Γραπτές Αναφορές

Ενδείξεις λατινοφωνίας

 

Ο Ιωάννης Λαυρέντιος ο Λυδός ήταν Βυζαντινός αξιωματούχος και ιστορικός αρχαίων θεμάτων του 6ου αιώνα. Γεννήθηκε το 490 μ.Χ στη Φιλαδέλφεια της Λυδίας. Στο έργο του «Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας» (σελ. 261-262) υπάρχει μια σημαντική μαρτυρία για την γλωσσική κατάσταση που υπήρχε στο Βυζάντιο του 6ου μ.Χ. αιώνα. «Όσα γίνονταν στην Ευρώπη διαφύλαξαν την αρχαιότητα εξ ανάγκης, διότι οι κάτοικοι της αν και ήταν οι περισσότεροι Έλληνες, μιλούν λατινικά και ιδίως οι δημόσιοι υπάλληλοι»

Νόμος ἀρχαῖος ἦν, πάντα μὲν τὰ ὁπωσοῦν πραττόμενα παρὰ τοῖς ἐπάρχοις, τάχα δὲ καὶ ταῖς ἄλλαις τῶν ἀρχῶν, τοῖς Ἰταλῶν ἐκφωνεῖσθαι ῥήμασιν· οὗ παραβαθέντος, ὡς εἴρηται, (οὐ γὰρ ἄλλως) τὰ τῆς ἐλαττώσεως προὔβαινε· τὰ δὲ περὶ τὴν Εὐρώπην πραττόμενα πάντα τὴν ἀρχαιότητα διεφύλαξεν ἐξ ἀνάγκης διὰ τὸ τοὺς αὐτῆς οἰκήτορας, καίπερ Ἕλληνας ἐκ τοῦ πλείονος ὄντας, τῇ τῶν Ἰταλῶν φθέγγεσθαι φωνῇ, καὶ μάλιστα τοὺς δημοσιεύοντας.

Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης ήταν Βυζαντινός ιστοριογράφος των αρχών του 7ου μ.Χ αιώνα και ουσιαστικά ο τελευταίος συγγραφέας της ύστερης αρχαιότητας. Ήταν σύγχρονος του Ηράκλειου (περ. 630 μ.Χ) και έγραψε κυρίως για τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-602 μ.Χ) τον οποίο εξήρε για τις αρετές του. Η ιστορία του για τη βασιλεία του Μαυρίκιου εμπεριέχεται σε οκτώ βιβλία «Οικουμενική Ιστορία». Στο δεύτερο του βιβλίο αναφέρει ότι το 586 μ.Χ ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος διέταξε τον στρατηγό Κομεντόλιο να κινηθεί ενάντια στους Αβάρους του Χαγάνου που λεηλατούσαν την Θράκη και να τους απωθήσει. Εκείνος αποφάσισε να πλησιάσει τα αντίπαλα στρατεύματα κινούμενος νύχτα για να τους αιφνιδιάσει αλλά κατά την διάρκεια της προσέγγισης συνέβει το εξής περιστατικό: Το φορτίο ενός ζώου έγειρε με κίνδυνο να ανατραπεί. Τότε όσοι ακολουθούσαν φώναζαν στον κάτοχο του τόρνα τόρνα (γέρνει - γέρνει ή γύρνα - γύρνα) για να τον ειδοποιήσουν. Η φράση έγινε αντιληπτή απο το υπόλοιπο στράτευμα ώς διαταγή οπισθοχώρησης πράγμα που συνέβει με τον πλέον άτακτο τρόπο. Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, Historiae (σελ. 100)

οἱ δὲ παρεπόμενοι καὶ ὁρῶντες τὸ νωτοφόρον ζῶν τὰ ἐπικείμενα πως αὐτῷ ἐπισυρόμενον ἀκοσμότερον εἰς τοὐπίσω τραπέσθαι τὸν δεσπότην ἐκέλευον τό τε σκευοφόρον ζῶον ἐπανορθοῦσθαι τοῦ πλημμελήματος. τοῦτό τοι τῆς ἀταξίας γέγονεν αἴτιον καὶ τὴν εἰς τοὐπίσω παλίρροιαν αὐτοματίζεται· παρηχεῖται γὰρ τοῖς πολλοῖς ἡ φωνή, καὶ παράσημον ἦν τὸ λεγόμενον, καὶ φυγὴν ἐδόκει δηλοῦν, ὡς οἷα τῶν πολεμίων ἐπιφανέντων ἀθρόον αὐτοῖς καὶ παρεκλεψάντων τὴν δόκησιν. μεγίστου δὲ συμπεσόντος τῷ στρατεύματι θρύλου, θροῦς παρ' αὐτῶν πολὺς ἐπανίσταται, παλιννοστεῖν τε ἐβόα πᾶς γεγωνῶς διαπρύσιον, ἐπιχωρίῳ τε γλώττῃ εἰς τοὐπίσω τραπέσθαι ἄλλος ἄλλῳ προσέταττεν, “τόρνα, τόρνα” μετὰ μεγίστου ταράχου φθεγγόμενοι, οἷ νυκτομαχίας τινός ἐνδημούσης ἀδοκήτως αὐτοῖς.

Το ίδιο περιστατικό αναφέρει και ο Θεοφάνης Ομολογητής αναφέροντας όμως πως η φράση τόρνα - τόρνα φράτρε (αδελφέ) δόθηκε στην «πατρώα φωνή». Ο Θεοφάνης Ομολογητής υπήρξε Βυζαντινός μοναχός (ηγούμενος) και χρονογράφος, υπέρμαχος της εικονολατρίας. Γεννήθηκε το 760 μ.Χ. και καταγόταν από πλούσια και αριστοκρατική γενιά. Ανακηρύχτηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η μνήμη του τιμάται στις 12 Μαρτίου. Το πιο γνωστό του έργο είναι η Χρονογραφία, η εξιστόρηση δηλαδή των ιστορικών γεγονότων από την εποχή του Διοκλητιανού ως το δεύτερο έτος της βασιλείας του Μιχαήλ Α' (285-813 μ.Χ). Το έργο του, γραμμένο από την οπτική γωνία των εικονόφιλων, αποτελεί τη σημαντικότερη ιστορική πηγή γι' αυτή την ιστορική περίοδο. Θεοφάνης, Χρονογραφία (σελ. 397-398)

ἑνὸς γὰρ ζώου τὸν φόρτον διαστρέψαντος, ἑταῖρος τοῦ δεσπότου τοῦ ζώου προσφωνεῖ τὸν φόρτον ἀνορθώσας τῇ πατρώᾳ φωνῇ· τόρνα, τόρνα φράτρε. καὶ ὁ μὲν κύριος τοῦ ἡμιόνου τὴν φωνὴν οὐκ ᾔσθετο. οἱ δὲ λαοὶ ἀκούσαντες, καὶ τοὺς πολεμίους ἐπιστῆναι αὐτοῖς ὑπονοήσαντες, εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, τόρνα, τόρνα μεγίσταις φωναῖς ἀνακράζοντες. Ὁ δὲ Χαγάνος μεγάλην δειλίαν περιβαλόμενος, ἀκρατῶς ἔφυγεν.

Πρώτη γραπτή αναφορά στο όνομα βλάχος γίνεται από τον Γεώργιο Κεδρηνό. Ο Γεώργιος Κεδρηνός ήταν μοναχός και βυζαντινός χρονογράφος. Έζησε στο τέλος του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα. Έγραψε το έργο Σύνοψη Ιστοριών, μια χρονογραφία από την δημιουργία του κόσμου μέχρι την αρχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού το 1057 μ.Χ. στο οποίο κάνει μια συρραφή των έργων παλαιότερων χρονογράφων και ιστοριογράφων (Ψευδοσυμεών, Θεοφάνη, Γεώργιου Μοναχού). Για τα γεγονότα μεταξύ 811-1057 αντιγράφει πιστά τον Ιωάννη Σκυλίτζη. Περιγράφοντας την τύχη των τεσσάρων γιων του κόμη Νικόλα (κομητόπουλοι) αναφέρει πως ο Δαβίδ φονεύθηκε απο Βλάχους οδίτες (φύλακες) στην περιοχή της Καστοριάς το 976 μ.Χ, ο Μωυσής σκοτώθηκε στην πολιορκία των Σερρών και ο Ααρών εξολοθρεύτηκε ως προδότης από τον αδελφό του Σαμουήλ Β' που μετέπειτα ανακηρύχθηκε τσάρος όλης της Βουλγαρίας. Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών (τόμος Β σελ. 435)

τούτων δὲ τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν Δαβὶδ μὲν εὐθὺς ἀπεβίω ἀναιρεθεὶς μέσον Καστορίας καὶ Πρέσπας καὶ τὰς λεγομένας Καλὰς δρῦς παρά τινων Βλαχῶν ὁδιτῶν, Μωϋσῆς δὲ τὰς Σέρρας πολιορκῶν λίθῳ ἀπὸ τοῦ τείχους βληθεὶς ἐτελεύτησε· καὶ τὸν Ἀαρὼν δὲ τὰ Ῥωμαίων, ὡς λέγεται, φρονοῦντα ἢ τὴν ἀρχὴν εἰς ἑαυτὸν σφετεριζόμενον ἀνεῖλεν ὁ ἀδελὸς Σαμουὴλ παγγενεί, κατὰ τὴν ιδ' τοῦ Ἰουλίου μηνός, ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῆς Ῥαμετανίτζας, μόνου Βλαδοσθλάβου τοῦ καὶ Ἰωάννου διασωθέντος, τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, παρὰ Ῥαδομηροῦ τοῦ καὶ Ῥωμανοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σαμουήλ. καὶ καθίσταται μόναρχος Βουλγαρίας ἁπάσης ὁ Σαμουήλ.

Ο Κεκαυμένος στο Στρατηγικόν του αναφέρει με ποιο τρόπο ο Νικουλιτζάς (Νικολίτσας), Έλληνας ευγενής και κυβερνήτης των Σερβίων με τα αξιώματα του δούκα και δομεστίκου των εξκουβίτων της Ελλάδος, πήρε το 980 μ.Χ τον τίτλο «Αρχηγός των Βλάχων της Ελλάδας» από τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο. Κεκαυμενος, Περι αξιωμάτων και τιμής Ρωμαίων (σελ.96)

Εἴπω δὲ τῇ βασιλείᾳ σοῦ τι τοιοῦτον. ὁ πάππος μου ὁ Νικουλιτζᾶς πολλὰ κοπιάσας ὑπὲρ τῆς Ῥωμανίας ἔφθασε καὶ δοὺξ Ἑλλάδος φιλοτιμηθεὶς ὡς πιστὸς παρὰ τῶν κρατούντων. καὶ τὴν μὲν ἐξουσίαν ταύτην εἶχεν ἀδιάδοχον διὰ χρυσοβούλλου, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ δομεστικᾶτον τῶν ἐξκουβίτων τῆς Ἑλλάδος. προσῆλθε δὲ τις ὀνόματι Πέτρος ἀδελφόπαις ὦν τοῦ βασιλέως Φραγγίας πρὸς τὸν μακαρίτην βασιλέα κῦρ Βασίλειον ἐν τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ. καὶ ἐτίμησεν αὐτὸν σπαθάριον προβαλόμενος αὐτὸν δομέστικον τῶν ἐξκουβίτῶν Ἑλλάδος. ἔγραψε δὲ πρὸς τὸν πάππον μου· γνωστὸν ἔστω σοι, βέστα, ὡς προσῆλθεν εἰς τὴν δούλωσιν τῆς βασιλείας Πέτρος ὁ γνήσιος ἀνεψιὸς τοῦ ῥηγὸς Γερμανῶν καί, ὡς λέγει, ἐτύπωσεν εἶναι καὶ ἀποθανεῖν δοῦλος τῆς βασιλείας μου. τούτου τὴν πίστιν ἀποδεξαμένη ἡ βασιλεία μου ἐτύπωσεν αὐτὸν σπαθάριον ἐπὶ τοῦ χρυσοτρικλίνου. ἐπεὶ δὲ ἐθνικός ἐστιν, οὐ κατεδέξατο ἡ βασιλεία μου προβαλέσθαι αὐτὸν στρατηγόν ἵνα μὴ ἀχρειώσωμεν τοὺς Ῥωμαίους, ἀλλὰ προεβάλετο αὐτὸν δομέστικον τῶν ὑπὸ σε ἐξκουβίτων. γινώσκουσα δὲ ἡ βασιλεία μου ὅτι ἀπὸ τοῦ μακαρίτου μου πατρὸς ἔχεις τοῦτο διὰ χρυσοβούλλου, ἀντὶ τῶν ἐξκουβίτων δωρεῖταί σοι τὴν ἀρχὴν τῶν Βλάχων Ἑλλάδος.

Σε άλλο σημείο αναφέρεται στα γεγονότα της στάσης του Μούλτου (1066 μ.Χ) στη Λάρισα. Κατά την βασιλεία του Κωνσταντίνου Ι' Δούκα η αυξημένη φορολόγηση οδήγησε τους Βλάχους και τους Τρικαλίτες σε επανάσταση ενάντια στον αυτοκράτορα. Με επικεφαλής τους τον Ιωάννη Γρημιανήτη και τον Γρηγόριο Βαμβακά ζητούν στο σπίτι του βλάχου Βεριβόη απο τον πρωτοσπαθάριο Νικουλιτζά τον Δελφινά (εγγονό του Νικουλιτζά που αναφέρθηκε παραπάνω) να αναλάβει την αρχηγία της εξέγερσης. Εκείνος, αν και είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να ενημερώσει τον Δούκα για τα επερχόμενα και βλέποντας πως δεν μπορεί να τους εξευμενίσει, τίθεται επικεφαλής της εξέγερσης προκειμένου να μπορεί να ελέγχει τις κινήσεις τους ενώ παράλληλα ενημέρωνε την Πόλη για αυτές. Μετά την κατάληψη των κάστρων του Κίτρους και των Σερβίων ζητεί από τους στασιαστές να κάνουν ειρήνη καθώς έλαβε από τον αυτοκράτορα υποσχέσεις για την ευνοϊκή αντιμετώπιση τους και των αιτημάτων τους. Η επανάσταση τελικά έληξε με την σύλληψη των προκρίτων των Βλάχων Σθλαβωτά τον Καρμαλάκη και των Λαρισαίων Θεόδωρου Σκρίβονα τον Πεταστόν. Κεκαυμένος, Περί στρατηγού φρονήμου (σελ. 66-71)

Ἀποστείλαντες γὰρ πρὸς αὐτὸν τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, τόν τε Ἰωάννην ἀποπρωτοσπαθάριον τὸν Γρημιανήτην καὶ Γρηγόριον τὸν Βαμβακᾶν, ἀπεκάλυψαν αὐτῷ πάντα. αὐτὸς δὲ προσεποιήσατο πάντα ἀγνοεῖν καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι· πάντως εἴ τι ποιήσετε ὑμεῖς, τοῦτο κἀγώ. τὸ ὅλον δὲ ἐσπούδαζεν ἵνα ἀφ'οὗ συνέλθωσι πάντες, εἰ δυνηθείη, διαστρέψαι αὐτούς. ἐκεῖνοι δὲ εἶχον τὸ συναγώγιον αὐτῶν εἰς τὴν αὔριον εἰς τὴν οἰκίαν Βεριβόου τοῦ Βλάχου. ἐπεὶ δὲ ἐμήνυσαν οὗτοι πρὸς τοὺς Βλάχους ὅτι· καὶ ὁ πρωτοσπαθάριος Νικουλιτζᾶς ὁ Δελφινᾶς συνῆλθε τῇ βουλῇ ἡμῶν (πρωτοσπαθάριος γὰρ ἦν τὸ τότε), ἐχάρησαν μεγάλως καὶ ἠβουλήθησαν ἐλθεῖν πάντες πρὸς αὐτόν....
........... ἀπὸ μὲν τῶν Βλάχων τὸν πρόκριτον αὐτῶν ἄρχοντα Σθλαβωτᾶν τὸν Καρμαλάκην, ἀπὸ δὲ τῶν Λαρισσαίων Θεόδωρον Σκρίβονα τὸν Πεταστόν.

Ο Κεκαυμένος μας πληροφορεί επίσης για την τύχη του Δελφινά τον οποίο μετά το τέλος της εξέγερσης ο Κωνσταντίνος τον φυλάκισε στο κάστρο της Αμάσειας. Από εκεί έγραφε στον παππού του συγγραφέα, με τον οποίο ήταν συμπέθεροι, για τα γεγονότα της στάσης. Παρακάτω, σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί την πολιτική κληρονομιά και τις τακτικές του συγγενή του, ο Κεκαυμένος ρίχνει το φταίξιμο εξ ολοκλήρου στους Βλάχους και καταφέρεται εναντίον τους με έναν πρωτοφανή λίβελο. Επίσης θεωρεί πως είναι Δάκες και Βεσσοί στην καταγωγή και πως κατέβηκαν στην Ήπειρο και τη Μακεδονία αφού τους νίκησε ο αυτοκράτορας Τραϊανός (53-117 μ.Χ), άποψη όμως που δεν την αναφέρει κανείς άλλος σύγχρονος ή μεταγενέστερος ιστορικός της εποχής που αναφέρεται (106 μ.Χ) γεγονός που την καθιστά αβάσιμη. Κεκαυμενος, Περί απιστείας των βλάχων (σελ. 74-75)

Παραγγέλλω δὲ ὑμῖν καὶ τοῖς ἐξ ὑμῶν τοῦτο. ἐπεὶ δὲ τὸ τῶν Βλάχων γένος ἄπιστόν τε παντελῶς καὶ διεστραμμένον, μήτε εἰς Θεὸν ἔχον πίστιν ὀρθὴν μήτε εἰς βασιλέα μήτε εἰς συγγενῆ ἢ εἰς φίλον ἀλλὰ ἀγωνιζόμενον πάντας καταπραγματεύεσθαι, ψεύδεται δὲ πολλὰ καὶ κλέπτει πάνυ, ὀμνύμενον καθεκάστην ὅρκους φρικωδεστάτους πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ φίλους καὶ ἀθετοῦν ῥᾳδίως, ποιοῦν τε ἀδελφοποιήσεις καὶ συντεκνίας καὶ σοφιζόμενον διὰ τούτων ἀπατᾶν τοὺς ἁπλουστέρους, οὐδέποτε δὲ ἐφύλαξε πίστιν πρός τινα οὐδὲ πρὸς τοὺς ἀρχαιοτέρους βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. πολεμηθέντες παρὰ τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ καὶ παντελῶς ἐκτριβέντες ἑάλωσαν καὶ τοῦ βασιλέως αὐτῶν τοῦ λεγομένου Δεκαβάλου ἀποσφαγέντος καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπὶ δόρατος ἀναρτηθέντος ἐν μέσῃ τῇ πόλει Ῥωμαίων. οὗτοι γὰρ εἰσὶν οἱ λεγόμενοι Δᾶκαι καὶ Βέσοι. ᾤκουν δὲ πρότερον πλησίον τοῦ Δανουβίου ποταμοῦ καὶ τοῦ Σάου, ὃν νῦν ποταμὸν Σάβαν καλοῦμεν, ἔνθα Σέρβοι. ἀρτίως οἰκοῦσιν, ἐν ὀχυροῖς καὶ δυσβάτοις τόποις. τούτοις θαρροῦντες. ὑπεκρίνοντο ἀγάπην καὶ δούλωσιν πρὸς τοὺς ἀρχαιοτέρους τῶν Ῥωμαίων βασιλεῖς καὶ ἐξερχόμενοι τῶν ὀχυρωμάτων ἐλεΐζοντο τὰς χώρας τῶν Ῥωμαίων. ὅθεν ἀγανακτήσαντες κατ'αὐτῶν, ὡς εἴρηται, διέφθειραν αὐτούς. οἳ καὶ ἐξελθόντες τῶν ἐκεῖσε διεσπάρησαν ἐν πάσῃ τῇ Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ, οἱ δὲ πλείονες αὐτῶν ᾤκησαν τὴν Ἑλλάδα. εἰσὶ καὶ δειλοὶ πάνυ λαγωῶν ἔχοντες καρδίαν, θάρσος δὲ ἔχοντες καὶ τοῦτο ἀπὸ δειλίας. παραγγέλλω οὖν ὑμῖν ἵνα μὴ πιστεύητε τούτοις τὸ σύνολον. καὶ εἰ γένηταί ποτε μοῦλτον καὶ ὑποκρίνονται ἀγάπην καὶ πίστιν, ἐξομνύμενοι εἰς τὸν Θεὸν φυλάξαι ταύτην, μὴ πιστεύητε αὐτοῖς. κρεῖττον γάρ ἐστιν ὑμῖν μὴ ὁρκίσαι αὐτοὺς τὸ σύνολον μήτε ὅρκον δοῦναι ἀλλὰ παρατηρῆσαι αὐτοὺς ὡς κακούς, ἢ ὀμόσαι ἢ δέξασθαι ὅρκον. χρὴ οὖν μὴ πιστεύειν αὐτοῖς τὸ σύνολον, πλὴν ὑποκρίνου καὶ σὺ φίλος αὐτῶν. εἰ δὲ καί ποτε γενήσεται ἀνταρσία εἰς Βουλγαρίαν, καθὼς προείρηται, καὶ εἰ φίλοι σου ὁμολογοῦσιν εἶναι ἢ καὶ ὄμνυνται, μὴ πιστεύσῃς αὐτοῖς. {ρπη´ περι προσοχῆσ παντοίασ} εἰ δὲ καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν εἰσάγωσιν εἰς τὸ κάστρον τῆς Ῥωμανίας, πρότρεψον εἰσαγαγεῖν αὐτάς, πλὴν ἔνδον τοῦ κουλὰ ἔστωσαν· αὐτοὶ ἔξω ἔστωσαν καὶ εἴπερ θέλουσιν εἰσέρχεσθαι εἰς τὰς φαμιλίας αὐτῶν, δύο ἢ τρεῖς εἰσερχέσθωσαν· ὁπόταν δὲ αὐτοὶ ἐξέλθωσιν, ἄλλοι πάλιν εἰσερχέσθωσάν σοι. ἀκρίβειαν δὲ ἔχε ἐπὶ τῶν τειχέων καὶ ἐπὶ τῶν πυλῶν πολλήν. οὕτως δὲ ποιῶν ἐν ἀσφαλείᾳ ἔσῃ. εἰ δὲ καὶ ἐάσεις πολλοὺς εἰσελθεῖν εἰς τὰς φαμιλίας αὐτῶν, προδοθήσεται τὸ κάστρον παρ'αὐτῶν καὶ δηχθήσῃ ὑπ'αὐτῶν ὡς ὑπὸ ἀσπίδος, καὶ τότε μνησθήσῃ τῶν παραγγελιῶν μου. ἀλλ'ἐὰν φυλάξεις ταῦτα, ἕξεις καὶ αὐτοὺς ὑποχειρίους σοῦ καὶ σοι τὸ ἀφρόντιστον προσγενήσεται.

 

Η Άννα Κομνηνή γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 και ήταν Βυζαντινή ιστορικός, κόρη και πρωτότοκο παιδί του αυτοκράτορα Αλέξιου A' Κομνηνού. Το 1091 μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα ενώ, μετά τον θάνατο του το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την Αλεξιάδα (15 βιβλία) στο οποίο κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλέξιου μεταξύ 1069 και 1118. 
Στο 5ο βιβλίο της περιγράφοντας την εκστρατεία του Αλέξιου Κομνηνού εναντίων των Νορμανδών στη Θεσσαλία περί το 1083 μ.Χ αναφέρει την διαδρομή που ακολούθησε για να αποφύγει τα ισχυρά εχθρικά στρατεύματα του Βοημούνδου που φρουρούσαν τα Τέμπη. «Φτάνει στην περιοχή της Λάρισας, περνάει από το βουνό των Κελλίων, αφήνει στα δεξιά του τη δημόσια λεωφόρο και το βουνό που οι ντόπιοι ονομάζουν Κίσσαβο και κατεβαίνει στο Εζεβάν, ένα βλάχικο χωριό, πολύ κοντά στην Ανδρωνία.» Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς (vol 1 σελ.169)

Καὶ τοῖς μέρεσι τῆς Λαρίσσης ἐγγίσας καὶ διελθὼν διὰ τοῦ βουνοῦ τῶν Κελλίων καὶ τὴν δημοσίαν λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπὼν καὶ τὸν βουνὸν τὸν οὑτωσὶ ἐγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον κατῆλθεν εἰς Ἐζεβάν· χωρίον δὲ τοῦτο Βλαχικὸν τῆς Ἀνδρωνίας ἔγγιστα διακείμενον.

Στο 8ο βιβλίο της περιγράφει τους πολέμους ενάντια στους Πετσενέγκους και την νίκη του πατέρα της στην μάχη του Λεβονίου (1091 μ.Χ). Ο Αλέξιος για να ενισχύσει τα βυζαντινά στρατεύματα παραγγέλνει στον Καίσαρα Νικηφόρο τον Μελίσση να στρατολογήσει άντρες από τις νομαδικές φυλές (οι οποίοι καλούνταν Βλάχοι στην καθομιλουμένη) και Βουλγάρους: Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς (vol II σελ 8)

Ἔφθασε γὰρ διὰ γραμμάτων δηλώσας συλλέξασθαι ὁπόσους ἂν δυνηθείη οὐκ ἀπὸ τῶν ἤδη ἐστρατευμένων (ἐκείνους γὰρ φθάσας εἰς τὰς πόλεις ἁπανταχῇ τῆς ἑσπέρας διέσπειρεν ἐφ' ᾧ φρουρεῖν τὰ κυριώτερα τῶν πολιχνίων), ἀλλὰ κατὰ μέρος νεολέκτους καταλέγων, ὁπό σοι τε ἐκ Βουλγάρων καὶ ὁπόσοι τὸν νομάδα βίον εἵλοντο (Βλάχους τούτους ἡ κοινὴ καλεῖν οἶδε διάλεκτος) καὶ τοὺς ἄλλοθεν ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν ἐρχομένους ἱππέας τε καὶ πεζούς.

Στο 10ο βιβλίο της περιγράφει στην εκστρατεία των βυζαντινών στρατευμάτων ενάντια στους Κουμάνους (1094 μ.Χ). Μία νύχτα, λίγες μέρες πριν την μάχη, ένας βλάχος ευγενής ο Πουδίλος έτρεξε να ειδοποιήσει τον Αλέξιο που βρισκόταν στην Αρχαία Αγχίαλο ότι οι Κουμάνοι περνούσαν τον Δούναβη και κινούνταν εναντίον τους. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς (vol II σελ 61)

Νυκτὸς δὲ καταλαβόντος Πουδίλου τινὸς ἐκκρίτου τῶν Βλάχων καὶ τὴν τῶν Κομάνων διὰ τοῦ Δανούβεως δια περαίωσιν ἀπαγγείλαντος, δέον ἔκρινεν αὐγαζούσης τῆς ἡμέρας μετακαλεσάμενος τοὺς ἐκκρίτους τῶν συγγενῶν τε καὶ ἡγεμόνων βουλεύσασθαι ὅ τι δεῖ ποιεῖν.

Ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης (1130-1173 μ.Χ) ήταν ισπανοεβραίος περιηγητής που ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική τον 12ο αιώνα. Στα 1160 μ.Χ ταξιδεύοντας στις ελληνικές χώρες του Βυζαντίου επισημαίνει την ύπαρξη βλάχικων πληθυσμών στα βουνά της περιοχής της Λαμίας, στα όρια της σημερινής Θεσσαλίας, σε μία περιοχή την οποία αποκαλεί Βλαχία.The Itinerary of Rabbi Benjamin of Tudela (1840) (σελ. 48)

«Σε μια ημέρα φθάνουμε στο Σινόν ποταμό [Ζητούνι/Λαμία], όπου ζουν πενήντα περίπου Ιουδαίοι, με πρώτους ανάμεσά τους τους ραβίνους Σολομώντα και Ιακώβ. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες των λόφων της Βλαχίας. Στα βουνά αυτά ζει το έθνος που ονομάζεται Βλάχοι. Είναι πολύ γρήγοροι και κατεβαίνουν από τα βουνά για να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν την ελληνική γη. Κανείς δεν μπορεί να τους πολεμήσει και κανένας βασιλιάς δεν καταφέρνει να τους κυβερνήσει. Δεν είναι ιδιαίτερα δεμένοι με την πίστη των Ναζαρηνών [χριστιανών], αλλά δίνουν στους εαυτούς τους ιουδαϊκά ονόματα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτοί είναι Ιουδαίοι –και πράγματι αποκαλούν τους Εβραίους αδελφούς τους– και όταν συναντώνται μαζί τους, αν και τους ληστεύουν, δεν τους σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Είναι όλοι μαζί εκτός νόμου» 

Ο Νικήτας Χωνιάτης ή Ακομινάτος (περ. 1155 - περ. 1216) ήταν Βυζαντινός Έλληνας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός. Θεωρείται ο σημαντικότερος βυζαντινός ιστορικός του 12ου αιώνα, όντας αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Το κυριότερο έργο του είναι η Χρονική Διήγησις (Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως), όπου καλύπτονται γεγονότα που αφορούν την ιστορία της Κωνσταντινούπολης από το 1118 έως το 1207 μ.Χ. Στο έργο του αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους πολέμους του Ισαάκιου Β' Αγγέλου εναντίον των Βουλγάρων και στους Βλάχους της δυναστείας των Ασανηδών (1186-87,1190). Στον Χωνιάτη όμως έχουμε και την πρώτη αναφορά της Θεσσαλίας ως Μεγάλη Βλαχία αναφερόμενος στον διαμοιρασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την κατάληψη της Πόλης από του Λατίνους το 1204 μ.Χ. Ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας έγινε ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου ενώ ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, ηγετικός αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας, έγινε Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης και επέκτεινε τις κτήσεις του στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα καταλαμβάνοντας τη Θήβα και την Αθήνα. Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις (σελ 841)

Αἰτωλίαν δὲ καὶ τὰ τῇ Νικοπόλει προσοριζόμενα καὶ ὅσα πρόεισιν ἐς Ἐπίδαμνον ὁ Μιχαὴλ ἰδιώσατο, ὃν ἐκ σπερμάτων σκοτίων ὁ σεβαστοκράτωρ ἐφύτευσεν Ἰωάννης ὁ Δούκας. ὁ δὲ μαρκέσιος Βονιφάτιος τῇ Θεσσαλονίκῃ προσεδρεύων ὑποκειμένην εἶχεν ἑαυτῷ τὴν ἐς Ἁλμυρὸν ἐκτεινομένην ἀγχίαλον πᾶσαν καὶ πεδίων ἤρχετο Λαρισσαίων καὶ μετελάγχανε τῶν φόρων ὁπόσοι ἐξ Ἑλλάδος καὶ τῆς νήσου τοῦ Πέλοπος εἰσεπράττοντο. ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ ἄλλος τις τὰ Θετταλίας κατέχων μετέωρα, ἃ νῦν μεγάλη Βλαχία κικλήσκεται, τοπάρχης ἦν τῶν ἐκεῖ.

Τον όρο Μεγάλη Βλαχία για να προσδιορίσει την Θεσσαλία επαναλαμβάνει επίσης και ο λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220 - 1282) στο έργο του Χρονική Συγγραφή που πραγματεύεται γεγονότα της περιόδου από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους μέχρι την ανακατάληψη της από τους Παλαιολόγους(1204-1262). Αμέσως μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Α' Κομνηνου Δούκα το 1215 Δεσπότης Ηπείρου αναλαμβάνει ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος Δούκας στέλνοντας τον ανιψιό του Μιχαήλ Β' Δούκα, νόμιμο διάδοχο, εξορία. Ο Θεόδωρος κατέλαβε την Θεσσαλία και την Μακεδονία το 1216, την Βέροια το 1220, τις Σέρρες και την Δράμα το 1221 και το 1224 κατέλαβε τελικά την Θεσσαλονίκη, καταλύοντας την εκεί λατινική διοίκηση. Μετά και την κατάληψη της Αδριανούπολης το 1225 στράφηκε εναντίον των Βουλγάρων για να τους αντιμετωπίσει. Ο Βούλγαρος Ιωάννης Ασέν Β' μετά την συντριπτική του νίκη ενάντια στα στρατεύματα του Θεόδωρου Δούκα στη μάχη της Κλοκοτινίτζας (1230) με μια αιφνιδιαστική επίθεση λυμαίνεται το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή (σελ 46)

ἐβούλετο γὰρ δεσπόσαι τῶν τοιούτων, οὗ καὶ τετύχηκεν. ἐπεὶ γὰρ κατ᾽ αὐτῶν ἐχώρει, πάντες ἀναιμωτὶ τούτωι ὑπέπιπτον, καὶ γίνεται μὲν ὑπ᾽ αὐτὸν ἡ Ἁδριανοῦ, ἐκ τοῦ σχεδὸν δὲ καὶ τὸ ∆ιδυμότοιχον, εἶτα Βολερὸν ἅπαν, Σέρραι, Πελαγονία καὶ Πρίλαπος· καὶ τὰ πέριξ τούτων κατέδραμε, καὶ τῆς μεγάλης Βλαχίας ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐλβάνου κατακυριεύει, καὶ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ τὰς λείας ποιεῖ.

Τα εδάφη του Θεόδωρου μοιράστηκαν μεταξύ του Ιωάννη Β΄ Ασέν (Θράκη και Μακεδονία πλην Θεσσαλονίκης) και των αδελφών του Θεόδωρου, Μανουήλ Δούκα (Θεσσαλονίκη) και Κωνσταντίνου Δούκα (Ακαρνανία) ενώ ο ανιψιός του Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός Δούκας επέστρεψε στην Ήπειρο από την εξορία και στέφθηκε Δεσπότης. Ο Μανουήλ Δούκας επτά χρόνια μετά (1230) έχασε τον θρόνο της Θεσσαλονίκης καθώς ο τυφλός πλέον Θεόδωρος Δούκας, αφού κέρδισε την ελευθερία του από τον Ιωάννη Άσεν Β', όρισε διάδοχο του τον υιό του Ιωάννη Κομνηνό Δούκα. Ο Μανουήλ Δούκας διωκόμενος κατέφυγε στον Ιωάννη Γ' Βατάτζη, αυτοκράτορα της Νίκαιας, και του ζήτησε χρήματα και πλοία για να καταλάβει την Θεσσαλία γεγονός που πέτυχε το 1239 μ.Χ και έγινε ηγεμόνας της. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή (σελ 66)

Ὁ μὲν οὖν Μανουὴλ τῇ Ἀττάλου προσοκείλας παρὰ προσδοκίαν τοὺς ἐξ Ἄγαρ εὗρε φιλανθρωπίᾳ μᾶλλον πρὸς αὐτὸν χρησαμένους· ἐπεὶ γὰρ εἰρήκει πρὸς τὸν βασιλέα Ἰωάννην τυγχάνειν αὐτοῦ τὴν ὁρμήν, παρεχώρησάν τε τούτῳ τὴν δίοδον καὶ ἐφοδιασάμενοι προσηκόντως. ἐκεῖθεν οὖν πρὸς τὸν βασιλέα ἀφίκετο οὗτος, καὶ ὁ βασιλεὺς ἀσμένως τε τοῦτον ἐδέξατο καὶ ὡς προσῳκειωμένον τῷ γένει καὶ ὡς πάλαι δεσπότην ὠνομασμένον· δοὺς δὲ αὐτῷ χρῆμα καὶ τριήρεις ἓξ περὶ Μεγάλην Βλαχίαν ἀφῆκεν, ὅρκους παρ' αὐτοῦ λαβὼν φρικώδεις, οἷος ἐκεῖνος συνέσεως καὶ ἀγχινοίας πλήρης ὤν. καταλαβὼν οὖν τὸν τῆς ∆ημητριάδος χῶρον ὁ Μανουὴλ κἀκεῖθεν τοῖς μὲν τῶν οἰκείων γραφαῖς παρασημήνας τὴν αὐτοῦ ἔφοδον, τοὺς δὲ ὑποθέλξας ταῖς ὑποσχέσεσιν, οὐ διὰ πολλῶν συνηθροίκει τῶν ἡμερῶν περὶ αὐτὸν στράτευμα, ἦρξέ τε Φαρσάλων καὶ Λαρίσσης καὶ Πλαταμῶνος καὶ τῶν περὶ αὐτά.

Ο Μανουήλ Δούκας δεν άργησε να πεθάνει (1241) και έτσι ο ανιψιός του Μιχαήλ Β' Δούκας κατέλαβε την Θεσσαλία και τοποθέτησε στρατιωτικό ηγεμόνα της τον νόθο του γιο Ιωάννη Α' Δούκα ενώ μετά και τον θάνατο του Ιβαν Άσεν Β' την ίδια χρονιά ο Ιωάννης Βατατζής Γ' εκστράτευσε και κυρίευσε την Θεσσαλονίκη το 1242 φυλακίζοντας τον Θεόδωρο. Ο Βατατζής πεθαίνει το 1254 στο Νυμφαίο και ο υιός του Θεόδωρος Β' Λασκάρης, που ανέλαβε αυτοκράτορας, συμμάχησε πρόσκαιρα με τον Μιχαήλ Β' προσαρτώντας το Δυρράχιο και τα Σέρβια. Πεθαίνοντας τέσσερα χρόνια μετά βαρειά άρρωστος (1258) επίσης στο Νυμφαίο αφήνει διάδοχο τον ανήλικο του γιο Ιωάννη Δ' Λάσκαρη και συναυτοκράτορα του ως κηδεμόνα του τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, μετέπειτα ελευθερωτή της Πόλης. Ο Μιχαήλ Β' Δούκας συμμαχεί με τον Φράγκο πρίγκηπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο και με το Μανφρέδο της Σικελίας για να αντιμετωπίσουν τον Παλαιολόγο. Ο στρατός του Δεσποτάτου της Ηπείρου ενώνεται με τους Λατίνους και τους Βλάχους του Ιωάννη Α' από την Θεσσαλία και κινείται εναντίον των βυζαντινών στρατευμάτων του Ιωάννη Παλαιολόγου, αδελφού του Μιχαήλ Η'. Η καθοριστική μάχη γίνεται στην Πελαγονία το 1259 και η στάση του Ιωάννη Α' που άλλαξε στρατόπεδο τελευταία στιγμή καθόρισε την έκβαση της και την νίκη των Παλαιολόγων. Για όλα αυτά μας πληροφορεί ο Γεώργιος Παχυμέρης. Ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242 – περ. 1310) ήταν λόγιος, θεολόγος, κληρικός, φιλόσοφος, ιστορικός και μαθηματικός με πλούσια εκκλησιαστική και πολιτική δράση και εκτεταμένο συγγραφικό έργο. Οι αναφερόμενοι Μεγαλοβλαχίτες που συμμετείχαν στην μάχη της Πελαγονίας είναι οι Βλάχοι της Θεσσαλίας και για τον Γεώργιο Παχυμέρη ήταν Έλληνες και απόγονοι των ίδιων ανθρώπων που είχαν κάποτε πολεμήσει στο πλευρό του Αχιλλέα. Γεώργιος Παχυμέρης, Μιχαήλ Παλαιολόγος (σελ 83)

εἶχε δὲ καὶ τὸν ἐκ νοθείας υἱὸν Ἰωάννην μετὰ τοῦ οἰκείου λαοῦ, τὰ μέγιστα συναιρόμενον. ἐκεῖνος καὶ γὰρ ἤδη καθ' αὑτὸν τῇ τοῦ Ταρωνᾶ θυγατρὶ συνών, λαὸν ἐξαίρερον ἔχων, δυνατὸς ἦν καὶ μόνος στρατηγεῖν καὶ προσκτᾶσθαι· τοὺς γὰρ τὸ παλαιὸν Ἕλληνας, οὓς Ἀχιλλεὺς ἦγε, Μεγαλοβλαχίτας καλῶν, ἐπεφέρετο, ὥστε μηδ’ ἔξω προβαίνειν εἴα Βερροίας τὸν Παλαιολόγον καὶ μέγαν δομέστικον Ἰωάννην, τὸν Στρατηγόπουλον Ἀλέξιον καὶ τρίτον τὸν ῾Ραοὺλ Ἰωάννην, συχνὰς δυνάμεις περὶ αὐτοὺς ἔχοντας.

Το 1261 απελευθερώνεται η Κωνσταντινούπολη από τον στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο ενώ το 1271 ο Μιχαήλ της Ηπείρου πεθαίνει αφήνοντας το δυτικό τμήμα του Δεσποτάτου στον γιο του Νικηφόρο και την Θεσσαλία στον νόθο Ιωάννη Α' ο οποίος χρησιμοποίησε την μικρή πόλη των Νέων Πατρών (Υπάτης) ως πρωτεύουσα ιδρύοντας το κράτος της Μεγάλης Βλαχίας. Για αυτά μας πληροφορεί και το Χρονικόν του Μορέως. Το «Χρονικόν του Μορέως» είναι έμμετρο έργο ανωνύμου χρονικογράφου του 14ου αιώνα. Αποτελείτε από 9235 στίχους και αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και τέταρτης σταυροφορίας, στην λατινική κυριαρχία της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στην κατάκτηση της Πελοποννήσου και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292. Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Οι στίχοι του είναι γραμμένοι σε δημώδη γλώσσα με αρκετές λέξεις προερχόμενες από το λεξιλόγιο των Φράγκων, σε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό μέτρο. Οι αναφορές στο κείμενο για την γνωστή μας Βλαχία και τους Βλάχους είναι πολλές. Το Χρονικόν του Μορέως (σελ. 45, 47, 64, 109, 132, 151, 153, 156-159, 161, 169, 174, 177, 184, 236, 296, 323, 354, 362, 364) [κείμενο]

Οὐδὲν ἐγλύτωσαν τινές, μόνη ἡ φτωχολογία·
ὅσοι ἠμπορέσαν κ᾿ ἔφυγαν κ᾿ ἦλθαν ἐκ τὴν Βλαχίαν,
οἱ μὲν ἐγλύτωσαν πεζοὶ κ᾿ ἦλθαν εἰς τὸν Μορέαν,
ἄλλους τινὲς ἐπιάσασιν οἱ Βλάχοι στὴν Βλαχίαν,
τοὺς ἄλλους πάλε ἐσκότωσαν κ᾿ ἐρρουχολόγησάν τους.

Στα μέσα του 12ου αιώνα έχουμε μια σημαντική αναφορά για ύπαρξη Βλάχων στην Αιτωλοακαρνανία. Ο Ιωάννης Απόκαυκος (1153-1233) ήταν Βυζαντινός ιερωμένος και λόγιος και διετέλεσε μητροπολίτης Ναυπάκτου (1199-1232). Πέθανε σαν μοναχός στη μονή Κοζύλης στον Αρχάγγελο Πρέβεζας το 1233. Τα φιλολογικά του έργα είναι αξιόλογα. Σώζονται 145 επιστολές σε κληρικούς, λαϊκούς, κρατικούς αξιωματούχους κ. ά., 7 συνοδικά έγγραφα και 29 κείμενα με θέματα από τα συνοδικά δικαστήρια όπου συνήθως προήδρευε. Σώζονται επίσης 4 διοικητικά έγγραφα και 16 επιγράμματα με διάφορα θέματα. Περιστρέφονται γύρω από το «κατ' έθιμον» δίκαιον και παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τον ιδιωτικό βίο στην κυρίως Ελλάδα τον 11ο και 12ο αιώνα. Σε μια από τις επιστολές του το έτος 1222 αναφέρει:

Έφησε γαρ, ως Αυριλιόνης τις, Ρωμαίων άποικος, όνομα Κωνσταντίνος, Βλάχους τούτο το γένος ο καιρός ωνόμασεν άνθρωπος, κατά χρόνον τον πέρυσι, Βλασίαν, την αυτού θυγατέραν, παρθένον ούσαν και νέαν...

Ενώ ο Απόκαυκος και ο επίσκοπος Βόνιτσας (Νικόλαος) συζητούσαν μετά την θεία λειτουργία στο προαύλιο της εκκλησίας στη Βόνιτσα, αντίκρισαν ηλικιωμένο άνθρωπο, που βρισκόταν σε τραγική κατάσταση εξαιτίας των τραυμάτων του. Ο τραυματίας διηγήθηκε ότι ο Αυριλιόνης, βλαχικής καταγωγής, βίασε την κόρη του Βλασία και χτύπησε σε νυχτερινή ενέδρα με την βοήθεια ομοεθνών του τον ίδιο και τον γαμβρό του. Ο Απόκαυκος διαπιστώνει σοβαρότατες σωματικές κακώσεις και περιγράφει τα τραύματα του πληγωμένου. Ο επίσκοπος Νικόλαος παρακίνησε τον κακοποιημένο οικτρά άνθρωπο να εμφανιστεί στον “πρωτοβεστιάριο” και το “μεσάζοντα” του Θεόδωρου Κομνηνού και να γνωστοποιήσει την απάνθρωπη συμπεριφορά του Αυριλιόνη. Ιωάννης Απόκαυκος, Λαμπρόπουλος Κοσμάς, 1988

 

8