδίδεται αρκετά συχνά στο πρόγραμμά του. Στο τραγούδι παίζει κλαρίνο ο Α. Μετσοβίτης και τραγουδάει ο Δ. Σπύρου. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Μιχάλη Βραχά, υπεύθυνο του παραπάνω ραδιοσταθμού, για τις πληροφορίες που μας έδωσε σχετικά με το συγκεκριμένο τραγούδι.
48 Γίνονται τέτοιες συμπτώσεις και λάθη στις ονομασίες των λαών και των πληθυσμών; Είδαμε μάλιστα στην υποσημείωση 3 της παρούσας μελέτης ότι τα εθνωνύμια Γιουνάν/Γιουνανί, Γιαβάν και Greeks επεκτάθηκαν συνεκδοχικά από ένα τμήμα του ελληνόφωνου πληθυσμού σε όλους τους Έλληνες. Αυτό όμως δεν έγινε ούτε τυχαία ούτε από κάποιο «λάθος», υπήρχε κάποιος λόγος (κοινή καταγωγή).
49 Έως ένα βαθμό το πραγματοποιεί αυτό ο Έξαρχος (υπό δημοσίευση: 48 κ.ε.) για τη Βλάχικη (Καραγκούνικη) ομάδα της Βορειοανατολικής Θεσσαλίας (ιδιαίτερα για τα χωριά του πρώην καποδιστριακού Δήμου Νέσσωνος).
34 Ἄνωθε τῆς χαριεςτάτης χώρας Πορταρίας (ἥτις ἔχει δίκαιον νὰ μεγαλαυχῇ ὡς τερπνοτέρα ἁπασῶν τῶν ἐκεῖσε διὰ τε τὴν τοποθεσίαν καὶ τὰς ψυχροτάτας καὶ διειδεςάτας δύο πηγὰς τοῦ ποταμοῦ, καλουμένου τὴν σήμερον Μάννα) κεῖται ἡ ὑψηλοτέρα κορυφὴ τοῦ Πηλίου λεγομένη Πληασίδι […].
35 Βλάχοι στην περιοχή αυτή (μεταξύ Πηλίου και Κισσάβου) μαρτυρούνται ήδη από τον 11ο αιώνα (1083 μ.Χ.), μιας και τους αναφέρει η Άννα Κομνηνή στο Βιβλίο της «Αλεξιάς». Η Άννα Κομνηνή γράφει χαρακτηριστικά (1990, τόμος Α΄: 198): « Καὶ τοῖς μέρεσι τῆς Λαρίσσης ἐγγίσας καὶ διελθὼν διὰ τοῦ βουνοῦ τῶν Κελλίων καὶ τὴν δημοσίαν λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπὼν καὶ τὸν βουνὸν τὸν οὑτωσὶ ἐγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον κατῆλθεν εἰς Ἐζεβάν· χωρίον δὲ τοῦτο Βλαχικὸν τῆς Ἀνδρωνίας ἔγγιστα διακείμενον » (= Και στα μέρη της Λάρισας αφού έφτασε και πέρασε [σ.σ. εννοείται ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός, 1081-1118 μ.Χ., πατέρα της Άννας Κομνηνής] μέσα από το βουνό των Κελλίων [σ.σ. έτσι ονομαζόταν το Πήλιο κατά τους βυζαντινούς χρόνους] τη δημόσια λεωφόρο αφήνει στα δεξιά του και το βουνό, το οποίο οι ντόπιοι το ονομάζουν Κίσσαβο, κατεβαίνει στο Εζεβάν, χωριό Βλάχικο, που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ανδρωνία).
36 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα τοπωνύμια Μάνινα, Μάνη, Μάννα, Μανέζα, Μάνια, Μάνεσι, Μάνιανι, Μανιάνι κ.λπ. δες Βασιλείου, 2012: 182-189 όπου υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία.
37 Χριστόφορος Περραιβός, στρατιωτικός, πολιτικός και αγωνιστής του ’21. Στενός φίλος και συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου. Γεννήθηκε στους Παλαιούς Πόρους (Πούρλες) Πιερίας και πέθανε στην Αθήνα το 1863. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χατζηβασίλης. Το προσωνύμιο Περραιβός προέρχεται από το όνομα Περραιβία (αρχαία ονομασία περιοχής στα βόρεια της Θεσσαλίας, μεταξύ Ολύμπου και Πηνειού). Κατά συνέπεια γνώριζε κι αυτός πολύ καλά την περιοχή στην οποία αναφέρεται.
38 Ωστόσο εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το έθιμο αυτό υπήρχε σε πολλούς λαούς, όπως π.χ. στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι έδιναν τα λεγόμενα «έδνα». Μάλιστα πολλές γυναίκες ονομάζονταν αλφεσίβοιαι (< ρήμα αλφάνω = φέρνω κέρδος, αποκτώ και τη λέξη βους) και σήμαινε αυτές που θα φέρουν πολλά βόδια ως προίκα στους πατεράδες τους. Ο Όμηρος (Ιλιάδα, Σ, 593) αναφέρει τη φράση: «ἀλφεσίβοιαι παρθένοι». Επίσης στην αρχαιότητα υπάρχει το κύριο γυναικείο όνομα Αλφεσίβοια, κάτι σαν το σημερινό όνομα Ακριβή, Πολύτιμη κ.λπ. (Πελεκίδη, 1988: 123).
39 Ο Απόκαυκος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1153-1160 και πέθανε κατά το 1233 ή το 1234. Το 1199 ή 1200 χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μητροπολίτης Ναυπάκτου και έμεινε στη μητρόπολή του τουλάχιστον μέχρι την 6-8-1232. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία δες Δελημάρη, 2000: 9-19.
40 Το όνομα Ρουσά προέρχεται από το Βλάχικο επίθετο rό&u (= κόκκινος), θηλυκό rό&a (= κόκκινη).
41 Παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα από το πρωτότυπο κείμενο: «ἐπράχθη… ἀκούσιον συνοικέσιον ἐπὶ Ἰωάννῃ… καί γυναικί προβεβηκυίᾳ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς κἀκ τῶν ὀρεινοτέρων τῆς Βελαχατουΐας ὁρμωμένῃ μερῶν, καθ’ ἅ δηλοῖ καί τὸ ὄνομα . Ῥουσά… Γυνή δέ αὕτη δριμεῖα καί ἐν παραλόγοις μᾶλλον θεληματαίνουσα τήν ἔξωρον ταύτην καί ὡς τά ἀρτιγενῆ ὀλίγου δεῖν ἀναδόντωτον, βάρβαρόν τε καί οὐκ ὀρθῶς ἑλληνίζουσαν…» (Δελημάρη, 2000: 430).
42 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό που παραθέτει ο Απόκαυκος δες Βασιλείου, 2012: 43-44.
43 Στην εργασία μας αυτή παραθέτουμε ένα πολύ μικρό μέρος των εγγράφων αυτών. Πολλά ακόμη παρόμοια κρατικά έγγραφα θα συμπεριλάβουμε σε επόμενη δημοσίευσή μας.
44 Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τα μέλη της αδελφότητας (μοναχούς) της συγκεκριμένης Ι.Μ. για την πρόσβαση στο χειρόγραφο (κειμήλιο) αυτό καθώς και για τη βοήθειά τους κατά τη μελέτη του.
45 Οι συντετμημένοι τύποι πρθ. και παρσ/παρησ., ο τελευταίος θα αναφερθεί παρακάτω, προέρχονται αντίστοιχα από τις λέξεις Πρόθεση και Παρρησία. Οι λέξεις αυτές ανήκουν στην εκκλησιαστική ορολογία και απαντώνται κυρίως σε χειρόγραφους κώδικες μοναστηριών στους οποίους αναγράφονται τα ονόματα πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωντανών ή νεκρών, και κυρίως ευεργετών ή δωρητών ενός μοναστηριού. Όσα ονόματα είναι γραμμένα στην Παρρησία μνημονεύονται γενικά στις ακολουθίες του μοναστηριού, ενώ όσα ονόματα είναι γραμμένα στην Πρόθεση μνημονεύονται κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
46 Τα δύο παραπάνω έγγραφα μας παραχωρήθηκαν ευγενικά από τον ιστορικό συγγραφέα κ. Νίκο Μήτση, ο οποίος μάλιστα έχει κάνει και τη μεταγραφή του πρώτου εγγράφου.
47 Η παραπάνω παραλλαγή του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν υπάρχει, απ’ όσο γνωρίζουμε, σε κάποιον δίσκο ή cd του εμπορίου αλλά αποτελεί ζωντανή ηχογράφηση από πανηγύρι της περιοχής που έχει πραγματοποιηθεί για λογαριασμό του ραδιοσταθμού «Ράδιο Ξηρόμερο 88,3 FM» και αναμεταδίδεται αρκετά συχνά στο πρόγραμμά του. Στο τραγούδι παίζει κλαρίνο ο Α. Μετσοβίτης και τραγουδάει ο Δ. Σπύρου. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Μιχάλη Βραχά, υπεύθυνο του παραπάνω ραδιοσταθμού, για τις πληροφορίες που μας έδωσε σχετικά με το συγκεκριμένο τραγούδι.
48 Γίνονται τέτοιες συμπτώσεις και λάθη στις ονομασίες των λαών και των πληθυσμών; Είδαμε μάλιστα στην υποσημείωση 3 της παρούσας μελέτης ότι τα εθνωνύμια Γιουνάν/Γιουνανί, Γιαβάν και Greeks επεκτάθηκαν συνεκδοχικά από ένα τμήμα του ελληνόφωνου πληθυσμού σε όλους τους Έλληνες. Αυτό όμως δεν έγινε ούτε τυχαία ούτε από κάποιο «λάθος», υπήρχε κάποιος λόγος (κοινή καταγωγή).
49 Έως ένα βαθμό το πραγματοποιεί αυτό ο Έξαρχος (υπό δημοσίευση: 48 κ.ε.) για τη Βλάχικη (Καραγκούνικη) ομάδα της Βορειοανατολικής Θεσσαλίας (ιδιαίτερα για τα χωριά του πρώην καποδιστριακού Δήμου Νέσσωνος).