Τραγούδια - Χοροί


Οι Αρβανιτόβλαχες είναι ντυμένες πιο ανάλαφρα. Στις φορεσιές τους επικρατούν το βελούδο και το κέντημα με ψιλές πολύχρωμες χάντρες και μετάξι1. Η προβληματική
Ο χορός έχει μελετηθεί κυρίως από άποψη λαογραφική αποκομμένος από το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, όπου εντάσσεται και λειτουργεί. [2]

Άκης ΓεροντάκηςK. κ. Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία στο Πανελλήνιο συμπόσιο σας και για το βήμα που μου δίνετε, ώστε να μοιραστώ τις απόψεις μου μαζί σας.
Στους σύγχρονους Έλληνες, μηδέ εμού εξαιρουμένου, πρέπει να καταλογίσουμε ένα μεγάλο σφάλμα το οποίο είναι αποτέλεσμα μιας παράληψης και αδιαφορίας μέγιστης σημασίας. Αφήνουμε την διάδοση της παράδοσής μας σε ότι αφορά το Δημοτικό μας τραγούδι, στο έλεος του ταλέντου κάποιων ανθρώπων, που ο θεός και η μάνα φύση προίκισε με την ακουστική ικανότητα της αποτύπωσης της μελωδίας του στίχου και του ρυθμού, που χαρακτηρίζουν αυτή τη τραγουδιστική μας κληρονομιά.
Έτσι επαναπαυμένοι από τη μια στις εκτελεστικές τους ικανότητες και έχοντας δώσει ενδόμυχα ήδη την απάντηση στο ερώτημα: αφού βρέθηκαν κάποτε αυτοί οι προικισμένοι, ότι σίγουρα θα βρεθούν στο μέλλον και άλλοι παρόμοιοι, αισθανόμαστε περήφανοι για την Ελληνική λεβεντιά του τσάμικου του συρτού του μπάλλου του ζωναράδικου κ.α.
Θα έρθει σίγουρα η 25η Μαρτίου, η Κυριακή της Ανάστασης ακόμη και οι ημέρες του πανηγυριού που θα φέρουμε τους καθ’ όλα εξαίρετους μουζικάντηδες, οι οποίοι θα μας θυμίσουν με τον δικό τους τρόπο αγαπημένα τραγούδια των προγόνων μας, τα οποία, όσοι μπορούμε και ξέρουμε, θα τα χορέψουμε λεβέντικα και όσοι από μας ξέρουμε τα λόγια, με τον δικό μας τρόπο πάλι θα τα σιγοτραγουδήσουμε. Εδώ, πρέπει να ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς όλους αυτούς τους καλλιτέχνες του δρόμου και της πανήγυρης που κατόρθωσαν και διέσωσαν με το αυτί, αυτό που εμείς οι σύγχρονοι ονομάζουμε «Παράδοση».

Μαλακάσι 1959, Γενικός Χορός στο πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων. Συλλογή Βλαχοπανοράμιο Στ. ΛαΐτσουΗ φωνητική μουσική των βλαχοφώνων μετέχει στο ευρύτερο πλαίσιο της μουσικής παράδοσης της οροσειράς της Πίνδου στη Δυτική Ελλάδα και γενικά στο μουσικό γενικό πλαίσιο της Δυτικής Ελλάδας (Ήπειρος, Δυτική Μακεδονία, Δυτική Θεσσαλία και ορεινή Στερεά Ελλάδα) και Νότιας Αλβανίας (Βόρεια Ήπειρος).

Με τους Κολονιάτες Βλάχους στην Ιεροπηγή Καστοριάς μετά τις ηχογραφήσεις το 2003, αρχείο Αθηνάς ΚατσανεβάκηΤo ζήτημα της «ταυτότητας» αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα αντικείμενα έρευνας στον τομέα της κοινωνικής ανθρωπολογίας και των κοινωνικών επιστημών1 αλλά και άλλων επιστημών που σχετίζονται με αυτή, όπως η εθνολογία η εθνογραφία και η εθνομουσικολογία.2 Ένα πολύ σημαντικό θέμα στο οποίο έχει δοθεί έμφαση είναι το ζήτημα του «αυτοπροσδιορισμού» μιας ομάδας. Έχει θεωρηθεί γενικότερα ότι ο συνειδητός αυτοπροσδιορισμός είναι στοιχείο που προκύπτει, όταν προκύψει ο «άλλος» ‒βάσει της ορολογίας των κοινωνικών επιστημών‒, δηλ. άλλες ομάδες προς τις οποίες μία συγκεκριμένη ομάδα προσπαθεί να παρουσιαστεί είτε ως όμοια είτε ως διαφορετική. Ωστόσο, αυτό δεν είναι η πραγματικότητα πάντοτε, διότι ακόμη και στις πλέον απομονωμένες κοινωνίες υπήρχε η αίσθηση της ομάδας. Βέβαια, ο άνθρωπος βιώνει την κοινωνικότητά του και μέσα από την προσπάθεια να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες ασφάλειας, αλλά αυτό δεν έχει σχέση πάντοτε με το αν υπάρχει «άλλος» ‒οπότε πρέπει κάπως να φανεί η ομοιότητα ή η διαφορά‒, αλλά με το αν είναι αναγνωρίσιμος ως φιλικός προς την κοινωνία αυτή ή ως εχθρικός. Παρ’ όλα αυτά, η συνειδητή γνώση ενός πολιτισμού από τους φορείς του, που έχει εκφραστεί στη σύγχρονη κοινωνία μέσα από την ίδια την επιστήμη της εθνολογίας, φαίνεται να εκκινεί από μία τέτοια «κρίση» ταυτότητας.3

Σελίδα 3 από 16