Βιβλιοπαρουσιάσεις

Γαμήλια έθιμα των Βλαχοχωρίων της Πίνδου. Πρώιμες λαογραφικές καταγραφές φοιτητών του Ν. Γ. Πολίτη, Εισαγωγή, επιμέλεια: Ευάγγελος Καραμανές, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας ΑθηνώνΟ τόμος περιλαμβάνει κείμενα των αειμνήστων Στέργιου Ζ. Παπαγεωργίου και Βασίλη Βήκα, όπως και του Ζήση Μότσιου, φοιτητών του ιδρυτού της Ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη (1852-1921), με θέμα τα έθιμα του γάμου στους Βλάχους. Τα τρία κείμενα αποτελούν πρωτογενείς λαογραφικές καταγραφές.

Oι συγγραφείς περιγράφουν τα έθιμα του γάμου, όπως τα έχουν γνωρίσει βιωματικά στους τόπους καταγωγής τους δηλαδή την Σαμαρίνα Γρεβενών ο Παπαγεωργίου, την Καλομοίρα (παλ. Γουδοβάσδα) Τρικάλων ο Βήκας, το Καλοχώρι (παλ. Τόιβασι) Λάρισας και το Ιστόκ Αχρίδας (οι κάτοικοι τους κατάγονται από το Περιβόλι Γρεβενών) ο Μότσιος. Ένα τέταρτο κείμενο του Τρικαλινού Αλέξανδρου Χατζηγάκη μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα των χρόνων που γράφτηκαν οι τρεις συλλογές της παρούσας έκδοσης δηλαδή στις αρχές τις δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα και αποτυπώνει το περιστατικό μιας τυχαίας συνάντησης στην οδό Σταδίου των Αθηνών το φθινόπωρο του 1913, κατά την οποία ο συμπατριώτης του Βασίλης Βήκας, φοιτητής φιλολογίας και βοηθός του Νικολ. Πολίτη στο Πανεπιστήμιο, τον συστήνει στον διαπρεπή λαογράφο.

Η έκδοση σε ενιαίο τόμο των δυσεύρετων ή αδημοσίευτων και μάλλον άγνωστων στο ευρύτερο κοινό αυτών κειμένων από το Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών αναμένεται να συμβάλει στην καλύτερη γνώση του τοπικού παραδοσιακού μας πολιτισμού και στην πατριδογνωσία εν γένει κυρίως από τις νεότερες γενιές.

Ο τόμος φιλοξενείται στην εκδοτική σειρά «Πηγές του Λαϊκού Πολιτισμού» που ιδρύθηκε από την τέως διευθύντρια του Κέντρου Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη το 2002, απευθύνεται στο ευρύ κοινό και έχει ως σκοπό την παρουσίαση και επιστημονική έκδοση αδημοσίευτου λαογραφικού υλικού, που φυλάσσεται στα αρχεία και τις συλλογές του, σε συνεργασία κυρίως με φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του πολιτισμού. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορηθεί, πάντοτε με δαπάνες των ενδιαφερομένων φορέων, δώδεκα τίτλοι σε 13 τόμους και 18 δίσκους πυκνής έγγραφής (CD, DVD), ενώ ευρίσκονται σε στάδιο προετοιμασίας τουλάχιστον οκτώ νέοι πολυσέλιδοι τόμοι.

Γαμήλια έθιμα των Βλαχοχωρίων της Πίνδου.
Πρώιμες λαογραφικές καταγραφές φοιτητών του Ν. Γ. Πολίτη,
Εισαγωγή, επιμέλεια: Ευάγγελος Καραμανές,
Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών,
Σειρά Πηγές του Λαϊκού Πολιτισμού αρ. 12,
Αθήνα 2017, σελ. 110, ISBN: 978-960-404-329-3

Το Βιβλιοπωλείο της Ακαδημίας Αθηνών
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

 

Οι τρεις φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής και συγγραφείς των λαογραφικών συλλογών του παρόντος τόμου, γεννήθηκαν και ανατράφηκαν κατά την νεότητά τους στο πλαίσιο βλάχικων κοινοτήτων. Στα κείμενά τους περιγράφουν τον γάμο ως μία εκδήλωση του τοπικού πολιτισμού κοινοτήτων, που χαρακτηρίζονταν από την αλληλογνωριμία των μελών τους. Ο Στέργιος Ζ. Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1885 στη Σαμαρίνα Γρεβενών . Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Καρδίτσας το 1904 και γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1907 . Στον εκλογικό κατάλογο της επαρχίας Γρεβενών του 1914 καταγράφεται ως «φοιτητής» , ενώ στον αντίστοιχο κατάλογο της Καρδίτσας του έτους 1928, φαίνεται ακόμα ως «φοιτητής» (σε ηλικία 39 ετών). Στο δημοτολόγιο της Καρδίτσας αναφέρεται ότι, όταν έχασε την ζωή του στα Δεκεμβριανά του 1944 στην Αθήνα, ήταν «καθηγητής γυμνασίου» .

Ο Βασίλειος Βήκας γεννήθηκε στην Γουδοβάσδα (σήμ. Καλομοίρα) της Καλαμπάκας το 1892 και πέθανε το 1972 στην Αθήνα. Τελείωσε το Γυμνάσιο στα Τρίκαλα. Ως φοιτητής της φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του Ν. Γ. Πολίτη. Στρατεύθηκε και πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους. Έλαβε το πτυχίο του το 1917. Το 1920-1922 έλαβε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία με το 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων. Παντρεύτηκε την Ελεωνόρα Παππά με την οποία απέκτησε δύο γιούς. Τον Οκτώβριο του 1917 διορίστηκε διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου Καλαμπάκας, τον Δεκέμβριο του 1920 ανέλαβε διευθυντής του Β' Ελληνικού Σχολείου Τρικάλων, ενώ αργότερα μετατέθηκε στο Ημιγυμνάσιο Ζουπανίου (σήμ. Πενταλόφου) Κοζάνης και στο Ελληνικό Σχολείο Παλαμά Καρδίτσης. Από τον Μάρτιο του 1924 ως τον Οκτώβριο του 1930 υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Τρικάλων. Το 1930 με υποτροφία του Ελληνικού κράτους συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα Παιδαγωγικής, Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας, Κοινωνιολογίας και Αισθητικής με δασκάλους μεταξύ άλλων τούς Henri Wallon, Charles Diehl και Hubert Pemot. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1933 τοποθετήθηκε στο 4ο Γυμνάσιο Πειραιώς, κατόπιν (1934) ανέλαβε πρώτος διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τριπόλεως και από τον Νοέμβριο του 1935 διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, η όποια, και με δικές του ενέργειες, μεταφέρθηκε στην Λάρισα τον Σεπτέμβριο του 1939. Το 1941 τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Γυμνασίου Αρρένων Κοζάνης και το 1947 ως γυμνασιάρχης του Γυμνασίου Θηλέων Τρικάλων. Το 1950 ανέλαβε εκ νέου διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαρίσης, όπου παρέμεινε ως το 1957, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Βήκας δημοσίευσε μελέτες λαογραφικής, παιδαγωγικής και αισθητικής θεματολογίας. Επίσης έγραψε λογοτεχνικά έργα και παραμύθια, τα όποια δημοσίευσε αύτοτελως ή σε έφημερίδες .

Ο Ζήσης Μότσιος γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Σουφλάρ (σήμ. Χειμάδι Λάρισας) του τότε δήμου Νέσσωνος από ποιμενική οικογένεια. Αναφέρεται ότι ο ποιμένας πατέρας του ενθάρρυνε τον γιό του να σπουδάσει, καθώς και ο ίδιος είχε μυηθεί στα ελληνικά γράμματα σε σχολεία του Μοναστηρίου Μακεδονίας, στην περιοχή του όποιου και ιδιαιτέρως στο Ιστόκ παραχείμαζαν Περιβολιώτες και είχαν αποκτήσει έγγεια ιδιοκτησία (βλ. σελ. 71-72). Είναι γνωστό από την σχετική αναφορά των Άγγλων αρχαιολόγων A. Wace και Μ. Thompson στο έργο τους «Οι νομάδες των Βαλκανίων» ότι στο Περιβόλι Γρεβενών τα κοπάδια αυξήθηκαν τόσο ως το 1877, ώστε τα βοσκοτόπια του οικισμού δεν επαρκούσαν. Τότε περίπου διακόσιες οικογένειες κτηνοτροφών, που ξεχείμαζαν στο Καλοχώρι Συκουρίου Λάρισας (παλαιά Τόϊβασι), άρχισαν να μεταβαίνουν στο Ιστόκ Μοναστηρίου, στους λόφους μεταξύ της Ρέσνας και της Αχρίδας . Ο Ζήσης Μότσιος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λάρισας και στη συνέχεια σπούδασε Φιλολογία στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε ως φιλόλογος στο Ελληνικό Σχολείο του Μεγάλου Κεσερλί (σήμ. Συκουρίου) και στη συνέχεια υπηρέτησε ως σχολάρχης στο Α' Ελληνικό Σχολείο Λάρισας. Δύο χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατό του από καρδιακό νόσημα σε νεαρή ηλικία, το 1929, άρχισε να διδάσκει στο Γυμνάσιο της Λάρισας. Στην νεκρολογία του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας και στο δημοσιευμένο ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Περιφερείας Γυμνασίου Λαρίσης, εκφράζεται η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφαν για το πρόσωπό του οι συνάδελφοι και οι μαθητές του. Σημαντικότερη, ίσως, είναι η μαρτυρία των απογόνων του, που διατηρούν ζωντανή την μνήμη του πάππου τους κυρίως μέσα από τις αφηγήσεις της χήρας του Μέλπως. Οι προφορικές αφηγήσεις αναφέρονται στον προσηνή και ευχάριστο χαρακτήρα του, στην αγάπη του για το κάπνισμα παρά την ασθενική φύση του, άλλα και στον έρωτά του με την μόλις δεκατεσσάρων ετών τότε Μελπομένη (Μέλπω), κόρη του παπά-Γιάννη Δούβλη, ιερέα του Αγίου Νικολάου Λάρισας και μετέπειτα πρωτοπρεσβύτερου, από την Σελίτσανη (σήμ. Ανατολή) Αγιάς. Ο Ζήσης την γνώρισε μέσω του αδερφού της και προσωπικού του φίλου Γεωργίου Δούβλη, φιλολόγου, και παντρεύτηκαν το 1914. Απέκτησαν δύο κόρες, τη Σαπφώ το 1918 και την Τιτίκα το 1923. Η Μέλπω χήρεψε σε ηλικία μόλις 26 ετών (ο Ζήσης Μότσιος ήταν 36 ετών, όταν πέθανε) και ασχολήθηκε με την ανατροφή των δύο θυγατέρων της χωρίς να παντρευτεί εκ νέου. Απεβίωσε το 1984 στην Λάρισα.

Και τα τρία κείμενα αποτελούν πρωτογενείς λαογραφικές καταγραφές, δηλαδή οι συγγραφείς περιγράφουν τα έθιμα του γάμου, όπως τα έχουν γνωρίσει βιωματικά στους τόπους καταγωγής τους. Ο γάμος (και η τεκνογονία εντός αυτού) περιγράφεται ως υποχρέωση απαραίτητη για την κοινωνική καταξίωση του άνδρα και της γυναίκας. Αποτελεί επίσης ανάγκη του βίου για την εκτέλεση παραγωγικών εργασιών στο πλαίσιο του παραδοσιακού καταμερισμού της εργασίας και για την απόκτηση τέκνων, τα όποια συντρέχουν στις αγροτικές — κατά κανόνα — εργασίες και εξασφαλίζουν την φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων. Στο κύριο μέρος των καταγραφών γίνεται περιγραφή των συνοικεσίων, δηλ. των προσώπων που μεσολαβούσαν εν κρύπτω, για την προσέγγιση των οικογενειών (δεδομένου ότι η επιλογή συζύγου καθοριζόταν, κατά κανόνα, από την οικογένεια, τούς γονείς, και όχι από τούς υποψήφιους συζύγους), της μορφής της προίκας, της ανταλλαγής δαχτυλιδιών Αρραβώνων (σεβάσματα) και του επίσημου Αρραβώνα στην συνέχεια, όπου ή είδηση αναγγέλλεται σε όλη την κοινότητα με πυροβολισμούς στον αέρα. Περιγράφεται το έθιμο της «καταδιώξεως» της νύφης από τούς συγγενείς του γαμπρού κατά το επόμενο χρονικό διάστημα και οι επισκέψεις στο σπίτι της οικογένειας της νύφης από τον μνηστήρα και τούς συγγενείς του και η ανταλλαγή δώρων (π.χ. δώρα του μνηστήρα προς την αρραβωνιαστικιά την Μεγάλη Πέμπτη κ.λπ.). Ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή των πλούσιων εθιμικών εκδηλώσεων του γάμου, των σχετικών τροφών-ποτών και παράθεση των στίχων των δημοτικών τραγουδιών, που σχετίζονται με τις επιμέρους φάσεις του στην ελληνική ή τη βλάχική. Αναφέρονται τα καλέσματα συγγενών, νουνών καθώς και των μελών της τοπικής κοινότητας και όλα τα στάδια της προετοιμασίας του γάμου από την Πέμπτη ως την Κυριακή. Την ήμερα εκείνη πηγαίνουν στο πατρικό σπίτι της νύφης, για «να πάρουν την νύφη», και ακολουθεί κοινό γεύμα, ο στολισμός της νύφης από τον γαμπρό και την αδερφή του, ο αποχαιρετισμός των γονέων της νύφης, η γαμήλια πομπή και η μετάβαση στην εκκλησία για την θρησκευτική τελετή (στέφανα).Στη συνέχεια γίνεται η μετάβαση στο σπίτι του γαμπρού και η υποδοχή της νύφης από την πεθερά με πολλές συμβολικές εθιμικές εκδηλώσεις και χορό στην αυλή της οικίας έως το πρωί της επομένης. Η γαμήλια τελετή ολοκληρώνεται με την αποχώρησή του νουνού και της συνοδείας του, την παράδοση της προίκας στον πεθερό της νύφης καθώς και με την μετάβαση της νύφης, συνοδευόμενης από την πεθερά της, στην βρύση (την Δευτέρα ή την Τρίτη) για να πάρει νερό. Την Τετάρτη απλώνονται τα προικιά της νύφης στο νέο της σπίτι, ενώ την Πέμπτη έχουν τα «πιστρόφια», δηλαδή την επίσκεψη του νέου ζεύγους στο πατρικό σπίτι της νύφης.

Το τέταρτο σύντομο κείμενο, που επιλέξαμε να κλείσει το βιβλίο, αποτελεί μέρος ενός άρθρου του Αλέξανδρου Χατζηγάκη με τίτλο «Πώς επιδόθηκα στη Λαογραφία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θεσσαλικά Χρονικά», το 1959. Δεν πρόκειται για λαογραφική συλλογή, άλλα μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα των χρόνων που γράφτηκαν οι τρεις συλλογές της παρούσας έκδοσης. Ο θεσσαλός λαογράφος και συγγραφέας αποτυπώνει το περιστατικό μιας τυχαίας συνάντησης στην οδό Σταδίου των Αθηνών το φθινόπωρο του 1913, κατά την οποία ο συμπατριώτης του Τρικαλινός επίσης Βασίλης Βήκας, φοιτητής φιλολογίας και βοηθός του Νικολ. Πολίτη στο Πανεπιστήμιο, τον συστήνει στον διαπρεπή λαογράφο. Ο Πολίτης μόλις άκουσε το επώνυμο του Χατζηγάκη, ιστορική οικογένεια του Ασπροποτάμου, παρότρυνε τον νεαρό Αλέξανδρο να ασχοληθεί με την συγκέντρωση λαογραφικού υλικού από τον τόπο καταγωγής του. Κατά την σύντομη στιχομυθία τους τον προέτρεψε να στραφεί στην καταγραφή της λαογραφικής ύλης άμεσα, «ενόσω είναι καιρός», πράγμα που ο Χατζηγάκης έπραξε με ευσυνειδησία κατά τις επόμενες δεκαετίες επισκεπτόμενος τα χωριά, κυρίως του Ασπροποτάμου· «κάθε γιορτή των Χριστουγέννων, του Πάσχα και ιδίως τα καλοκαίρια, που άφηνα την Αθήνα, ανέβαινα — πετούσα κυριολεκτικά — στην Πίνδο, στα χωριά, πότε μόνος και πότε με το μακαρίτη πατέρα μου, σέ προεκλογικές περιοδείες, για να σώσω ό,τι υπήρχε ακόμα εκεί ζωντανό στο στόμα του λαού μας», γράφει. Συνέλεξε και δημοσίευσε πλούσιο λαογραφικό υλικό συγκροτώντας ένα αξιοθαύμαστο corpus παραδόσεων κυρίως και τραγουδιών.


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΕΣ
(απο την εισαγωγή)

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Θ. ΚΑΡΑΜΑΝΕ 11-30
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Μ. ΣΑΪΤΗ 31-32
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΣΤΕΡΓΙΟΥ Ζ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΠΟΥ 33-48
ΚΟΥΤΣΟΒΛΑΧΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟΝ ΕΘΙΜΑ ΕΝ ΣΑΜΑΡΙΝΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ I. ΒΗΚΑ 49-70
Ο ΓΑΜΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΒΛΑΧΟΦΩΝΟΙΣ
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΕΝ ΓΟΥΔΟΒΑΣΔΑ

ΖΗΣΗ Ν. ΜΟΤΣΙΟΥ 71-100
Ο ΓΑΜΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΒΛΑΧΟΦΩΝΟΙΣ

ΑΛΕΞ. Κ. ΧΑΤΖΗΓΑΚΗ 101-106
ΠΩΣ ΕΠΙΔΟΘΗΚΑ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

Γαμήλια έθιμα των Βλαχοχωρίων της Πίνδου. Πρώιμες λαογραφικές καταγραφές φοιτητών του Ν. Γ. Πολίτη, Εισαγωγή, επιμέλεια: Ευάγγελος Καραμανές, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών