Πολιτισμός

Γκεσέμι περιβολιώτικου κοπαδιού στην τοποθεσία "Λα κουπάνιϊ"ΓΕΝΙΚΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ - ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟΥ 

Ο αναγνώστης θα μπορούσε να θέσει το εξής ερώτημα: Τι μας ενδιαφέρει τώρα να μάθουμε για τα τσελιγκάτα και ποια ήταν αυτά, μιας και το θέμα αυτό ανήκει πλέον στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι αξίζει τον κόπο να αναφερθούν και αυτό θα διαπιστωθεί με τα παρακάτω γραφόμενα.
Οι συντεχνίες, ενώσεις δηλαδή που προστατεύουν ένα επάγγελμα, αποτέλεσαν ένα σημαντικό φαινόμενο στην βυζαντινή εποχή και ιδιαίτερα στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο της Τουρκοκρατίας. Τέτοιες «συνεταιρικές» ενώσεις ήταν οι τεκτονικές ενώσεις (χτίστες-μαραγκοί), τα καραβάνια (αγωγιάτες), οι ενώσεις ψαράδων, ορυχείων, ναυτικών κλπ (καθολικό φαινόμενο στην περίοδο της τουρκοκρατίας).
Ειδικότερα, οι κτηνοτρόφοι δημιούργησαν από παλιά ένα είδος άτυπου κτηνοτροφικού ορεινού συνεταιρισμού, το τσελιγκάτο, όπως επικράτησε να λέγεται, οργάνωση που διακρίθηκε για το δυναμισμό και την αντοχή της σχεδόν μέχρι την εποχή μας.

Στη γέννηση του τσελιγκάτου συνέβαλε, μεταξύ άλλων, η αύξηση της νομαδικής κτηνοτροφίας, η ανάγκη των ποιμένων για κοινή χρήση μεγάλων εκτάσεων βοσκοτόπων, η ανασφάλεια που επικρατούσε στην ύπαιθρο, αλλά και η ανυπαρξία πιστωτικών οργανισμών για την εξυπηρέτηση του μεμονωμένου κτηνοτρόφου. Η έρευνα για να μάθει κανείς για τα τσελιγκάτα διευκολύνθηκε γιατί αυτά διατηρήθηκαν μέχρι τον 20ο αιώνα, επομένως οι ερευνητές βρήκαν άφθονο υλικό από αφηγήσεις τσελιγκάδων και βοσκών, αλλά και από επιτόπιά τους επίσκεψη και έρευνα.
Ο συγγραφέας Ν. Κατσαρός στο βιβλίο του «Τα Σαρακατσιάνικα Τσελιγκάτα του Βερμίου», 2009, έκδοση συλλόγου Σαρακατσαναίων Ν. Ημαθίας «Οι Σταυραετοί» στη σελ.32-33, κάνοντας μια ιστορική αναφορά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι ομάδες των βοσκών-κτηνοτρόφων των Μακεδονικών βουνών προ του Φιλίππου του Β΄, αλλά και ύστερα από αυτόν (Ρωμαιοκρατία- Βυζάντιο), είχαν την ίδια μορφή και οργάνωση με τα τσελιγκάτα των τελευταίων αιώνων. Και αυτό συνέβαινε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο (π.χ. Θεσσαλία), στον οποίο οι ομάδες αυτές μετακινούνταν (νομαδική ζωή) λόγω καιρικών και άλλων συνθηκών (βουνά-κάμποι), όπως ακριβώς και μέχρι τα τέλη του 19ου μ.Χ. αιώνα. Πράγματι, εάν διαβάσει κανείς τους αρχαίους συγγραφείς, θα συναντήσει πλείστα παραδείγματα ημινομαδικής, τουλάχιστον, κτηνοτροφικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων από την ομηρική εποχή ακόμα.
Ο συγγραφέας Λ. Αρσενίου («Τα τσελιγκάτα Σαρακατσάνων και Βλάχων», εκδόσεις «έλλα», Λάρισα, 2005) ανάγει την αρχή της ποιμενικής ζωής στους νεολιθικούς χρόνους. Η νομαδική κτηνοτροφική ζωή είναι άγνωστο πότε δημιουργήθηκε, θεωρείται όμως βέβαιο ότι διήρκησε αιώνες. Πάντως η αύξηση προβάτων και ποιμνίων και η αναζήτηση διαβίωσης τους σε δροσερό κλίμα επέφερε τον νομαδικό τρόπο ζωής των κτηνοτρόφων (μισό χρόνο στους κάμπους και μισό χρόνο στα βουνά). Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, ο οποίος ποικίλει σε όρη και πεδιάδες κατά μεγάλο ποσοστό. Παρατηρήθηκε επίσης και κοινή ποιμενική ζωή (πολλά κοπάδια μαζί), όμως, δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η ονομασία αυτού του κοινού ποιμνίου. Οι αρχαίοι Έλληνες τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους τους ονόμαζαν «ποιμένες» («τορπαλιζόμενους ή τροπαλιζόμενους) και η εξελληνισμένη λέξη «τσελιγκάτο» επικράτησε στη πολυεθνική Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η λέξη τσέλιγκας είναι πιθανόν σλαβικής προέλευσης (Α. Κεραμόπουλλος, G. Weigand) και σημαίνει τον ηγέτη της πατριάς (φυλής, γένους).
Κατά τον ειδικό κοινωνιολόγο και αγροτικό οικονομολόγο Κ. Δ. Καραβίδα το σύστημα της νομαδικής κτηνοτροφίας υπήρχε στα Βαλκάνια πριν την έλευση των Σλάβων (6ος μ.Χ. αιώνας). Σύμφωνα με τους ερευνητές, η νομαδική κτηνοτροφία αναπτύχθηκε από τους Έλληνες πολύ πριν το 600 μ.Χ. και απλώθηκε κατόπιν στα Βαλκάνια.
Περιβολιώτες κτηνοτρόφοι στη Βάλια ΚάλνταΚατά τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η νομαδική κτηνοτροφία (Βλάχων και Σαρακατσάνων) αποτελούσε βασικό τροφοδότη της τότε κοινωνίας και η αυτοκρατορία έλαβε μέτρα για την προστασία της με το περίφημο νόμο περί νομής (ρύθμιση βοσκοτόπων προς αποφυγή διαφωνιών ανάμεσα στα τσελιγκάτα). Κατόπιν η Οθωμανική αυτοκρατορία, εκτιμώντας-και αυτή-την μεγάλη οικονομική σημασία των τσελιγκάτων, συνέχισε την ίδια σχεδόν πολιτική.
Το τσελιγκάτο αποτελούσε την βάση της παραδοσιακής ζωής των νομάδων και ημινομάδων κτηνοτρόφων και ήταν μια άτυπη κοινωνική και οικονομική μονάδα- επιχείρηση, με το ζωικό της κεφάλαιο, το ανθρώπινο δυναμικό και τις πρόχειρες ή μόνιμες εγκαταστάσεις του. Ήταν μικρές κοινωνίες αποτελούμενες από 20-50 οικογένειες, βασισμένες στη δομή της πατριαρχικής οικογένειας, όπου ο πατέρας ήταν η κεφαλή. Το τσελιγκάτο θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί σαν ένας οικονομικός αυτάρκης συνεταιρισμός, όπου η τυροκομία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν βασική πηγή εσόδων και όπου ιδιαίτερο γνώρισμά του ήταν η συγγένεια, η οποία όριζε σε μεγάλο βαθμό την οργάνωση των ανθρώπων σε γένη και όχι η εντοπιότητα, όπως συνέβαινε στο μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
Το τσελιγκάτο διαρκούσε όσο χρόνο καθόριζαν τα μέλη του και διαλύονταν επίσης όταν αυτά το αποφάσιζαν. Δεν υπήρχε εποπτεύουσα ή άλλη αρχή που να διατάζει τη σύσταση αυτού του συνεταιρισμού ή να ορίζει τους κανόνες λειτουργίας του. Ήταν μια μονάδα άτυπη γιατί διέπονταν από προφορικούς εθιμικούς κανόνες, οι οποίοι, ωστόσο, ήταν πολύ ισχυροί (καμιά φορά δυνατότεροι από τους γραπτούς κανόνες). Οι κανόνες αποφασίζονταν μεταξύ των ποιμένων, ήταν παραδοσιακοί, μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά και διατηρούνταν αναλλοίωτοι επί αιώνες.
Ο κοινωνικοοικονομικός αυτός θεσμός ίσχυε κυρίως στην παλιά νομαδική και μετακινούμενη κτηνοτροφία (6 μήνες στα χειμαδιά και 6 μήνες στα ξεκαλοκαιριά). Κάθε κτηνοτροφική οικογένεια που μετείχε στο τσελιγκάτο, διατηρούσε όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας στα ζώα της, τα οποία τα ξεχώριζε από τα άλλα και τα «σημάδευε».
Το όνομα του τσελιγκάτου έφερε το επώνυμο της οικογένειας του αρχιτσέλιγκα και επειδή η διαδοχή του γίνονταν συνήθως από τα παιδιά του, υπήρχαν τσελιγκάτα ηλικίας 200 και πλέον ετών που είχαν το ίδιο όνομα. Κοινό ήταν το όνομα του τσελιγκάτου με το όνομα της στάνης
Ο αριθμός και η σύνθεση του τσελιγκάτου εξαρτάται από τον αριθμό των μελών της ευρύτερης οικογένειας του τσέλιγκα, την βοσκοϊκανότητα του λιβαδιού και από τον ίδιο τον τσέλιγκα. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν τα τσελιγκάτα ήταν στην άνθησή τους (πριν τον 20ο αιώνα), υπήρχε στενότητα λιβαδιών και μεγάλος συναγωνισμός (ιδιαίτερα ανάμεσα στους βλαχόφωνους και στους Σαρακατσάνους) στο μίσθωμα των λιβαδιών με αποτέλεσμα αυτό να εξακοντίζεται στα ύψη. Έτσι το τσελιγκάτο, για να είναι δυνατό, αναγκαζόταν να συνεργαστεί περιστασιακά και με μεμονωμένους κτηνοτρόφους ή βοσκούς με δικά τους πρόβατα. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονταν και οι φτωχοί κτηνοτρόφοι, οι οποίοι μάλιστα, εάν δεν είχαν χρήματα, χρηματοδοτούνταν από το τσελιγκάτο χωρίς τόκο και μπορούσαν να επιβιώσουν.
Το τσελιγκάτο έπαιρνε μια μορφή ομαδικής ζωής που εξασφάλιζε την αυτάρκεια, την συνεργασία και την υπεράσπιση με πνεύμα αλληλεγγύης, κοινού συμφέροντος, οικονομίας και εθελοντικής προσφοράς υπηρεσιών από τα μέλη χωρίς αμοιβή (εκτός των μισθωτών βέβαια). Σημαντικό ήταν ότι στο τσελιγκάτο δίνονταν μεγάλη σημασία στις ηθικές αξίες που απέρρεαν από τη αυστηρά διατηρημένη παράδοση των αρχαίων ελληνικών ηθών και εθίμων (και κατόπιν των χριστιανικών). Η νομαδική ζωή στο τσελιγκάτο υπερείχε ηθικοπλαστικά από την αστική ζωή (οικισμοί, πόλεις) και παρέμεινε με τη μορφή που πρωτοπλάστηκε, την πρωτόγονη.

ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ - ΣΤΑΝΗ
Θα μπορούσε να γεννηθεί το εξής ερώτημα: γιατί αυτοί οι νομάδες άνθρωποι στο τσελιγκάτο να ζουν αιώνες σε καλύβες μακριά από τον άλλο κόσμο; Η απάντηση είναι απλή: Ο τρόπος ζωής τους υπερείχε τότε σε βασικά σημεία από τον τρόπο ζωής των κατοίκων της υπαίθρου. Δεν ήταν υποτελείς, ούτε ανήκαν σε κάποιον φεουδάρχη, κατακτητή, μπέη, τσιφλικά, έμεναν σε δροσερά μέρη, είχαν αυτάρκεια και πάνω από όλα ελευθερία, γεγονός που συντέλεσε ώστε από τους κόλπους τους να ξεπηδήσουν ονομαστοί καπετάνιοι και αμέτρητοι αρματολοί.
Όπως έχει αναφερθεί, υπήρχαν πολλές οικογένειες μέσα στο τσελιγκάτο, μια όμως οικογένεια ήταν η ευρύτερη από την οποία αναδεικνυόταν ο τσέλιγκας, ο οποίος ήταν ο αρχηγός. Αυτός έπρεπε να είναι ο αρχηγός της πατριάς, με ηγετικά προσόντα και πατρική συμπεριφορά, να είναι δραστήριος, έξυπνος, δίκαιος, τίμιος, κοινωνικός, μη αυταρχικός και γενικά αποδεκτός ώστε να τον υπακούουν όλοι. Η διαδοχή κατά βάση κληροδοτούνταν στους γιούς του (συνήθως στον πιο ικανό). Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρχαν πολλές φάρες (οικογένειες), όποτε αυτός εκλέγονταν από τους αρχηγούς κάθε φάρας και οι οποίοι μπορούσαν να τον καθαιρέσουν σε περίπτωση που αυτός παρατυπούσε. Επίσης, συνέβαινε να αναλαμβάνει τσέλιγκας και εκείνος που κατά κοινή αναγνώριση ήταν ικανότερος και ας μην είχε τα περισσότερα πρόβατα.
Ο τσέλιγκας είχε τεράστιες ευθύνες, αυτός φρόντιζε για όλα: μοίραζε τα κέρδη, συνεργάζονταν με τους αρχηγούς των οικογενειών και εκπροσωπούσε το τσελιγκάτο στον έξω κόσμο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο αρχαιότερος «μάνατζερ», που επινόησε σύστημα δημοσίων σχέσεων, με δώρα από βούτυρο, τυριά, αρνάκια, τα οποία προσφέρονταν για απόσπαση ευνοϊκών αποφάσεων υπέρ του τσελιγκάτου ή κάλυψη παρανομιών.
Όσον αφορά στα οικονομικά, όλοι κρατούσαν σημειώσεις (τεφτέρια), ήταν ενήμεροι, υπήρχε διαύγεια, η εκκαθάριση γίνονταν δυο φορές το χρόνο (Απρίλης, Οκτώβρης), κατά την οποία κρατούνταν χρήματα για διάφορες ανάγκες (ιατρική περίθαλψη, δικαστικά έξοδα, απόθεμα). Το πλεόνασμα μοιραζόταν στους δικαιούχους και ο τσέλιγκας βέβαια έπαιρνε επιπλέον χρήματα για τις δαπάνες και έξοδα «παραστάσεως». Η τήρηση αυτών των απλών αλλά απαρέγκλιτων κανόνων με πνεύμα τιμιότητας συνετέλεσε στην διαιώνιση του τσελιγκάτου, όπως επίσης και η ελευθερία των ποιμένων να επιλέγουν το τσελιγκάτο ένταξής τους και η αξιοκρατική ανάδειξη κάθε τσέλιγκα. Με λίγα λόγια, ένας καλός και δίκαιος τσέλιγκας δημιουργούσε ένα καλό τσελιγκάτο.
Είναι προφανές ότι ο τσέλιγκας κατείχε τον κυρίαρχο ρόλο, επιτηρούσε την ομαλή κοινωνικο-οικονομική λειτουργία της κοινότητας και όλα τα μέλη όφειλαν να υπακούουν σε αυτόν, τον οποίον σέβονταν λόγω της προσωπικότητάς του. Στην εκκαθάριση επίσης ο τσέλιγκας συζητούσε με τους σμίχτες για σοβαρά θέματα που ανέκυπταν, για τα οποία παίρνονταν από κοινού αποφάσεις. Ουσιαστικά οι σοβαρές αποφάσεις παίρνονταν δημοκρατικά, με συζήτηση, αλλά χωρίς πολυλογίες. Στη συζήτηση αυτή, εάν κάποιος από τα μέλη επιθυμούσε να αποχωρήσει από το τσελιγκάτο, το ανακοίνωνε και η αποχώρηση γινόταν συνήθως φιλικά.
Ο τσέλιγκας διέμενε όπως όλοι οικογενειακώς σε καλύβες, αλλά ήταν απαλλαγμένος από τις εργασίες του ποιμνίου (φύλαξη κοπαδιού, άρμεγμα, τυροκόμιση, κούρεμα ζώων κλπ). Αρκετοί βλαχόφωνοι τσέλιγκες από πολύ νωρίς έμεναν σε σπίτια, στις διπλανές πόλεις ή χωριά. Ο τσέλιγκας αποτελούσε εξέχουσα φυσιογνωμία της ελληνικής υπαίθρου (παρουσιαστικό του, ντύσιμό του, καβάλα στο «μπινέκι»=ωραίο και αρχοντικό άλογο), αποσπούσε τα βλέμματα και τη συμπάθεια όλων και σε αυτόν ο κόσμος έβλεπε την αρχοντιά και την ομορφιά του Έλληνα άνδρα και των παραδόσεων. Θύμιζε το μεγαλείο του ανεπανάληπτου χαμένου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και ήταν μια ζωντανή εικόνα ξεχασμένων θρύλων και παραδόσεων ανυπότακτων αρματολών και καπετάνιων.
Άπαντα τα μέλη του τσελιγκάτου, σμίχτες ή τσομπάνοι, μετείχαν σε όλες τις εργασίες. Επιπλέον μετείχαν βοηθητικά χωρίς αμοιβή στις εργασίες και τα μέλη των οικογενειών τους, γυναίκες και παιδιά, που τις ήξεραν εξίσου καλά.
Η επιχείρηση-τσελιγκάτο λοιπόν είχε επικεφαλής τον τσέλιγκα, κάτω από αυτόν ήταν οι αρχηγοί των οικογενειών (σμιχτάδες) με τα μέλη τους που αναλάμβαναν τις διάφορες δραστηριότητες ανάλογα με τις ικανότητές τους και τέλος οι τσομπάνηδες ή πιστικοί. Υπήρχαν και μεγάλα τσελιγκάτα με 100 και 200 μέλη, που αποτελούσαν ισχυρή παραγωγική μονάδα και είχαν αρχηγό τον αρχιτσέλιγκα.
Η Στάνη, ο οικισμός δηλαδή του τσελιγκάτου, αποτελούνταν από τα κονάκια (καλύβες), τις στρούγκες (μαντριά για το άρμεγμα), τους βοηθητικούς αποθηκευτικούς χώρους, τις ποτίστρες, τα τσαρδάκια (για τον στάλισμα των ζώων), τα μπατζαριά ή μπατζιά ή κασερίες (υπαίθρια τυροκομεία) κλπ. Πάντως, υπήρχε ιεράρχηση και η διάταξη και το μέγεθος των καλυβιών αποκάλυπταν τη δομή αυτών των νομαδικών κοινωνιών. Για παράδειγμα ο τσέλιγκας κατείχε τη μεγαλύτερη καλύβα και στο κέντρο της στάνης.
Σαν γενικό συμπέρασμα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανάπτυξη της κτηνοτροφικής παραγωγής επέβαλε την από κοινού αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων. Γιαυτό οι κτηνοτρόφοι επινόησαν μια ειδική μορφή κοινοπραξίας, το τσελιγκάτο. Η κοινοπραξία αυτή δεν εντοπίζονταν σε κτηνοτρόφους ίσης δυναμικότητας. Κοινοπραξία π.χ. μεγαλοκτηνοτρόφων ήταν απραγματοποίητη, γιατί προκαλούσε έλλειψη των αναγκαίων εργατικών χεριών, που ήταν αδύνατο να εξευρεθούν σε εποχή απουσίας μισθωτών. Κοινοπραξία επίσης φτωχών ποιμένων οδηγούσε στο αντίστροφο: πολλά χέρια λίγα πρόβατα. Έτσι ο μεγαλοκτηνοτρόφος (τσέλιγκας) είχε ανάγκη από σμίχτες και τσομπάνους, όπως και το αντίθετο. Εκείνο όμως που τους συνέδεε άρρηκτα και συντελούσε στη διαιώνιση της κοινής παραγωγικής σχέσης τους, ήταν η δημοκρατία και οι ηθικές αξίες. Χωρίς αυτές ήταν αδύνατο να λειτουργήσει, και πολύ περισσότερο να επιζήσει επί τόσους αιώνες το τσελιγκάτο ως θεσμός.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το τσελιγκάτο υπερείχε του τσιφλικιού (και τα δυο είναι τύποι συνεταιριστικής προσπάθειας) γιατί οι ποιμένες συνεταιρίζονταν ελεύθερα, ενώ στο τσιφλίκι, οι κολίγοι εντάσσονταν αναγκαστικά στην εξουσία του τσιφλικά. Επίσης κατά τον Καραβίδα (ο.π.), «το τσελιγκάτο παρέχει το μεγάλο πλεονέκτημα, ότι, στηριζόμενο εις την προσωπικήν δραστηριότητα των ιδίων αυτού μελών, εξασφαλίζει το κύριον στοιχείον της απεριορίστου υπερεργασίας που προσφέρει έκαστος των συνεταίρων και που αποτελεί την προϋπόθεσιν της επιτυχίας κάθε συστήματος και κάθε επιχειρήσεως οικονομικής».

ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟ: ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΘΕΣΜΟΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ - ΒΛΑΧΩΝ
Σε πρόσφατη εργασία με τίτλο «Το τσελιγκάτο, ένας θεσμός επιτυχούς αυτοδιαχείρισης των κοινών» των Πασχάλη Αρβανιτίδη (επίκουρος καθηγητής Οικονομικών επιστημών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας) και Φωτεινής Νασιώκα (επιστημονικός συνεργάτης του ίδιου πανεπιστημίου) σε γενικές γραμμές συμπεραίνονται τα εξής:
«Ο ιστορικός θεσμός του τσελιγκάτου είχε δώσει λύση στη διαχείριση κοινόκτητων πόρων ή κοινών και στην αποφυγή της «τραγωδίας των κοινών», που συνήθως η κρατικοποίηση και η ιδιωτικοποίηση προκαλούν. Η επιτυχία συνίσταται στην αυτοδιαχείριση ή την κοινοτικοποίηση ως δομή διακυβέρνησης στον θεσμό αυτό. Σημαντικοί παράγοντες, που κατέστησαν δυνατή την εδραίωση του τσελιγκάτου ως αποτελεσματική δομή διαχείρισης για την εποχή του, αποτέλεσαν: Η υψηλή οικονομική εξάρτηση των χρηστών από τον πόρο (στη συγκεκριμένη περίπτωση βοσκότοπος), ο ξεκάθαρος καθορισμός των μελών της ομάδας (τσελιγκάτο), τα σαφώς προσδιορισμένα όρια και βοσκοϊκανότητα του πόρου, τα χαμηλά κόστη διαχείρισής του, η συμμετοχή των χρηστών στον καθορισμό και στην επιβολή κανόνων και κυρώσεων, η δημιουργία απλών κανόνων για τη ρύθμιση της οικειοποίησης, η αξιόπιστη δέσμευση των χρηστών στους θεσμούς, η ευελιξία στη διαμόρφωση των θεσμών, οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί αποκλεισμού μη εξουσιοδοτημένων ατόμων από την οικειοποίηση του πόρου, η κοινωνικο-πολιτισμική ομοιογένεια των χρηστών, και η ύπαρξη ισχυρού θεσμικού και κοινωνικού κεφαλαίου στην περιοχή. […] Με την εργασία αυτή γίνεται εμφανής η αξία τέτοιων παραδοσιακών δομών (τσελιγκάτο) αυτοδιαχείρισης για την μακροχρόνια διατήρηση των κοινών πόρων. Οι θεσμοί που αναπτύχθηκαν στο τσελιγκάτο ήταν μοναδικοί, εκφράζουν τις συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής και δύσκολα μπορούν αυτούσια να μεταφερθούν σε άλλες περιοχές ή να αναπαραχθούν στο χρόνο. Ωστόσο, η εμπειρία που μας κληροδοτούν μπορεί να αποτελέσει μια στέρεη βάση για συζήτηση, σχεδιασμό και υλοποίηση ανάλογων δομών διακυβέρνησης και αυτοδιαχείρισης των κοινών, που φαίνεται να ξεπερνούν σε αποτελεσματικότητα τις απλουστευτικές και στείρες πρακτικές της κρατικοποίησης και της ιδιωτικοποίησης».
Όπως ειπώθηκε στην αρχή του κεφαλαίου, θα επισημάνουμε τις διαφορές του θεσμού του τσελιγκάτου ανάμεσα στους Βλάχους και τους Σαρακατσάνους. Η πρώτη σημαντική διαφορά έγκειται στο ότι οι Σαρακατσάνοι είναι μόνο ελληνόφωνοι, ενώ οι Βλάχοι έχουν και το λατινόφωνό τους ιδίωμα στην οικογενειακή τους ζωή. Οι Σαρακατσάνοι δεν έκτιζαν σπίτια. Είχαν τη φιλοσοφία του απλού και απέρριπταν οτιδήποτε το περιττό. Ο οικισμός του τσελιγκάτου αποτελούνταν από καλύβες (κονάκια) που τις έφτιαχναν οι ίδιοι έτσι ώστε να αντέχουν στις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Η νομαδική ζωή των Σαρακατσάνων με τις συνήθειές της φαίνεται να χάνεται στα βάθη των αιώνων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Αρσενίου που αναφέραμε προηγούμενα, και οι Βλάχοι είχαν την ίδια με τους Σαρακατσάνους νομαδική ζωή, αλλά όπως δείχνουν τα πράγματα ιστορικά, οι πρώτοι επί ρωμαιοκρατίας λατινοφώνησαν κατά τη συναλλαγή τους με τους Ρωμαίους (οδοφύλακες, οροφύλακες σε κεντρικές οδικές αρτηρίες και δερβένια). Έτσι, ελληνόφωνοι πριν το 150 π.Χ. έγιναν βλαχόφωνοι μέσα σε πέντε περίπου αιώνες. Άρα οι Βλάχοι ποιμένες, κατά τον Αρσενίου, το πιθανότερο είναι να προέρχονται και αυτοί από νεολιθικές πατριές (εξημέρωση προβάτου), όπως και οι Σαρακατσάνοι.
Η αρχική νομαδική και κτηνοτροφική ζωή αμφοτέρων (Σαρακατσάνων- Βλάχων) είναι κοινή με τη διαφορά ότι σταδιακά οι Βλάχοι άρχισαν να κτίζουν σπίτια και εντάχθηκαν στην κοινωνία των οικισμών, ενώ οι Σαρακατσάνοι παρέμειναν μέχρι τελευταία (αρχές 20ου αιώνα) στον καθαρό νομαδικό τρόπο ζωής (καλύβες χειμώνα-καλοκαίρι και πρωτόγονο τρόπο ζωής με τους δικούς της νόμους και χωρίς εξωτερικές επιδράσεις).
Είναι περιττό να αναφέρει κανείς τον μεγάλο αριθμό των πόλεων και χωριών που ίδρυσαν οι βλαχόφωνοι και αυτό είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο. Πάντως, οι πόλεις και τα χωριά αυτά δημιουργήθηκαν από ενώσεις τσελιγκάτων και διάσπαρτων οικογενειακών οικισμών (ημινομάδες). Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους Άγγλους αρχαιολόγους Wace & Thompson η Σαμαρίνα ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο και έφθασε στο σημείο τον 18ο αιώνα να έχει 15.000 ψυχές, 18 τσελιγκάτα, τα οποία διαχείμαζαν στη Θεσσαλία και Μακεδονία. Μάλιστα έχουμε και εδραίους οικισμούς βλαχοφώνων (π.χ. χωριά ορεινής Καλαμπάκας), όπου δεν υφίσταται για πολύ καιρό ο ημινομαδικός τρόπος ζωής.
Ο συγγραφέας Α. Κουκούδης θεωρεί ότι, ναι μεν οι Βλάχοι ανέπτυξαν την κτηνοτροφία και τον νομαδισμό ή ημινομαδισμό (ιδιαίτερα στην εποχή της Τουρκοκρατίας), στη διάρκεια, όμως, όλων των αιώνων είχαν την τάση για μόνιμη εγκατάσταση και για άλλες μορφές οικονομίας, σε αντίθεση με τους Σαρακατσάνους που ήταν απόλυτα νομάδες.
Οι Σαρακατσάνοι έστηναν συνήθως θολωτές καλύβες, ενώ οι Βλάχοι συνήθως τετράπλευρες καλύβες. Οι μεγαλοτσελιγκάδες Βλάχοι δεν έμεναν στο κονάκι, όπως οι Σαρακατσάνοι αλλά σε καλαίσθητα σπίτια, είτε ήταν στα χειμαδιά, είτε στο βουνό το καλοκαίρι. Αργότερα μάλιστα όλοι οι βλαχόφωνοι που συμμετείχαν σε τσελιγκάτο διέμεναν σε σπίτια (χειμώνα-καλοκαίρι), ενώ οι Σαρακατσάνοι άργησαν πολύ να το κάνουν. Ακόμα και τώρα υπάρχουν σαρακατσάνικες οικογένειες που ξεκαλοκαιριάζουν σε καλύβες.
Για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους και οι δυο πληθυσμιακές ομάδες (Βλάχοι, Σαρακατσάνοι) είχαν αποκτήσει όπλα και είχαν εξασκήσει τα μέλη τους σε αυτά. Τα βλάχικα τσελιγκάτα, που ήταν τα μεγαλύτερα, διατηρούσαν περισσότερα όπλα και προκαλούσαν το δέος από όπου περνούσαν κατά τη μετακίνησή τους (αρχές 1800, Ν. Κασομούλης). Άλλωστε, οι Βλάχοι ήταν πολυπληθέστεροι από τους Σαρακατσάνους.
Μια σημαντική διαφορά στην διάπλαση της κοινωνικής ζωής ανάμεσα στους Βλάχους και Σαρακατσάνους νομαδοκτηνοτρόφους ήταν η ιδιοκτησία. Το αίσθημα της ιδιοκτησίας οι βλαχόφωνοι το είχαν εντονότερο, οριοθετούσαν τους βοσκότοπους, τους έκαμαν δικούς τους και δεν δέχονταν να κάνουν μέλη του τσελιγκάτου άλλους ποιμένες, για να μην αποκτήσουν δικαίωμα στην ιδιοκτησία του βοσκότοπου. Εάν έπαιρναν ποιμένες, τότε αυτοί αναγκάζονταν να πληρώσουν στον τσέλιγκα κάποιο ενοίκιο βοσκής. Επίσης το τσελιγκάτο, εάν είχε πολλά πρόβατα για να μη βάλει άλλους ποιμένες στη δύναμή του, προσλάμβανε ως έμμισθους τσομπάνους αγρότες, που δεν διέθεταν δικά τους πρόβατα.
Κατά αυτόν τον τρόπο το τσελιγκάτο έχασε την απλή του μορφή (παραδοσιακοί κανόνες, επάρκεια, «ευ ζην») και λειτουργούσε με τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς και της απληστίας για πλουτισμό. Έτσι με την ιδιοκτησία δυστυχώς εισήλθαν στη ζωή τους συνήθειες ξένες από τις παραδοσιακές και πανάρχαιες. Συνήθειες κακές, όπως εκμετάλλευση της εργασίας των απλών τσομπάνηδων, απάνθρωπη καταπίεση, τσακωμοί, μαχαιρώματα, κλοπές κλπ. Αυτές οι συνήθειες δεν είναι εγγενείς των βλαχοφώνων, αλλά επίκτητες και δεν σημαίνει ότι στο σύνολο τους αυτοί ήταν κακοί έναντι των υπολοίπων Ελλήνων. Δυστυχώς η ιδιοκτησία δημιουργεί τέτοιου είδους κακές συνήθειες σε όλους τους ανθρώπους.
Το τσελιγκάτο αυτού του τύπου αποτέλεσε έτσι οικονομική μονάδα με κανόνες αγοράς, όπως είπαμε, συνεπώς αυξήθηκε το μέγεθος των βλάχικων τσελιγκάτων. Αυτά τα τσελιγκάτα αναγκάστηκαν να προσφέρουν εργασία σε ανέργους των χωριών, να διατηρούν αγέλες από μουλάρια και άλογα για τις μετακινήσεις τους και να αποτελούν φυτώρια πληθώρας ειδικευμένων επαγγελμάτων Τα κυριότερα επαγγέλματα, εκτός του κτηνοτρόφου, ήταν: Χασάπηδες, εκδορείς, τυροκόμοι, ξυλέμποροι, μαραγκοί, καρεκλοποιοί, ράφτες, σαμαράδες, τσαγκάρηδες κλπ. Έτσι τα βλάχικα τσελιγκάτα αποτέλεσαν πυρήνα προσφοράς και δημιουργίας εργασίας και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πολλά επαγγέλματα πέρασαν στα χέρια των βλαχοφώνων (αγωγιάτες, χαντζήδες, βιοτέχνες, έμποροι, πραματευτάδες, αργυροχρυσοχόιοι, ωρολογοποιοί, ζαχαροπλάστες, μαχαιροποιοί, υφαντουργοί, και γενικά οποιοδήποτε επάγγελμα ήταν προσοδοφόρο). Είναι γνωστό το γεγονός ότι με τα επαγγέλματα αυτά (ιδιαίτερα του εμπόρου) οι Βλάχοι κατέφθασαν σε όλες τις πόλεις του τότε γνωστού κόσμου, απέκτησαν τεράστιες περιουσίες και έγιναν οι μεγάλοι ευεργέτες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ, ΣΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από τους νομάδες Σαρακατσάνους και Βλάχους, υπήρχαν και άλλοι Έλληνες που συγκροτούσαν τσελιγκάτα, «οι νομαδίζοντες χωρικοί», όπως τους ονομάζει ο Συράκης. Για παράδειγμα το τσελιγκάτο της πατριάς Σίμου Μπακάλη στη Θεσσαλία, που διασώθηκε μέχρι την εποχή μας.
Το τσελιγκάτα διατηρήθηκαν ανά τους αιώνες παρ' όλες τις πολεμικές αναστατώσεις και τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, επίσης στον ελληνικό χώρο διαδραμάτισαν και έναν επιπλέον ρόλο: υπήρξαν στήριγμα του ένοπλου αγώνα σε όλες τις δοκιμασίες του έθνους, και κυρίως στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τα τσελιγκάτα διατηρούσαν στους κόλπους τους το ανυπότακτο πνεύμα. Πρόσφεραν οπλαρχηγούς, παλικάρια, περίθαλψη, πληροφορίες, εφόδια, και γενικά όλες εκείνες τις υπηρεσίες που εξασφαλίζει σε τακτικό στρατό το εκάστοτε οργανωμένο κράτος, χωρίς να ανατεθεί σε αυτά τέτοια αποστολή από κανέναν. Για τον ελληνισμό, λοιπόν, το τσελιγκάτο υπήρξε στήριγμα στις δοκιμασίες του και στις πολεμικές περιπέτειες. Μ' αυτήν την δεύτερη ιδιότητά του το τσελιγκάτο κατατάσσεται στα συλλογικά εκείνα όργανα που στήριξαν τον ελληνισμό στον μεγάλο του αγώνα. Οι ναοί, τα μοναστήρια, τα «κρυφά» ή φανερά σχολεία, οι δημογεροντίες στα χωριά, οι συντεχνίες στις πόλεις, τα αρματολίκια στα βουνά είναι μερικά από τα όργανα που είχε στη διάθεσή του ο ελληνισμός για την σφυρηλάτηση των εθνικών δυνάμεων στη διάρκεια της μακράς δουλείας του. Σ' αυτά πρέπει να τοποθετηθεί και το τσελιγκάτο (Βλάχων, Σαρακατσάνων και υπολοίπων Ελλήνων).
Είναι φυσικό η νομαδική ζωή και το τσελιγκάτο να περάσουν από διάφορα στάδια (κλειστή οικονομία-εμπορευματική παραγωγή). Ιδιαίτερα στο στάδιο της εμπορευματικής παραγωγής το τσελιγκάτο έφθασε στην μεγαλύτερή του ακμή. Αρχίζει, όμως, να γίνεται μόνιμη εγκατάσταση αρκετών κτηνοτρόφων (πρώτα βλαχοφώνων και μετέπειτα Σαρακατσάνων) από τα ορεινά, στις πεδιάδες. Έτσι αυτοί από νομάδες κτηνοτρόφοι, που ήταν, σταδιακά γίνονται γεωργοί-κτηνοτρόφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, υπάλληλοι, επιστήμονες. 
Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του «21 και με την προοδευτική απελευθέρωση της χώρας, το 1870  η κτηνοτροφία δέχεται ισχυρό πλήγμα με τη μείωση αιγοπροβάτων ένεκα της αύξησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Μείωση των βοσκοτόπων συντελέστηκε και με τη μετανάστευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1922, όταν έγιναν απαλλοτριώσεις μεγάλων ιδιοκτησιών, για να τους δοθεί γη. Η παρακμή και η σταδιακή εξαφάνιση του τσελιγκάτου έγινε με την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών (1917- 1925) και την συνακόλουθη εντατικοποίηση των καλλιεργειών. Η διοικητική αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους (1938) υποχρέωσε με νόμο όλους τους νομάδες να εγγραφούν στα δημοτολόγια, με συνέπεια να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Έτσι, ήρθαν σε επαφή με αξίες διαφορετικές από τις δικές τους και έγιναν φορείς αλλαγών. Αγόρασαν θερινά ή χειμερινά λιβάδια για την εξασφάλιση της κτηνοτροφίας προκειμένου να αποκτήσουν μόνιμη διαμονή. Οι συζυγικές οικογένειες αυτονομήθηκαν αγοράζοντας γη, και απελευθερώθηκαν από τον οικονομικό συνεταιρισμό του τσελιγκάτου. Το σύστημα παραγωγής μεταβλήθηκε με αποτέλεσμα, να γίνει παράλληλα στροφή και στη γεωργία (ιδιαίτερα από τους Σαρακατσάνους-Θεσσαλία). Όπως ήταν φυσικό άλλαξε η φυσιογνωμία του αρχηγού της οικογένειας με αυτήν του εκμεταλλευτή-επιχειρηματία. Οι παραδοσιακές γνώσεις αντικαταστάθηκαν από τις νέες τεχνικές και τα παιδιά υποχρεώθηκαν να πάνε στα σχολεία. Σταδιακά οι Σαρακατσάνοι εγκατέλειψαν τα στοιχεία της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας, ωστόσο ο νομαδισμός συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 70.
Ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1950, η πολιτική των χαμηλών τιμών των αγροτικών προϊόντων έπληξε την νομαδική κτηνοτροφία. Η αντιαγροτική πολιτική και ο βίαιος εκσυγχρονισμός διέλυσε τον ιστό της ορεινής κοινωνίας. Τα κοπάδια αντικαταστάθηκαν από «μονάδες» (με χιλιάδες ζώα με μαζική παραγωγή σε κρέας και σε γάλα), έπεσε η ποιότητα τα ελληνικού κρέατος (ειδικές εισαγόμενες τροφές κλπ). Η κατάσταση αυτή προκάλεσε τέτοιες πληθυσμιακές αναστατώσεις, ώστε εκατομμύρια ορεινών κατοίκων μεταβλήθηκαν σε πρόσφυγες και μετανάστες μέσα στην πατρίδα τους. Η δήθεν ορθολογική αλλά ουσιαστικά στρεβλή ανάπτυξη των πόλεων (μαγαζιά: εμπορικά, χασάπικα, ταβέρνες και άλλα παρεμφερή) με την συνακόλουθη μη αξιοποίηση των πηγών πλούτου της παραδοσιακής ορεινής οικονομίας, επιβάρυνε αφάνταστα την εθνική οικονομία και τον ελληνικό λαό.
Κανένας φυσικά δεν υποστηρίζει ότι έπρεπε τα τσελιγκάτα να διατηρηθούν στην αρχέγονή τους μορφή. Επιβάλλονταν, όμως, να εκσυγχρονιστούν σταδιακά. Αυτό που συνέβη ήταν μια βίαιη διάλυση τους με το πρόσχημα του «εκσυγχρονισμού» και της ευθυγράμμισης με τα ισχύοντα στην Ευρώπη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και των ευρωπαϊκών χωρών.
Με λίγα λόγια, στην περίπτωση του τσελιγκάτου δεν έγινε μια σύγχρονη κτηνοτροφική-βιομηχανική εκμετάλλευση και ανάπτυξη, εφαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα, με απελευθέρωση των τιμών, τον ανταγωνισμό και με όλα τα μέτρα που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της αστικής οικονομίας. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκε η αστυνόμευση των τιμών με αγορανομικές διατάξεις φεουδαρχικής οικονομίας (μεσάζοντες, διαφθορά, διαπλοκή) και με την πολιτική των τιμών των κτηνοτροφικών προϊόντων κάτω του κόστους, που είχε βαρύτατες συνέπειες στην εθνική οικονομία. Έτσι οι περισσότεροι νομαδοκτηνοτρόφοι (Σαρακατσάνοι, Βλάχοι, Κουπατσαραίοι, Αρβανιτόβλαχοι και οι υπόλοιποι ορεισίβιοι Έλληνες) μεταβλήθηκαν αναγκαστικά και βίαια από πλάνητες ποιμένες σε αγρότες και κατοίκους χωριών, με μια συνακόλουθη αστική εξέλιξη (σύγχρονα επαγγέλματα, επίδοση στις τέχνες, τα γράμματα κλπ).
Στην σημερινή εποχή, δεν υπάρχει το τσελιγκάτο, έτσι όπως μεγαλούργησε στις δυο κύριες πληθυσμιακές ομάδες της ορεινής Ελλάδας, τους Βλάχους και τους Σαρακατσάνους. Το μόνο που έχει απομείνει είναι να βλέπουμε ελάχιστα κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών να βρίσκονται στους ελληνικούς κάμπους (χειμαδιά) και βουνά (ξεκαλοκαίριασμα). Το ίδιο συμβαίνει και στο Ημαθιώτικο Βέρμιο. Τόσο τα σαρακατσάνικα τσελιγκάτα (ο συγγραφέας Ν. Κατσαρός αναφέρει 28 τσελιγκάτα στο βιβλίο του), όσο και τα βλάχικα τσελιγκάτα Κάτω Βερμίου (Σελίου), Άνω Βερμίου, Ξηρολιβάδου, Κουμαριάς κλπ αποτελούν πλέον παρελθόν και το τέλος μιας εποχής, αφήνοντας μια γλυκιά γεύση νοσταλγίας για την πολύχρονη αίγλη, την οικονομική αυτάρκεια, την ακμή τους και την επιτυχή οικονομική αυτοδιαχείριση των κοινών (ένα παράδειγμα προς μίμηση), αλλά και μια ταυτόχρονη αίσθηση πικρίας για την βίαιη διάλυσή τους.

 

Ιωάννης Τσιαμήτρος
Εκπαιδευτικός – Χοροδιδάσκαλος
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» της Βέροιας

 

Βιβλιογραφία:

-«Τα Τσελιγκάτα Σαρακατσάνων και Βλάχων», Λαζάρου Αρσ. Αρσενίου, εκδόσεις «έλλα», Λάρισα 2005.
-«Τα Τσελιγκάτα των Σαρακατσιάνων στο Βέρμιο», Ν. Κατσαρός.
-«Το Τσελιγκάτο: Ένας θεσμός επιτυχούς αυτοδιαχείρισης των κοινών», Πασχάλης Αρβανιτίδης, επίκουρος καθηγητής Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και Φωτεινή Νασιώκα, επιστημονικός συνεργάτης στο ίδιο τμήμα.
-«Αγροτικά» Καραβίδα Κ.Δ., εκτύπωση Εθνικού Τυπογραφείου 1931, φωτοτυπική επανέκδοση Παπαζήση Αθήνα
-«Οι Σαρακατσάνοι», Καβαδία Γ. Δ. έκδοση Λούση Μπραζιώτη, Αθήνα
- «Νομάδες των Βαλκανίων», Wace & Thompson, εκδόσεις Αφων Κυριακίδη, Θες/νίκη 1989.
Ο Κτηνοτροφικός νομαδισμός των Βλάχων», Αστέριος Κουκούδης 19-11-2000, Ομιλία στο Σύλλογο Σαμαριναίων Θεσσαλονίκης.

 

8