Τραγούδια του Μεγάλου Χορού Σαμαρίνας

Σαμαρίνα Γρεβενών, ο ΤσιάτσιοςΟι παραδοσιακοί χοροί ήταν και είναι μέχρι σήμερα ο αγαπημένος τρόπος ψυχαγωγίας των Σαμαριναίων. Ειδικά για τις γυναίκες, που δεν ευνοούνταν από την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, ο χορός ήταν το κυριότερο μέσο διασκέδασης και φυγής από την καθημερινότητα. Για να καλυφθεί αυτή ακριβώς η ανάγκη για ψυχαγωγία και χορό, επινοήθηκε το πολυπληθές επτάδιπλο χορευτικό σχήμα, ώστε όλοι οι κάτοικοι του χωριού να μπορούν να συμμετέχουν σε κάποια χορευτική κοινωνική εκδήλωση, όπως γάμος ή δημόσιος χορός. Ο επτάδιπλος χορός στο γάμο, προέβλεπε την τελευταία δίπλα για τους ακάλεστους. Επίσης, ο χορός έδινε την ευκαιρία να γίνουν οι γνωριμίες, τα προξενιά και τα νυφοδιαλέγματα μεταξύ των νέων του χωριού, παράδοση που διατηρείται και σήμερα. Έτσι τα παλληκάρια της Σαμαρίνας προσπαθούν να εντυπωσιάσουν στο χορό με τη λεβεντιά και τη δεξιοτεχνία τους, ενώ οι κοπέλες με τη σεμνότητα και την ομορφιά τους.


Πολύ χαρακτηριστικά ο Κώστας Κρυστάλλης στα 1890 μας περιγράφει το πλησίασμα του νέου προς την Σαμαρινιωτοπούλα κατά το χορό: «Στην Σαμαρίνα «η αγάπη από τα μάτια πιάνεται και στη καρδιά ριζώνει» εκεί στον χορό της πανηγύρεως, όπου και εκδηλώνεται με λαθρίδια νεύματα». Ο χορός καμιά φορά σηματοδοτούσε το πέρασμα του ανθρώπου σε μια άλλη κοινωνική κατάσταση, όπως παραδείγματος χάριν τα κλήδονα, όπου οι κοπέλες, που μετείχαν, θεωρούνταν υποψήφιες για αρραβώνα.
Οι Σαμαριναίοι χόρευαν και τραγουδούσαν σε κάθε ευκαιρία, όπως γάμοι, αρραβώνες, βαφτίσια, θρησκευτικές γιορτές, νυχτέρια στο σπίτι, στα κλήδονα, σε εκδρομές στη φύση, γλέντια στο «χάνι» και οι γυναίκες τα δειλινά της Κυριακής στην αυλή του σπιτιού. Μεταπολεμικά οι ευκαιρίες για χορό, όσον αφορά τις γυναίκες, αυξήθηκαν, γιατί απέκτησαν το δικαίωμα πια να χορεύουν μαζί με τους άντρες στα μαγαζιά της αγοράς.
Σήμερα, που οι κοινωνικοί δεσμοί έχουν χαλαρώσει ο μεγάλος χορός «Τσιάτσιος» και οι δημόσιοι χοροί στο «χάνι» είναι αυτοί, που σφυρηλατούν την ενότητα των κατοίκων της Σαμαρίνας. Η συμβολή του χορού, ακόμη και σήμερα είναι τεράστια στην κοινωνικοποίηση, τη συνέχεια και την πρόοδο της Σαμαρίνας. Στον μεγάλο χορό τον "Τσιάτσιο", που γίνεται 16-17 Αυγούστου στο πανηγύρι της Παναγίας όλοι μαζί κάθε ηλικίας Σαρμανιώτες δένουμε τα χέρια και χορεύουμε τα παρακάτω τραγούδια. Τραγούδια τα οποία τα λόγια τους είναι η ιστορία του τόπου μας και των προγόνων μας.

 

 ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΑΣ
Ν` εσείς παιδιά κλεφτόπουλα
Παιδιά της Σαμαρίνας
(μωρέ παιδιά καημένα,
παιδιά της Σαμαρίνας
κι ας είστε λερωμένα).

Σαν πάτε πάνω στα βουνά,
Κατά τη Σαμαρίνα
ντουφέκια να μη ρίξετε,
τραγούδια να μην πείτε.

Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου
η δόλια η αδερφή μου
μην πείτε πως λαβώθηκα
βαριά για να πεθάνω.

Μον΄πείτε πως παντρεύτηκα
στα έρημα τα ξένα.
Την πέτρα πήρα πεθερά
τη μαύρη γης γυναίκα
κι αυτά τα λιανολίθαρα
αδέρφια και ξαδέρφια.

ΤΣΙΑΤΣΙΟΣ
Ο Τσιάτσιος εκατέβαινε
Ολέλε Τσιάτσιο μ` αγρήγορε,
Ο Τσιάτσος κατεβαίνει
Λέλε Τσιάτσιο μ` αντρειωμένε.

- Τσιάτσιο μ` κι αμπούθε έρχεσαι
κι αμπούθε κατεβαίνεις?
-Από τη Φούρκα έρχομαι
και στη Σαμαρίνα πάνω
λέλε Τσιάτσιο μ` αντρειωμένε.

ΣΜΑΗΛ – ΑΓΑΣ
Δεν σ` άρεσε Σμαήλ – αγά
Φούρκα και Σαμαρίνα
μον` γύρευες και στο Ντουτσκό
να πας αρματολίκι.
Κι οι απάνω κλέφτες φώναζαν
πάνω κλέφτες φωνάζουν.
-Σμαήλα μ` ρίξε τ` άρματα
Σμαήλα μ` ξαρματώσου.
- Το πώς να ρίξω τ` άρματα,
το πώς να ξαρματώσω?
Εγώ είμαι ένας Σμαήλ – αγάς (δερβέναγας)
στον κόσμο ξακουσμένος.

ΣΙΩΜΟΣ
Σιώμο μου για, λέλε Σιώμο μου
Σιώμο μου για δε φαίνεσαι
τούτο το καλοκαίρι
που ήσαν καημένε Σιώμο μου
Άιντε να βγεις απάνω (λέλε Σιώμο μου) στα βουνά
ψηλά στη Σαμαρίνα
Εκεί που ψένουν πρόβατα τα τρυφερά σουγγάρια
που ήσαν καημένε Σιώμο.

ΑΜΠΕΛΙ ΜΟΥ ΠΛΑΤΥΦΥΛΛΟ
Αμπέλι μου πλατύφυλλο
και κοντοκλαδεμένο
(μώρε θάλασσα,ψιλολιανή μου μέση να σε όριζα)
θα σε πουλήσω βρε αμπέλι μου
και θα σε παζαρέψω.
-Μη με πουλάς αφέντη μου
και μη παζαρεύεις.
Για βάλε νιους και σκάψε με,
γέροντες κλάδεψέ με,
βάλε κορίτσια ανύπαντρα
να με κορφολογήσουν,
βάλε και τις μεσόκοπες
να με βλαστολογήσουν.

ΝΤΑΜΑΝ ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙΚΑΡΙ
Ντάμαν νιος και παλικάρι
όλο το χορό τραβούσα .
Μ `αγαπούσαν τα κορίτσια
μ` ήθελαν κι οι παντρεμένες ,
χήρες κι αρραβωνιασμένες.
Τώρα γέρασα ο καημένος
δε με θέλουν τα κορίτσια,
μ` έδιωχναν κι οι παντρεμένες,
χήρες κι αρραβωνιασμένες.
Σας παρακαλώ κορίτσια
να με βάλετε στη μέση
να διαλέξω πια μ`αρέσει.
Άιντε ποια ήταν η άσπρη
ποια ήταν ρούσα
ποια ήταν καγκελοφρυδούσα.

ΒΟΥΡΓΑΡΑ
Ένας πασάς εδιάβαινε
στης Βουργαριάς τα μέρη
είδεν τον κι άρεσέ του
Βάζει ζευγάρια τριανταδυο
ζευγάδες τριανταπέντε
βάζει και Τούρκους θεριστές,
Ρωμιούς κουβαλιστάδες
και μαύρο με τη μάνα
του τριγύρω απ` τ` αλώνι.
Βάζει Βουργάρα μορφονιά
να τους κερνάει να πίνουν.
Βουργάρα μ` το κρασί σ` πικρό
και το ρακί σ` φαρμάκι.
Όποιος το πίνει αρρωσταίνει
Και γιατρειά δε βρίσκει.

ΚΑΤΩ ΣΤΗΣ ΜΩΡΙΑΣ ΤΑ ΜΕΡΗ
Κάτω στης Μωριάς τα μέρη
έκαμα ένα καλοκαίρι,
είδα βρύσες και ποτάμια
και τριών λογιών καλάμια
και στη μέση απ` τα καλάμια
κάθεται γραφιώτου κόρη
και κεντά χρυσό μαντήλι,
σαν τα ολόγλυκά της χείλη.
-Κέντα κόρη το μαντήλι,
μα άλλον νιο μη το δώσεις.
Μον` εμένα να το δώσεις
και δε θα το μετανιώσεις.

Αναζήτηση