| Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας |
| 08.09.08 | |
|
Εισαγωγή Πρέβεζα και Συρράκο. Πρεβεζάνοι και Συρρακιώτες. Δυο λέξεις, δυο περιοχές που φωτίζουν την Ήπειρο και την Ελλάδα στο διάβα των χρόνων και η μια περιέχει και περιέχεται στην άλλη. Η Πρέβεζα, το λιμάνι, είσοδος και έξοδος για την ευλογημένη μα και πολύπαθη γωνιά της Ελλάδας, την Ήπειρο. Μα και ο τόπος. Η εύφορη γη και η θάλασσα με τα καλά της. Και οι Συρρακιώτες. «Κτηνοτρόφοι» και «Ραφτάδες» μιας κωμόπολης και ενός χωριού που η ανάγκη μα και το «είναι» τους, τους έκανε συχνά να ταξιδεύουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σαν τα ταξιδιάρικα πουλιά να ξαναγυρίσουν όταν θα ξανάρχονταν η ώρα. Ανάβοντας το κεράκι, στον Προστάτη τους, τον Άγιο των Ταξιδευτάδων, στον Αϊ Νικόλα τους εκεί στο μεσοχώρι του Συρράκου, παίρναν το βιος και τα πολυάριθμα κοπάδια τους να τα ξεχειμωνιάσουν σε λιβάδια της Άρτας, των Γιαννίνων, της Φιλιππιάδας, της Αιτολωακαρνανίας, μα ιδίως σε αυτά της Πρέβεζας, της Λάμαρης (που, ώσπου να έρθουν οι πρόσφυγες μετά την μικρασιατική καταστροφή, κατοικούνταν αποκλειστικά από Συρρακιώτες κτηνοτρόφους) και του Ακτίου (της Μπούντας). Παίρναν και τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον αυστηρά δομημένο τρόπο ζωής τους μαζί και τα φύλαγαν σαν τα μάτια τους γιατί ήταν ο συνδετικός κρίκος με την πατρογονική γη και αυτά που θα αποτελούσαν το διαβατήριό τους όταν θα ξαναγύριζαν. Τότε, που σαν έπιανε για τα καλά η Άνοιξη, ζωντανά και άνθρωποι άρχιζαν να κοιτούν επίμονα στον ορίζοντα προς την κατεύθυνση του Συρράκου, σαν μια απροσδιόριστη δύναμη να τους έλεγε ότι είχε ξανάρθει η ώρα για τον γυρισμό. Ένας μαγνήτης που λες και ενεργοποιούνταν ξαφνικά συγκεκριμένες μέρες του χρόνου. Και όταν η ζωή τα έφερε έτσι, σταμάτησαν αυτόν τον αέναο κύκλο και ρίζωσαν στον τόπο του χειμώνα. Και μέσα από δυσκολίες και κακουχίες, πρόκοψαν και δέθηκαν με τον τόπο και τους συνανθρώπους που τον κατοικούσαν μόνιμα ως τότε ή ήρθαν σαν και αυτούς αργότερα στην Πρεβεζάνικη γη. Φτάνει κανείς να παρατηρήσει τις φωτογραφίες των Συρρακιωτών της Πρέβεζας του περασμένου αιώνα και να δει πίσω από τα σοβαρά πρόσωπα με τα λεπτά και έντονα χαρακτηριστικά, εκείνο το χαρακτηριστικό βλέμμα με την έκδηλη αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες και αφού επιβιώσουν, να προκόψουν και να προσφέρουν στον καινούριο τόπο. Και τα παιδιά τους ξεκίνησαν μια διαφορετική ζωή εκεί, με κυριότερο χρονικό διάστημα των αλλαγών τον 20ο αιώνα, αλλάζοντας σταδιακά τον τρόπο από αυτό των γονιών, προσαρμοζόμενοι στις εξελίξεις και στα νέα δεδομένα. Άλλαξαν σταδιακά πολλά από τα επαγγέλματα που ασχολούνταν οι γονείς τους, τον τόπο και τον τρόπο που στέγαζαν τις οικογένειες και το βιος τους. Και έκαναν οικισμούς με δικό τους στοιχείο να κυριαρχεί στο Μπαχλάβα, στην Ανάληψη, στο Πετρίτσι, την Ταράνα, την Αγιά Τριάδα, τον Άϊ Θωμά και αλλού. Κράτησαν όμως τον τρόπο ζωής με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, την αυστηρή πατριαρχική δομή της οικογένειας, στηριζόμενοι όμως στην αξία της μάνας για τη διατήρηση της οικογενειακής συνοχής, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, το λατινογενές προφορικό γλωσσικό ιδίωμα- τα «βλάχικα»- μαζί με την ελληνική γλώσσα, την ανάγκη να ζουν κοντά και να αλληλοϋποστηρίζονται, να εκκλησιάζονται, να εργάζονται, να γλεντούν, να γιορτάζουν, να παντρεύονται μαζί. Αυτό που όμως αποτελεί σήμερα τον κυριότερο συνδετικό κρίκο με το παρελθόν τους, είναι η μουσικοχορευτική τους κληρονομιά. Μέσα από αυτή μπορείς και σήμερα να δεις, αλλά και να νοιώσεις, πολλά από τα σημάδια που οριοθέτησαν το σημαντικό, μα με πολλές δυσκολίες παρελθόν, αλλά και να συμπεράνεις αρκετά για το παρόν και το μέλλον τους. Και φυσικά δεν είναι εύκολο να ειδωθεί αυτό το στοιχείο ξέχωρα από τα άλλα της ζωής που το δημιούργησαν, το διαμόρφωσαν και το διατήρησαν. Την ιστορία του χωριού και το λαμπρό παρελθόν, τις κοινωνικές τάξεις, της συνθήκες ζωής, το κλίμα, το έδαφος και την φορεσιά στο παλιότερο και καινούριο περιβάλλον, τους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, πολιτικούς παράγοντες κ.α που επηρέαζαν και διαμόρφωναν τη ζωή στο Συρράκο και την Πρέβεζα και συντηρούσαν, διαμορφώνοντας παράλληλα, την Παράδοσή τους. Πράγματα σαν αυτά που θυμάμαι, που μου είπαν και διάβασα. Και που μπορούν σε λίγες γραμμές να δώσουν επιγραμματικά το στίγμα αυτού του καιρού, αυτού του κόσμου. Στιγμές που ανήκουν στην αγροτική κοινωνία, μιας και αυτή κατά κύριο λόγο, διαμορφώνει την Κληρονομιά αυτή. Σαν Συρρακιώτης, από γονείς που έζησαν για χρόνια στην Πρέβεζα και με τους μισούς μου συγγενείς να διαμένουν εκεί και σήμερα και ζώντας σχεδόν τρεις- τέσσερις μήνες κάθε χρόνο μαζί τους, θυμάμαι τέτοιες στιγμές. Και δίνοντας μια στον τροχό του Χρόνου προς τα πίσω, έρχονται στο νου τέτοιες θύμησες. Θυμάμαι πρώτα από όλα εκείνο τον δρόμο που έφτανε στο σπίτι της γιαγιάς μου της Όλγας Μπάσμπαινας, που δεν ξέρω αν ζωγράφος θα μπορούσε να τον αποτυπώσει. Στον Ελαιώνα των Συρρακιωτών, εκεί δίπλα από το «σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος- τι αντίθεση!», μια ευθεία διακοσίων μέτρων σαν σε τούνελ από αιωνόβιες ελιές και ένα λεπτό καφετί χώμα με χορτάρια δεξιά και αριστερά, λες και σε οδηγούσε στον παράδεισο. Και ελιές, ελιές, ελιές όπου και αν γύριζες το μάτι. Πανέμορφες, ψηλές, δυνατές, γεμάτες καρπό που μαύριζε τα δάχτυλά μας όταν τον μαζεύαμε για να τον πάμε στο λιοτρίβι με εκείνη την παράξενη μυρωδιά που όμως ξέραμε ότι θα φέρει τα χρήματα στους δικούς μας και την προκοπή. Θυμάμαι μετά τα θερμοκήπια, τα «τόλ», με τις ντομάτες και τα κηπευτικά. Το φτιάξιμό τους με τα ημικυκλικά σίδερα και το νάιλον, το φύτεμα, τα καλάμια για το στήριγμα του φυτού, το άναμμα της γκαζιέρας το χειμώνα στην παγωνιά και τέλος την γιορτή όταν όλο το σόι μαζεύονταν για να μαζέψει τον καρπό, να τον διαχωρίσει, να τον βάλει με τάξη στα τελάρα και να τον πουλήσει στον έμπορο. Θυμάμαι μετά, τα περιβόλια με τις πορτοκαλιές, τις μανταρινιές και τις λεμονιές. Θυμάμαι και τα κοπάδια στον «Αέρα» του Ελαιώνα, στον «Ασύρματο» δίπλα στα αρχαία της Νικόπολης και αλλού, απομεινάρια ενός διαφορετικού παρελθόντος, αλλά και τα λίγα πρόβατα και κατσίκες σε πολλά σπίτι για να το θυμίζουν. Θυμάμαι τις βόλτες για να μάθουμε ποδήλατο, ως την Αγία Φανερωμένη, το σύμβολο και το σημείο αναφοράς της συνοχής των Συρρακιωτών. Και τα ποδήλατα, τα πολλά ποδήλατα της Πρέβεζας, που πολλές φορές με αυτά πηγαίναμε κρυφά να δούμε την ατελείωτη πάνω κάτω βόλτα των ανθρώπων στην παραλία της πόλης. Και μετά έρχονται στο νου μου οι άνθρωποι. Η γιαγιά μου, 100 χρονών σήμερα στον Ελαιώνα, να μου μιλάει για έναν αιώνα ζωής Συρρακιωτών στην Πρέβεζα, από τότε που ανεβοκατέβαιναν στο χωριό, μέχρι τον απίστευτο αγώνα να ριζώσουν μόνιμα στον καινούριο τόπο. Και να με συμβουλεύει, σταλάζοντας την σωρευμένη πείρα και την αληθινή σοφία από μια γενιά που ακούγοντάς την, λες ότι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν σε έναν άλλο κόσμο. Λες και βλέπεις ταινία, γιατί ήταν πραγματικά, ένας άλλος κόσμος. Και να μιλά χωρίς μοιρολατρία. Γιατί πως μπορεί να μοιρολατρεί κάποιος που έστηνε και ξανάστηνε τη ζωή από την αρχή κάθε λίγο και βγήκε νικητής. Αυτοί οι άνθρωποι μόνο μηνύματα ζωής και αισιοδοξίας μπορούν να δώσουν για τις επόμενες γενιές και τη συμβουλή για εντιμότητα, συνύπαρξη και διαρκή αγώνα για κατάκτηση των στόχων, μικρότερων και μεγαλύτερων. Το διαβατήριο του παππού μου για την Ιταλία, σαν τυροκόμος, στα μέσα του 20ου αιώνα, τότε που οι Συρρακιώτες ήταν περιζήτητοι και για αυτή την τέχνη και εκτός της ενασχόλησης στην Πρέβεζα και την Ελλάδα, έφευγαν για μήνες να κάνουν το ίδιο και στο εξωτερικό. Την θεία μου τη Βαγιούλα να μας φιλοξενεί στην αχυρένια περίτεχνα στημένη καλύβα, πριν όλοι φτιάξουν σπίτια, που παραξενευόσουν πως είναι δυνατό να χωράνε και να ζουν τόσοι άνθρωποι σε τόσα τετραγωνικά, μαζί με το νοικοκυριό τους. Και την μυρωδιά της τηγανίτας και του φρέσκου γάλατος το πρωί να σε ξυπνάει, γιατί ο μουσαφίρης, όποιος και αν ήταν αυτός, ήταν και είναι ιερός. Θυμάμαι τη μητέρα μου, την Ελένη, και όλες τις γυναίκες του σογιού, να πλένουν το μαλλί, να το γνέθουν, να το βάφουν, να το «ιδιάζουν», να το περνούν στον αργαλειό και να υφαίνουν, με τις ώρες, με τις μέρες. Και να τελειώνουν οι «φλοκιαστές», οι «στρώσες», οι «μπάντες», και όλα τα άλλα που κοιτώντας τα να μην μπορείς να πιστέψεις πως ανθρώπινα χέρια μπορεί να έφτιαξαν έτσι τα σχέδια σαν να τα ζωγράφισαν με πινέλο και με ένα τρόπο που θα ήταν από τα πιο δύσκολα μαθήματα σήμερα σε σχολές. Και πόσο παράξενο ήταν το ότι όλες ένοιωθαν ότι έπρεπε να δουλέψουν στον αργαλειό, στο κέντημα και το πλέξιμο και ας κουράζονταν τόσο. Άγραφος κανόνας, όπως τόσοι και τόσοι. Να φτιάχνουν τις περίφημες Συρρακιώτικες πίττες και να χρησιμοποιούν τη γάστρα δημιουργώντας φαγητά που δύσκολα τη νοστιμιά τους θα τη βρεις σήμερα. Και μετά οι γάμοι με την μοναδική διάρθρωση, τα προκαθορισμένα στάδια και την ιεροτελεστία. Στήναμε τις τέντες, με τις μαντανίες στις πλάτες για την μεταμεσονύκτια υγρασία, τα ξύλινα τραπέζια, τις καρό ποδιές που μας φορούσαν για να βοηθήσουμε, τα καζάνια, τα συγκεκριμένα φαγητά, τα όργανα και ιδίως τα ηλεκτρόφωνα. Τα γλέντια στη νύφη το Σάββατο και στο γαμπρό την Κυριακή. Και γλέντια να δουν τα μάτια. Δυό και τρεις σειρές χορευτών και χορός ως το πρωί. Και για μέρες. Τα βαριά τα τσάμικα, είναι και πιο κοντά στο Ξηρόμερο που είναι επηρεασμένα τα Συρρακιώτικα, και εκείνους τους ωραίους βλάχους με το τσιγκελωτό μουστάκι που χόρευαν «στον τόπο» και αναρωτιόσουν πως είναι δυνατό να χορεύει το σώμα, χωρίς να χορεύει. Και τους άλλους χορούς που μετέφεραν τους χορευτές και τους καλεσμένους, νοερά, στο «χοραστάσι» του χωριού τους. Και τα τραγούδια, στα «βλάχικα» και στα ελληνικά, με τον αργό ρυθμό τους, να εξιστορούν τόσα και τόσα από την ζωή των προγόνων και τη δική τους. Αλλά και τα μοιρολόγια, που σε λίγες μεριές της χώρας μπόρεσα να βρω ανάλογα. Που να σου μεταδίδουν τόσο έντονα τον πόνο του παντοτινού αποχωρισμού. Θυμάμαι επίσης τον μπάρμπα Σωτήρη Κατωγιάννη, με το μπακάλικο, που πηγαίναμε για τα καθημερινά ψώνια εκεί μπροστά από το «βλάχικο» δημοτικό σχολείο (8ο Δημοτικό Σχολείο Πρέβεζας σήμερα), που μαζευόμασταν για μπάλα με τα παιδιά που κατάγονταν από το χωριό. Εκείνο τα γραφικό μαγαζί, που σαν και τα άλλα της εποχής εκείνης, ήταν κέντρο συνεύρεσης των συμπατριωτών και στο άλλο μισό του ήταν καφενείο, για κουβέντα, τσίπουρο και δηλωτή. Και τα άλλα Συρρακιώτικα καφενεία, που αναζητούσαμε τους συγγενείς όταν τους χρειαζόμασταν. Μα και τα Συρρακιώτικα μαγαζιά της Πρέβεζας, του Ευαγγέλου, των Αδελφών Αυδίκου, των Αδελφών Μπίτσιου και άλλων, που συνήθως εκεί θα ψωνίζαμε τα παπούτσια, τα γλυκά και τα χρειαζούμενα. Θυμάμαι επίσης τον μπάρμπα Αντρέα Κοτίκα, πίσω από το σπίτι της γιαγιάς, με την «χαμάλα», την συνέχεια των οδηγών των κοπαδιών και τον προάγγελο των αυτοκινητιστών Συρρακιωτών, να πηγαινοφέρνει πράγματα και εμείς κρυφά να ανεβαίνουμε για λίγο πάνω, όταν ήταν ελεύθερος. Επίσης τον πατέρα μου να μιλάει για το μεγάλο κοπάδι του άλλου σογιού μου, τα άλογα που ανήκαν στη γιαγιά μου και την απίστευτη άνοδο και κάθοδο των Κτηνοτρόφων στο χωριό, το στήσιμο του κονακιού στην Ταράνα, το άρμεγμα, τον κούρο, το σκάρο και τις άλλες δουλειές, μα και τις αρρώστιες των ζωντανών που πολλές φορές έφερναν την καταστροφή. Επίσης το πώς το γονίδιο των Συρρακιωτών τους ώθησε στην αυτοκίνηση, στα φορτηγά, τα αστικά και τα λεωφορεία, όπως και εκείνον. Και πως, αφού έζησαν στην Πρέβεζα, κάτι έσπρωχνε πολλούς προς το μεγαλύτερο αστικό κέντρο, τα Γιάννινα. Και αρκετούς να θέλουν να παντρέψουν εκεί τις κοπέλες τους, γιατί φαίνονταν ότι θα ήταν καλύτερο το ριζικό. Και άλλους συγγενείς μου, σαν τον μπάρμπα Χρήστο Κατσάνο, με εκατοντάδες πρόβατα στον «Ασύρματο», να μου λέει ιστορίες με ένα μοναδικό τρόπο για εκείνο τον κόσμο. Ή τους θείους μου Γιώργο Μπέλλο, να διηγείται πως οργάνωνε τα γλέντια των Συρρακιωτών, στη Φανερωμένη και τον Ελαιώνα και τον Σταύρο Βαγγέλη να περιγράφει την τέχνη των τυροκόμων . Τη μητέρα μου επίσης να μας στέλνει την Πρωτοχρονιά να μαζέψουμε τη «μπόσκα» για να τη ρίξουμε στη στέγη, αλλά και τις χαρακτηριστικές φωλιές για τις κότες στα σκουριασμένα στρατιωτικά κράνη, απομεινάρια του πολέμου, όπως και τα κιβώτια των πολεμοφοδίων που έγιναν «κασέλες» και αντικείμενα αποθήκευσης. Και κάθε Πάσχα πολύ κόσμο στην Αγία Ειρήνη, το σημερινό και για τις τελευταίες δεκαετίες τόπο αναφοράς των Συρρακιωτών, να εύχονται χρόνια πολλά, στην ελληνική και στα «βλάχικα» και να παίρνουν το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια οι κοντινότεροι, και τις λαμπάδες στο χέρι να φαντάζουν σαν πυγολαμπίδες, ώστε να κάνουν το σταυρό με τον καπνό πάνω από την πόρτα. Μα και τόσους Συρρακιώτες να βοηθούν στο χτίσιμο και τη διαμόρφωση της νέας εκκλησιάς τους και τον παπά Αλέκο να τους καθοδηγεί. Θυμάμαι και άλλα πολλά. Και τα θυμάμαι γιατί με μάγεψαν. Και ένοιωσα ότι αναπνέω μέσα από τα Παραδομένα και μ’ αρέσει να μαθαίνω μέσα από τα διαβάσματα, τα μελίσματα και τα ακούσματα των παραπάνω, αλλά και πολλών άλλων. Και αφού δεν μπορούσα να ζήσω τίποτα από τα παραπάνω ξανά, μου έμενε μόνο ένα που μπορούσε να συνεχιστεί. Να τα χορέψω. Και να τα χορέψω για να ηρεμώ, να χαίρομαι και να λυπούμαι. Και μετά γίναμε δάσκαλοι για να τα συνεχίσουμε. Θεωρώ ότι δεν θα χρειάζονταν να διδάσκουμε βήματα και χορούς, αν ζούσαμε τα παλιά χρόνια. Δάσκαλοι γίναμε όταν αυτά τελείωσαν με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν και συντηρήθηκαν. Όταν σταμάτησαν να αποτελούν μέρος της καθημερινότητας. Τότε που ο παππούς μάθαινε στο γιο και τον εγγονό απευθείας το χορό, το τραγούδι και ότι άλλο χρειάζονταν. Και αφού σταμάτησε αυτή η φυσιολογική διαδικασία, έμενε σε όποιον πιστεύει στη δύναμη των Παραδομένων, να τα μάθει και να τα συνεχίσει. Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω κάποιες περιπτώσεις που πάντα θα δίνουν τον τόνο της αισιοδοξίας και της αξίας αυτών που παραδόθηκαν και την απόδειξη ότι όσο και αν είναι αναπόφευκτη η εξέλιξη, η ουσία και η δύναμή τους θα αποτελεί σημαντικό εφόδιο στην καθημερινότητα και στη διαμόρφωση του μέλλοντος των σημερινών Συρρακιωτών. Πως μπορείς να πεις ότι όλα τελείωσαν, όταν τόσα παιδιά που γεννήθηκαν στην Πρέβεζα και κατάγονται από το Συρράκο, επανδρώνουν το Τμήμα Παραδοσιακών Χορών του Συνδέσμου Συρρακιωτών Πρέβεζας και συχνά πυκνά χορεύουν εξαιρετικά πάνω στα Παραδομένα χνάρια στην Πρέβεζα, την Ελλάδα και αλλού, μα ιδίως στο χωριό στα πανηγύρια του καλοκαιριού; Ή όταν ο ΣΣΠ αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά και δημιουργικά κύτταρα της Πρέβεζας; Ή το ότι η Αγία Ειρήνη αποτελεί έναν τόπο που ενώνει τους Συρρακιώτες σήμερα και την στηρίζουν σα σπίτι τους; Ή όταν ακόμα, στις μέρες μας, 11/8/2007, στην Αγία Φανερωμένη, τον πρώτο ιερό τόπο- σύμβολο των Συρρακιωτών όταν έρχονταν στην Πρέβεζα, ο Συρρακιώτης Χρήστος Δ. Κατσάνος βάφτισε την κόρη του εκεί, θέλοντας να δώσει σαν εφόδιο στην καινούρια της αρχή, κάτι από τη αγιοσύνη και τη μαγεία του τόπου. Παρατίθενται λοιπόν στοιχεία της μουσικοχορευτικής κληρονομιάς τους (χοροί, τραγούδια) καθώς και ορισμένες από τις πολλές στιγμές και περιπτώσεις που έχουν σχέση με την Κληρονομιά αυτή (πανηγύρια, γάμοι, φορεσιές) με χρονικό επίκεντρο τον 20ο αιώνα και ιδίως το δεύτερο μισό του, κατά κύριο λόγο. ΠΗΓΕΣ ΑΝΤΛΗΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την σημαντική συμβολή τους στην συλλογή των παραπάνω στοιχείων: Τους γονείς μου Χρήστο Γκαρτζονίκα και ιδιαίτερα την μητέρα μου Ελένη Γκαρτζονίκα- Μπάσμπα που συνέδραμε στην καταγραφή πολλών στοιχείων Την γιαγιά μου Όλγα Μπάσμπα, στην οποία αφιερώνω και την εργασία αυτή. Τους Γιάννη και Θεόδωρο Μπάσμπα, Σταύρο και Αθηνά Βαγγέλη. Τον Γιάννη Πουλιάνο για το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο που μας διέθεσε. Και όλους τους Συρρακιώτες που μας άνοιξαν τις πόρτες και τις καρδιές τους. Στοιχεία επίσης αντλήθηκαν από: «ΣΥΡΡΑΚΟ, πέτρα- μνήμη- φως», εκδ. Πνευματικό Κέντρο Συρράκου. Χοροί και στοιχεία της παράδοσης Γενικά στοιχεία Ο παραδοσιακός χορός ως μέσο έκφρασης, βρίσκει στους Συρρακιώτες ως σήμερα ένα σημαντικό πεδίο εφαρμογής, ενώ οι κάτοικοι συνεχίζουν την μακροχρόνια προσπάθεια διατήρησης των παραδομένων. Αναπόφευκτη φυσικά είναι κάποια μορφή εξέλιξης, ιδίως από την στιγμή που γίνεται η μόνιμη εγκατάστασή τους στο καινούριο περιβάλλον, με τις πολλές επιρροές και τη γειτνίαση με πληθυσμούς άλλων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών όσων αφορά στο ύφος και το ρεπερτόριο, αυτό που όμως παρατηρούμε είναι ότι αυτή επέρχεται ομαλά και με σταθερούς ρυθμούς. Σε όλες τις περιόδους, ο χορός είναι βαθιά ριζωμένος στη ζωντανή λειτουργία της τοπικής κοινωνίας και των ατόμων που την απαρτίζουν, ενώ αναφέρεται σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής όπως στον έρωτα, την αγάπη, τον θάνατο, τον πόλεμο, την εργασία, την θρησκεία κα. Οι αυστηροί κοινωνικοί κανόνες οι οποίοι πρότασσαν, το κοινό συμφέρον πάνω από την ατομική επιδίωξη, η κοινωνική διαστρωμάτωση (Ραφτάδες, Κτηνοτρόφοι), η μορφολογία του εδάφους με το ορεινό της περιοχής και την μεγάλη κατωφέρεια (αλλά και το πεδινό και παραθαλάσσιο αργότερα), η ένδοξη μακραίωνη ιστορία, η βαριά φορεσιά, οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, η οικογενειακή δομή με τον άντρα σε θέση εξουσίας και την γυναίκα ουσιαστικά σε θέση υποταγής, η οικονομική κατάσταση των κατοίκων με τις μεγάλες αντιθέσεις, είναι μερικά από τα στοιχεία που προσδίνουν το ύφος αυτό στη μουσική και το χορό και κληροδοτούνται και μετά την εγκατάσταση στην Πρέβεζα. Στο πέρασμα των αιώνων καινούρια στοιχεία προστέθηκαν ως αποτέλεσμα της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου, των μετακινήσεων και των πολύμορφων επαφών, εντός και εκτός Ελλάδας. Πολλά από τα στοιχεία αυτά πριν αφομοιωθούν από τους ντόπιους, αναμίχτηκαν με τα ήδη υπάρχοντα και επεξεργάστηκαν σε πάμπολλα φίλτρα . Έτσι αποτέλεσαν στοιχεία της αργά εξελισσόμενης Παράδοσης των Συρρακιωτών της Πρέβεζας. Οι χοροί σε γενικές γραμμές είναι αργοί, δωρικοί και λιτοί, ενώ το ύφος τους είναι βαρύ, σοβαρό και επιβλητικό. Για το λόγο αυτό απαιτούν ιδιαίτερη χορευτική ικανότητα. Αξιοσημείωτο ερώτημα είναι το κατά πόσο το γεγονός της συνύπαρξης από τη μια της «κλειστής» κοινωνίας και από την άλλη της έντονης εμπορικής δραστηριότητας και επαφών σε Ελλάδα και εξωτερικό , επηρέασε το χορευτικό ύφος και τρόπο. Αυτό που σε γενικές γραμμές μπορούμε να αναφέρουμε είναι ότι δεν επηρεάστηκε σημαντικά, εκτός του ρεπερτορίου των τραγουδιών, που εμπλουτίστηκε. Όμως τα «φερτά» τραγούδια δεν άλλαξαν τα ως τότε δεδομένα, αλλά προσαρμόστηκαν και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν στο Συρρακιώτικο ύφος και στις υπάρχουσες χορευτικές ιδιαιτερότητες των Συρρακιωτών. Έτσι με τον καιρό, αυτά που άντεξαν στο χρόνο, αποτέλεσαν μέρος της μουσικοχορευτικής παράδοσής τους. Επίσης παρατηρούμε ότι οι επαφές των «ραφτάδων» επηρεάζουν σε ένα μικρό σημείο τον ρυθμό που χορεύουν αφού αυτός είναι λίγο πιο έντονος. Άλλωστε και οι μουσικοί τα διαχώριζαν σε «ραφτάδικα» και «βλάχικα». Οι κυριότεροι χοροί που συναντώνται είναι οι χοροί στα τρία, οι συρτοί στα δύο, τα τσάμικα, ο συγκαθιστός και οι χοροί στο βήμα του Γιανν’ Κώστα. Είναι κυκλικοί, εκτός του συγκαθιστού που είναι ελεύθερος στο χώρο. Η αναφορά μας θα γίνει, κατά κύριο λόγο, για το διάστημα από την αρχή του 20ου αιώνα ως σήμερα. Παρατηρήσεις: σημειώνουμε την σχεδόν παντελή έλλειψη χορού με «τριαράκια», όπως τους ονομάζουν οι χοροδιδάσκαλοι (π.χ. γύρισμα Δερβέναγα, Τασιά κ.α.), κάτι που δεν παρατηρείται στους χορούς των βλαχόφωνων της Ελλάδας, ιδίως στους αντικριστούς. Επίσης, σημαντική έλλειψη τραγουδιών της ξενιτιάς, παρ ότι το εμπορικό δαιμόνιο των Συρρακιωτών ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένο. Ίσως να οφείλεται -κατά την κ Ε. Φωτιάδου- στο ότι οι έμποροι ξαναγυρνούσαν και σπάνια διέμεναν μόνιμα μακριά από τον τόπο καταγωγής. Στις ιδιαιτερότητες συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι υπάρχουν χοροί που έχουν γύρισμα σε άλλον χορό, κάτι που δεν είναι σύνηθες στον Ηπειρώτικο χώρο. Σήμερα, από τις νεότερες γενιές, χορεύονται λίγο πιο γρήγορα και η λαβή πολλές φορές είναι από τις παλάμες στο ύψος των ώμων, με λυγισμένους τους αγκώνες (στα πανηγύρια και τα γλέντια παραμένει συνήθως κάτω, εκτός των πρωτοχορευτών). Οι χοροί Για μια φορά είναι η λεβεντιά Γιανν’ Κώστας Μπαλατσός Συγκαθιστός Γιάννος ο Περατιαννός Βιργινάδα Πώς το τρίβουν το πιπέρι Λιποθυμιάρικος ή Χορός της νύφης Ο Γανωτζής ΣΤΑ ΤΡΙΑ Είναι αργοί χοροί, χορεύονται σε όλο το πέλμα με μικρές αναπάλσεις της φτέρνας (πιο έντονες στους άντρες). Αποτελείται από έξι κινήσεις αρχίζοντας με το δεξί πόδι προς τα δεξιά και κάνοντας τρία βήματα στη φορά του κύκλου με μέτωπο προς το κέντρο του. Στη συνέχεια έχουμε άρση του αριστερού ποδιού στους άντρες με γωνία του ελεύθερου γονάτου. Το αριστερό πόδι κατόπιν πατά αριστερά και κάνει άρση το δεξί. Στις γυναίκες σε κανένα χορό δεν έχουμε άρση του πέλματος του ελευθέρου ποδιού, αλλά συνεχή επαφή των δακτύλων με το έδαφος, δίπλα από το σταθερό πόδι, στην καμάρα ή κοντά στα δάκτυλα του σταθερού ποδιού. Οι κινήσεις των αντρών είναι πιο έντονες, το σώμα ευθυτενές, το ελεύθερο χέρι των πρωτοχορευτών σηκωμένο πλάγια ή στη μέση και πραγματοποιούν φιγούρες όπως στροφές και καθίσματα, αλλά και ψαλίδια (συνήθως όχι στο χοραστάσι). Οι γυναίκες χορεύουν στην παραδοσιακή κοινωνία με λιτές κινήσεις, χαμηλωμένο βλέμμα και το ελεύθερο χέρι της πρωτοχορεύτριας στη μεσολαβή ή τεντωμένο κάτω. Δεν πραγματοποιεί φιγούρες, εκτός λίγων στροφών «Στα τρία» έπρεπε να γνωρίζουν όλοι να χορεύουν από τις μικρότερες ηλικίες. Εκτός του ότι ήταν ο ευκολότερος χορός και μπορούσαν να συμμετάσχουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις όπως τα πανηγύρια, μπορούσαν να εκπληρώσουν και τις υποχρεώσεις τους σε εκδηλώσεις που έπρεπε να χορέψουν όλοι υποχρεωτικά, ακόμα και οι μη γνωρίζοντας καλά το τοπικό χορευτικό ρεπερτόριο, όπως πχ στους γάμους. Ανήκουν συνήθως στο γυναικείο ρεπερτόριο. Χοροί στα τρία είναι: Ντι κου νίκα (από μικρή), Ντούσι Γιάννλου (πήγε ο Γιάννης) - πατητός, Αυτά τα μάτια Δήμο μ’ (παραγγέλνονταν ως «μπρ’ αυτά ν’ τα»), παιδιά της Σαμαρίνας (παραγγέλνονταν ως «ν’ ισείς πι») κ.α. (οι πιο αργοί από αυτούς παραγγέλνονται ως «πατητοί» –πληροφ. Ν. Γεροδήμος). ΣΥΡΤΟΙ ΣΤΑ ΔΥΟ Μαζί με το τσάμικο και το χορό «στα τρία» είναι οι πιο συνηθισμένοι χοροί του Συρράκου. Χορεύονταν, όπως σε όλη σχεδόν την Ήπειρο, με έξι βήματα μπροστά, χωρίς «σταύρωμα» (το 2ο που είναι το αριστερό ποδι περνά πίσω από δεξί, τα άλλα μπροστά) . Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στην Πρέβεζα και περιπτώσεις να γίνεται ένα σταμάτημα της κίνησης δεξιά και μετά αριστερά (αντί του «σταυρώματος») Σε γενικές γραμμές είναι αργός ο ρυθμός των τραγουδιών που τα συνοδεύουν και ελάχιστα είναι τα λίγο γρηγορότερα τραγούδια που συναντούμε. Οι γυναίκες χορεύουν στρωτά και οι άντρες με λίγο πιο γρήγορο τέμπο. Η χορευτική διάταξη είναι το διπλοκάγγελο. Συνηθισμένα τραγούδια είναι: Βούλα, Μου ‘πανε τα γιούλια, Την αγάπη μου την αποθύμησα (ένα από τα δείγματα των επιρροών, λόγω των επαφών), Βλαχόπουλο κ.α. ΤΣΑΜΙΚΑ Γενικά Ο Τσάμικος στην ηπειρωτική χώρα, μαζί με τον Πεντοζάλη της Κρήτης και τη Σέρρα του Πόντου αποτελούν τρεις από τους γνωστότερους πολεμικούς χορούς της Ελλάδας. Ήταν χοροί όπου οι άντρες επεδείκνυαν τη λεβεντιά και την αντρειοσύνη τους μέσω της χορευτικής δεινότητας. Η εξέλιξη όμως πρόσθεσε και τη συμμετοχή των γυναικών, τουλάχιστο στους δύο πρώτους, χωρίς ο χορός να χάσει την κατ’ αρχή ιδιότητά του. Τσάμικα στην Ελλάδα υπάρχουν με διαφορετικές κινήσεις, όπως με δέκα (πχ σε πολλά χωριά της Ηπείρου), με δώδεκα (πχ σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας), με δεκατέσσερις (πχ στον ηπειρώτικο τσακιστό τσάμικο) κ.α. Για τους Συρρακιώτες Για τους Συρρακιώτες ο συγκεκριμένος χορός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους του τοπικού ρεπερτορίου, ιδίως όσων αφορά στην επίδειξη της χορευτικής ικανότητας των κατοίκων, και ειδικά του άντρα. Αυτός, εκτός της βασικής κίνησης, πραγματοποιεί πολλές φιγούρες όπως στροφές, καθίσματα, ψαλίδια, χτυπήματα του ποδιού, τούμπες κλπ. Στα πανηγύρια όμως που γίνονταν στην Πρέβεζα ή γίνονται σήμερα όταν γυρνούν στην πατρογονική γη, πολλά από αυτά αποφεύγονται γιατί δεν υπάρχει σταμάτημα του κύκλου, ώστε να «σολάρει». Η γυναίκα πραγματοποιεί μόνο στροφές και παρακολουθεί τον άντρα κατά την πραγματοποίηση των επιτόπου φιγούρων, ιδίως στην παραδοσιακή κοινωνία . Παλιά χορεύονταν με τα 10 βήματα του χαρακτηριστικού ηπειρώτικου τσάμικου (τρία τριπλά βήματα μπροστά και άρση του αριστερού, δύο τριπλά πίσω και άρση του δεξιού). Τις τελευταίες δεκαετίες όμως χορεύεται με 8 βήματα (τρία τριπλά μπροστά και άρση του αριστερού, ένα τριπλό πίσω και άρση του δεξιού ποδιού) και έχει καθιερωθεί πια αυτός ο τρόπος. Παρατηρούμε ότι σε πολλά τραγούδια ταυτίζεται το τελείωμα της μελωδίας με αυτό των βημάτων και ίσως αυτός να είναι ένας λόγος που, χορεύεται πια με οχτώ βήματα. Στους άντρες το τριπλό βήμα είναι πιο έντονο από αυτό της γυναίκας, που είναι πιο κοφτό. Μοιάζει σαν να σταματά απότομα και να κολλά το πόδι της που έπεται. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία που διαφοροποιεί το χορευτικό ύφος του Συρρακιώτικου τσάμικου από αυτό άλλων περιοχών της Ηπείρου. Η χορευτική διάταξη και ο τρόπος που χορεύει ο άντρας και η γυναίκα είναι ο ίδιος με αυτόν που περιγράφηκε στους παραπάνω χορούς. Μερικά συνοδευτικά τραγούδια Μερικά τραγούδια είναι: Για μένα βρέχουν τα βουνά Γιατί είναι μαύρα τα βουνά Βλαχοθανάσης Δυο πουλάκια και εβγάτε ν’ αγναντέψετε (του γάμου) «κλέφτικα» όπως: Ποιος έχει αράδα σήμερα και Τι καπετάνιος είσαι συ δε ρίχνεις δυό ντουφέκια «ραφτάδικα» όπως: Μαριόλικο, Μπιρμπίλης, Τούτο το καλοκαιράκι (παραγγέλνονταν ως «τούτον το»), Κακιά γειτόνισσα και πολλά άλλα. *Με τον όρο κλέφτικα εννοούν τσάμικα ιστορικά τραγούδια και όχι καθιστικά όπως σε πολλές περιοχές της χώρας ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΒΕΝΤΙΑ Ιδιαίτερος χορός αποτελούμενος από δύο μέρη. Πήρε την ονομασία από τον πρώτο στίχο του τραγουδιού. Χορεύεται με εναλλαγές χορού στα τρία (4σημο) και συρτού στα δύο. Ο συρτός στα δύο, όπως προαναφέρθηκε, χορεύεται πάντα με έξι βήματα μπροστά χωρίς σταύρωμα (εκτός των περιπτώσεων του σταματήματος δεξιά αριστερά τα τελευταία χρόνια) . ΓΙΑΝΝ’ ΚΩΣΤΑΣ Είναι ο κυριότερος Συρρακιώτικος χορός, με ιδιόμορφα βήματα. «Εθνικό ύμνο του Συρράκου», τον ονομάζει ο μουσικός κ Νίκος Γεροδήμος. Ιστορικό τραγούδι σε 5σημο ρυθμό που έχει και δεύτερο μέρος. Οι μουσικοί που δεκαετίες τώρα παίζουν το τραγούδι δεν θυμούνται τα λόγια που πιθανό να είχε, μιας και αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο. Ο Γιάννης Κώστας ήταν αγωνιστής του 1821 από το χωριό Κράψι Ιωαννίνων και συμμετείχε στην επανάσταση, που τελικά επέφερε την καταστροφή, του Συρράκου και των Καλαρρυτών με τον Ιωάννη Κωλέττη. Στα νεανικά του χρόνια κατετάγη στη Σουλιώτικη Φάλαγγα υπό των Γάλλων και μετά των Άγγλων. Αργότερα κέρδισε για την ανδρεία και την ευφυΐα του, την εύνοια του γιου του Αλή πασά, Μουχτάρ. Το 1818 πήγε στην υπηρεσία του βασιλιά της Νεαπόλεως Φερδινάρδου. Στη συνέχεια φυλακίσθηκε και αφού αμνηστεύτηκε, μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρείας και έπιασε τα όπλα από την αρχή του Αγώνα υπό το Νότη Μπότσαρη. Πήρε μέρος μαζί του στις μάχες του Σουλίου , στην άλωση της Άρτας με τον Ράγγο, στις συμπλοκές των Αγράφων με τον Καραϊσκάκη, στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου με τον Μάρκο Μπότσαρη ,στην υπεράσπιση της Σκιάθου με τον Καρατάσο και σε πολλές άλλες μάχες κατά του Ιμπραήμ πασά . Στο Χαιδάρι της Αττικής πολέμησε με τον φιλέλληνα Φαβιέρο. Επί Καποδίστρια εξελέγη πεντακοσίαρχος και πολέμησε στην άλωση της Βόνιτσας, καθώς και στη μάχη του Μακρυνόρους υπό τον τότε στρατηγό, Τζώρτζ. Μετά από μια ζωή γεμάτη μάχες πέθανε στην Αθήνα με το βαθμό του αντιστράτηγου. Στο πρώτο μέρος του χορού, γίνονται τρία τριπλά βήματα προς τη δεξιά μεριά του κύκλου και ένα τριπλό προς την αριστερή, που επαναλαμβάνονται. Το δεξί πατά δεξιότερα. Κατόπιν το αριστερό κάνοντας μια μικρή αιώρηση προς τη μεριά του δεξιού, επανέρχεται αριστερά και πατά στα δάκτυλά του, ενώ το δεξί κατά τη διάρκεια αυτής της κίνησης πραγματοποιεί ένα ελαφρύ σπάσιμο στο γόνατο (συγκάθισμα). Αμέσως μετά την επαφή του αριστερού ποδιού με το έδαφος, το ίδιο πόδι κινείται δεξιά και περνώντας το δεξί, πατάει με ολόκληρο το πέλμα δεξιότερά του. Η κίνηση αυτή επαναλαμβάνεται μια φορά ακόμα. Την τρίτη φορά το δεξί πόδι πατάει και το αριστερό πραγματοποιεί αιώρηση πρώτα στα δάχτυλα του σταθερού και μετά στην καμάρα του. Χαμηλά στις γυναίκες, εφάπτοντας με τα δάχτυλα στο έδαφος, πιο ψηλά στους άντρες (σχεδόν στη μέση της κνήμης). Στη συνέχεια το αριστερό πατάει αριστερότερα και τα δεξί κάνει ανάλογη κίνηση (αιώρηση). Οι άντρες πολλές φορές δεν πραγματοποιούν αιώρηση, αλλά κρατούν σταθερό το ελεύθερο πόδι στην κνήμη κουνώντας το γόνατο σε μια μέσα – έξω κίνηση. Στο δεύτερο μέρος έχουμε τον «μέσα – έξω» βηματισμό του «κλειδωτού χορού», που συναντάται σε πολλές ηπειρώτικες περιοχές. Αρχίζει με το αριστερό πόδι προς την εσωτερική και πλάγια δεξιά κατεύθυνση, ενώ το δεξί κάνει άρση (στις γυναίκες εφάπτονται τα δάχτυλα του εδάφους, όπως σε όλους τους χορούς). Κατόπι το δεξί αρχίζει την αντίθετη κίνηση, πίσω και δεξιά, ώστε να προχωρά ο χορός. Πολλοί κάνουν τον πίσω βηματισμό σταυρωτό, δηλ με τρία βήματα. Στα βήματα του χορού αυτού χορεύονται αρκετοί χοροί, χωρίς όμως το δεύτερο μέρος όπως: Μπαλατσός, Κάτω στην άσπρη πλάκα, Νου τι ρίντι, Βασιλαρχόντισσα, Κωσταντάκης και Μπολονάσαινα κα, χωρίς όμως το δεύτερο μέρος (χαρακτηριστικό δείγμα των επιρροών από άλλες περιοχές, τραγουδιών που προσαρμόζονται όμως στον τοπικό χορευτικό τρόπο). Οι Καλαρρυτινοί σε μερικούς από αυτούς τους χορούς διατηρούν και το δεύτερο μέρος. ΜΠΑΛΑΤΣΟΣ Χορός στα βήματα του Γιάνν’ Κώστα, που στο Συρράκο χορεύεται χωρίς το δεύτερο «μέσα- έξω» μέρος. Ιστορικό τραγούδι που αναφέρεται στη διαταγή για σύλληψη και εκτέλεση του ληστή Θανάση (Νάσιου) Μπαλατσού. Τον είχε γνωρίσει ο Κρυστάλλης στη στάνη του μπάρμπα του και εκτός της θωριάς του, στο μυαλό του είχε μείνει η ευχή και κατάρα του να μην πιαστεί κανείς αιχμάλωτος των Τούρκων, κάτι που τελικά συνέβηκε σε αυτόν. «—Να, ήταν ένας κλέφταρος ως απάνω πού τον έτρεμε όλο το τούρκικο, Θανάσ' Μπαλατσό τον έλεγαν. Άμα βασάνισαν τη φαμίλια του οι Τούρκοι, πήγε στα Γιάννενα και προσκύνησε. Ύστερα, σ' ολίγον καιρό, ο πασάς του 'δωκε ταϊφά. Τον έκανε αρματολό να κυνηγάει τους άλλους κλέφτες. 'Αλλ' αυτός θυμήθηκε τα παλιά του, δεν του βάσταγε κι ή καρδιά να προδίνει δικούς μας, ξαναβγήκε στο κλαρί. Τότες ήρθε μια βολά και στη στάνη του μπάρμπα μου και τον γνώρισα. —Και με το γιο του, πώς γίνατε βλάμηδες; —Να, τον άλλο χρόνο τον Μπαλατσό τον έπιασαν τα αποσπάσματα και τον καταχώνιασαν στο μπουντρούμι. Σαν το 'μαθα, πήγα να τον ιδώ, του πήγα και μια σακούλα καπνό. Λυπόμουν να τον συλλογιέμαι στα σίδερα και πήγαινα από καμιά βολά και τον έβλεπα. 'Εκεί αντάμωσα μια φορά και το γιο του, ένα τσομπανόπαιδο ως απάνω, σαν τον πατέρα του, αλλά στα δικά μου τα χρόνια. Ο Μπαλατσός μας όρκισε να γίνουμε βλάμηδες και για θυμητικό μου σκάλισε μέσα στη φυλακή του κι αυτή την αγκλίτσα. Γερή άγκλίτσα, πυξάρι καθαρό. 'Από δω μεριά χάραξε... Τα κεφάλια έσκυψαν περίεργα να εξετάσουν. —...δυο λιονταρίσια κεφάλια, σημαίνοντας τη δύναμη του και τη δόξα του στα βουνά. 'Από δω μεριά πάλι σκάλισε έναν τροχό. Τον τροχό της τύχης πού ανεβοκατεβαίνει κι αναποδογυρίζει....» (Μ. Περάνθη «Ο τσέλιγκας») Η εφημερίδα της εποχής «Φωνή της Ηπείρου», στις 23 Οκτωβρίου 1892 αναγράφει. «Είχομεν όμως και συμμορίας μεγάλας συστηματικών και πεπειραμένων ληστών, την των Μπαλατσαίων εις Βαλιακάρδαν παρά το Μέτσοβο και την του Τσανάκα εις το Ζαγόρι. Οι Μπαλατσαίοι ήσαν ο υιός και ο αδελφός του πέρυσιν απαχγονισθέντος εν τω μέσω των Ιωαννίνων πεφημισμένου ληστάρχου Θανάση Μπαλατσού…..εξήλθον λησταί μόνον και μόνον δια να λάβωσι το αίμα του θανατοθέντος Θανάση των……Τοιουτοτρόπως δε αφού έχυσαν αρκετόν τούρκικον αίμα, ικανοποιήθησαν φαίνεται, και διελύθησαν τελευταίως σώοι και αβλαβείς αυτοί και οι οπαδοί των. ΣΥΓΚΑΘΙΣΤΟΣ Χορός του γάμου. Όπως όλοι οι συγκαθιστοί της Ελλάδας είναι ερωτικός χορός που χορεύεται από άντρες και γυναίκες, ελεύθερα και αντικριστά στο χώρο. Όταν ο γάμος γίνονταν στο Συρράκο, χορεύονταν τη Δευτέρα, μετά το γάμο, στην πλατεία του χωριού, όταν «έβγαζαν» τη νύφη για χορό. Μετά συνέχιζαν σε κυκλικό χορό. Στα πανηγύρια, δεν χορεύονταν στο χοραστάσι. Ο ρυθμός της μελωδίας είναι πεντάσημος. Με συγκαθιστό (ή συγκαστό) ξεκινούσαν οι παρέες το γλέντι στα σπίτια των μελλονύμφων ή των νιόγαμπρων. Το ίδιο γίνεται σήμερα πολλές φορές στα καφενεία ή τα κέντρα, όταν πραγματοποιούνται εκεί εκδηλώσεις ή γλέντια. Επίσης στα καφενεία του Συρράκου όταν μεταφέρονται τα πανηγύρια, μετά την πλατεία. Ο βηματισμός είναι όπως το πρώτο μέρος του χορού «Γιάνν’ Κώστας». (Μερικοί τον χορεύουν και στα βήματα του «συρτού στα δύο» με πολύ αργό ρυθμό). Στο πρώτο μέρος του γίνονται τρία τριπλά βήματα προς τη δεξιά μεριά του κύκλου και ένα τριπλό προς την αριστερή, που επαναλαμβάνονται. Το δεξί πατά δεξιότερα. Κατόπιν το αριστερό κάνοντας μια μικρή αιώρηση προς τη μεριά του δεξιού, επανέρχεται αριστερά και πατά στα δάκτυλά του, ενώ το δεξί κατά τη διάρκεια αυτής της κίνησης πραγματοποιεί ένα ελαφρύ σπάσιμο στο γόνατο (συγκάθισμα). Αμέσως μετά την επαφή του αριστερού ποδιού με το έδαφος, το ίδιο πόδι κινείται δεξιά και περνώντας το δεξί, πατάει με ολόκληρο το πέλμα δεξιότερά του. Η κίνηση αυτή επαναλαμβάνεται μια φορά ακόμα. Την τρίτη φορά το δεξί πόδι πατάει και το αριστερό πραγματοποιεί αιώρηση πρώτα στα δάχτυλα και μετά στην καμάρα του σταθερού (δεξιού) ποδιού. Χαμηλά στις γυναίκες, εφάπτοντας με τα δάχτυλα το έδαφος, πιο ψηλά στους άντρες (σχεδόν στη μέση της κνήμης). Στη συνέχεια το αριστερό πόδι πατάει αριστερότερα και τα δεξί κάνει αντίστοιχη κίνηση (αιώρηση) Ο άντρας βρίσκεται απέναντι από τη γυναίκα και τα βήματά του είναι πιο έντονα. Πραγματοποιεί στροφές, καθίσματα, μικρά χτυπήματα του ποδιού κ.α. Η θέση των χεριών είναι ανοιχτά στα πλάγια και λοξά πάνω ή το δεξί πλάγια πάνω και το αριστερό πίσω στη μέση ή και τα δύο στη μέση πίσω πιασμένα από τις παλάμες. Οι γυναίκες χορεύουν με πιο στρωτά βήματα και παραλλάζουν το βηματισμό με μερικές στροφές. Η θέση των χεριών είναι στη μεσολαβή ή στη μέση πίσω πιασμένα από τις παλάμες. Το συνηθισμένο τραγούδι είναι το «Βαριά βαρούν τα σήμαντρα» το οποίο γυρίζει στο «παλιό» συρτό στα δύο (μελωδία με επιρροές από πιο πεδινά μέρη) για να βγουν όλοι στον κύκλο και να αρχίσει ο κυκλικός διπλός ή τρίδιπλος χορός. Σε γειτονικά χωριά συνηθισμένα είναι και άλλα τραγούδια για τον συγκαθιστό και το γύρισμά του. Την ημέρα που «έβγαινε η νύφη» στο χορό όλοι φορούσαν την επίσημη φορεσιά. Οι άντρες την φουστανέλα και οι γυναίκες τα φορέματα με την φλοκάτη (το σιγκούνι, βλαχ. σάρικα) Όταν οι χορευτές επιστρέψουν στον κύκλο συνεχίζουν με την «παραδομένη» χορευτική διάταξη. Αυτή είναι το «διπλοκάγγελο» ή «τριπλοκάγγελο», ανάλογα τις σειρές των γυναικών, οι οποίες χόρευαν πάντα εσωτερικά των αντρών. ΓΙΑΝΝΟΣ Ο ΠΕΡΑΤΙΑΝΟΣ Εναλλαγές συρτού στα δύο και τσάμικου με οχτώ βήματα. ΒΙΡΓΙΝΑΔΑ Στην παλιά του μορφή ο χορός εκτελούνταν στα βήματα του δεύτερου μέρους του Γιάνν’ Κώστα, δηλαδή με τη μορφή του μέσα έξω «κλειδωτού» χορού, αρχίζοντας με το αριστερό πόδι προς το εσωτερικό του κύκλου. Σε πολλές περιπτώσεις ο χορός αποτελούσε το «γύρισμα» των τσάμικων και το σύνολο λέγονταν «κλειστός» (η παραγγελία ήταν «πάρε ένα κλειστό»). Σήμερα την χορεύουν και με το πρώτο μέρος του Γιάνν’ Κώστα, σε διαφορετικό ρυθμό, επηρεασμένοι από την «Ζαγορίσια Βιργινάδα», όπως εξηγούν οι ντόπιοι μουσικοί (Ν. Γεροδήμος). ΠΩΣ ΤΟ ΤΡΙΒΟΥΝ ΤΟ ΠΙΠΕΡΙ Κυκλικός, αντρικός, μιμικός χορός. Συναντάται σε αρκετές περιοχές της Ηπείρου και χορεύονταν στα οικογενειακά γλέντια και στους γάμους, κυρίως τις πρωινές ώρες, όταν ορισμένοι έρχονταν σε μεγάλο κέφι. Χορεύονταν στα βήματα του πατητού με τα λόγια «πως το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι». Στη συνέχεια αναφέρει πως το τρίβουν με τη μύτη, τη γλώσσα, το γόνατο ή και άλλα μέρη του σώματος. Όλοι οι χορευτές τότε παρίσταναν επιτόπου την κίνηση αυτή, που προκαλούσε γέλιο και ευθυμία. Κάποιοι δεν εκτελούσαν σωστά (εσκεμμένα) και συνετίζονταν από όποιον είχε επιφορτιστεί με το καθήκον αυτό και τη βοήθεια της γκλίτσας ή της δερμάτινης ζώνης του. Με την αλλαγή της μουσικής και τα λόγια «για σκωθείτε παλικάρια με σπαθιά και με χαντζάρια κλπ) σηκώνονταν και συνέχιζαν με συρτό ώσπου να ξαναγυρίσει σε πατητό και παροτρύνοντάς τους να στουμπίσουν με άλλο μέρος του σώματος, το πιπέρι. ΛΙΠΟΘΥΜΙΑΡΙΚΟΣ Η ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ Ήταν κι αυτός κυκλικός μιμικός χορός, αλλά συγχρόνως και περιγελαστικός. Χορευόταν από τους άνδρες σ’ όλη την Ήπειρο, κυρίως στους γάμους, τις πρωινές ώρες. Παρίσταναν τη νύφη, ή οποία όπως προαναφέρθηκε κατά τη διάρκεια του γλεντιού έπρεπε να κρατήσει όλους τους προσκεκλημένους να χορέψουν. Ήταν κάτι επίπονο και σε συνδυασμό με την κούραση των προηγούμενων ημερών της προετοιμασίας, επέφερε πολλές φορές τη λιποθυμία της. Το χορό αποτελούσαν δύο εναλλασσόμενα μέρη. Το πρώτο χορεύονταν απ’ όλους τους χορευτές σαν συρτός στα δύο ενώ το δεύτερο είχε ελεύθερο μελωδικό σχήμα και σόλο από το κλαρίνο και πρωταγωνιστούσε ο πρωτοχορευτής. Αυτός προσποιούταν ότι λιποθυμούσε και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν κάνοντάς του αέρα και ρίχνοντάς του σταγόνες νερού. Η σκηνή αυτή και ο χορός επαναλαμβάνονταν μερικές φορές ακόμα. Ο ΓΑΝΩΤΖΗΣ Μιμικός χορός της τέχνης του γανωτζή (ή καλατζή ή γανωματή), που χορευόταν μόνο από άνδρες στους γάμους και συνήθως τις πρωινές ώρες. Παρίσταναν και διακωμωδούσαν τον γανωτζή, που ήταν συνήθως γύφτος, και περιφέρονταν από χωρίο σε χωρίο επισκευάζοντας τα χάλκινα οικιακά σκεύη της εποχής που με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Η επισκευή τους γίνονταν συνήθως με τρίψιμο (συνήθως με τριμμένο κεραμίδι ή άμμο) και επάλειψη με κασσίτερο (καλάϊ) και χλωριούχο αμμώνιο. Ιδιαίτερα αστεία ήταν η στιγμή που ανέβαινε με τα πόδια στο ταψί μετά από παρότρυνση του τραγουδιστή στο στίχο «καλατζή ανέβα πάνω» και κουνώντας τα πόδια και τον πισινό του προσπαθούσε να τρίψει τον πάτο του. Τα τραγούδια Παρατίθενται ορισμένα παραδοσιακά τραγούδια που ακούγονται στα γλέντια, στις χαρές, στους γάμους και στα πανηγύρια των Συρρακιωτών. Από αυτά πολλά είναι αποτέλεσμα επιρροών και εξέλιξης . Όμως εδώ και δεκαετίες ακούγονται και τραγουδιούνται στο χωρίο και όπου ζουν οι Συρρακιώτες ή στους νέους τόπους διαμονής ,όπως η Πρέβεζα, έχοντας φιλτραριστεί και προσαρμοστεί στον τρόπο του τόπου και αποτελούν μέρος της μουσικής κληρονομιάς του. Η καταγραφή τους έγινε από τους μουσικούς και τους Συρρακιώτες που σήμερα τα τραγουδούν καθώς και από ακουστικό αρχειακό υλικό (κασέτες με ζωντανές ηχογραφήσεις, άλλες μουσικές εκδόσεις κ.α) ΒΑΡΙΑ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΡΑ (ΣΥΓΚΑΘΙΣΤΟΣ – ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ). Βαριά βαρούν τα σήμαντρα, δε σ’ είδα εχτές και σήμερα. Το μαύρο το μαντήλι, που δένεις στα μαλλιά, να μη το ξαναδέσεις τρελαίνεις τα παιδιά. Αμάν αμάν η φούστα σου, με τρέλαναν τα γούστα σου. Τέσσερα δε με μέλλει μα τη Παναγιά, γιατί ‘μαι δικασμένος για τη μπαταργιά. Άιντε μωρ’ μηλιά και πορτοκαλιά, μου ‘βαλες μαράζι μέσα στην καρδιά. Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου αδερφή, εγώ θα σε φιλήσω κι ας πάω στη φυλακή… Δυο πουλάκια (τσάμικο, του γάμου). Δυο πουλάκια τα καημένα στο τραπέζι καθισμένα. Το ‘να τρώγει τα’ άλλο πίνει τ’ άλλο τραγουδάει και λέει. Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα τέτοια νιόγαμπρα δεν είδα. Να ‘ναι η νύφη ντουλμπεράκι κι ο γαμπρός περιστεράκι. να `ναι το συμπεθεριό μας σαν τα` αστέρια τα` ουρανού μας… ΑΥΤΑ ΕΙΝ’ ΤΑ ΜΑΤΙΑ Η «ΜΠΡ’ ΑΥΤΑ Ν’ ΤΑ» (ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΣΤΑ ΤΡΙΑ). Αυτά ειν’ τα μάτια, Δήμο μ’ τα ‘μορφα, τα φρύδια τα γραμμένα. Αυτά με κάνουν Δήμο μ’ κι αρρωστώ και πέφτω να πεθάνω. Για πάρε Δήμο μ’ το σπαθάκι σου και κόψε το λαιμό μου. Και μάσε και το αίμα μου σ’ ένα χρυσό μαντήλι (ή σ’ ένα βαθύ λεγένι) και συρτό στα εννιά χωριά στα δέκα βιλαέτια Κι αν σε ρωτήσουν τι ειν’ αυτό, το αίμα της αγάπης… ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ ΜΙΑ ΒΡΟΧΗ (ΤΣΑΜΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ). Θέλω να βρέξει μια βροχή και ένα βαρύ χαλάζι. Για να σαπίσουν τα λουριά να πέσουν τα κουδούνια. Να χάσει ο νιος τα πρόβατα , να χάσει ο νιος τα γίδια. Για να ‘ρθει απόψε σπίτι μου μέσα στην αγκαλιά μου… ΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΗΜΕΝΕ ΠΛΑΤΑΝΕ – ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΠΟΘΥΜΗΣΑ («Ραφτάδικα» συρτά της αγάπης). Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό. Έχω μαράζι στην καρδιά και είμαι μαραμένος. Αλή πασιάς επέρασε με δεκαοχτώ χιλιάδες και στο σημάδι μ’ έβαλε. Μ’ έκαψες γειτόνισσα, κακούργα δολοφόνησα Μ’ έκαψες που να καείς σαν το κεράκι της Λαμπρής. Την αγάπη μου την αποθύμησα. Έστειλα να ‘ρθει το βράδυ και δεν μου ‘κανε τη χάρη. Ήρθε ένα πρωί το αγγελικό κορμί. Ήρθε και το μεσημέρι και δεν μου ‘στειλε χαμπέρι. Φέρτε το γιατρό τον πόνο μου να δω. Φέρτε τον γιατρό να γιάνω να μην πέσω και πεθάνω. ΜΠΑΛΑΤΣΟΣ (ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΙΔΙΟΜΟΡΦΟΣ ΧΟΡΟΣ). Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή , Θανάση Μπαλατσέ Πέμπτη φαρμακωμένη, Παρασκευή ξημέρωνε. Παρασκευή ξημέρωνε, μην είχε ξημερώσει , φιρμάνι από το στρατηγό ( ή από το Βασιλιά) και από τη Μεραρχία ( ή και από το βιρ αλάχι) στα Γιάννενα τα στείλανε…. ΛΕΒΕΝΤΙΑ (ΙΔΙΟΜΟΡΦΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ). Για μια φορά Λενιώ μ’ ειν’ η λεβεντιά, για μια φορά ειν’ τα νιάτα. Για μια φορά περπάτησα κι εγώ με τα κορίτσια. Λίγα κορίτσια φίλησα και λίγες παντρεμένες. Και μια μικρή μελαχρινή δεν μπορώ να τη φιλήσω… ΑΓΓΕΛΙΚΗ (ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ, «ΤΗΣ ΤΑΒΛΑΣ»). Τι να σου κάνω Αγγελική τι να σου κάνω Αγγέλω. Που ειν’ το κορμί σου μάλαμα, τα χέρια σου ασημένια. Για να σε πάρω στο βουνό, φοβάμαι από το κρύο. Τι να σου κάνω μάτια μου. ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΑΡΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ Η Ο ΒΕΛΟΥΔΑΣ (ΤΣΑΜΙΚΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΟ) Ποιος έχει αράδα σήμερα να βγει στο καραούλι. Βελούδας έρχεται σήμερα, τρεις ώρες πριν να φέξει. Βελούδα μ’ πρόσεξε καλά, μην είμαστε προδομένοι. Όσο ο Βελούδας ζωντανός, παιδιά μου μη φοβάστε… Ο ΓΙΑΝΝΟΣ Ο ΠΕΡΑΤΙΑΝΟΣ (ιδιόμορφος χορός, συρτό στα δύο και τσάμικο) Ο Γιάννος ο Περατιανός, που περπατεί σα σταυραετός Αυτός φοράει τα τσάμικα και τ’ άσπρα τα πουκάμισα Όλες οι νιές τον αγαπούν, μα ντρέπονται να του το πουν… ΠΕΘΑΝΕ Ο ΒΛΑΧΟΣ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ Πέθανε ο βλάχος στο μαντρί μέσα στο γιδομάντρι , τι θα γίνω εγώ η μαύρη . Τα πρόβατα ρημάξανε και τα βουνά στενάξανε μέσα στο γιδομάντρι, τι θα γίνω τώρα η μαύρη Πώς θα περάσω η δόλια ορφανή μέσα στον κόσμο μοναχή μέσα στο γιδομάντρι τι θα γίνω εγώ η μαύρη… ΒΛΑΧΟΥΛΑ ΕΡΟΒΟΛΑΓΕ (πατητό) Βλαχούλα εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα , με τη ροκούλα γνέθοντας το αδράχτι της γεμάτο Κι ο βλάχος την αγνάντευε από ψηλή ραχούλα πήγε και την αντάμωσε σ' ένα στενό σοκάκι Βλαχούλα πούθε έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις από τη μάνα μ' έρχομαι στα πρόβατα πηγαίνω… ΜΑΡΓΙΟΛΙΚΟ («ραφτάδικο» τσάμικο της αγάπης) Για ιδέστε το μαργιόλικο, τ’ αναθεματισμένο, πως σέρνει το φεσάκι του σαν να ‘ναι μεθυσμένο. Αυτό δεν είναι από κρασί δεν είναι μεθυσμένο. Η αγάπη το βαλάντωσε… ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ (τσάμικο) Βγήκα ψηλά στα διάσελα, συ Βλαχοθανάση, ψηλά στα κορφοβούνια. Κι από ψηλά αγνάντευα κατακαμπή στους κάμπους. Βλέπω τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γαλάζια. Βλέπω το Χάρο που ‘ρχεται στο άλογο καβάλα… ΑΣΗΜΟΚΟΥΠΑ Σ αυτή την ασημόκουπα θέλω να πιω πέντε - έξι. Κι αν δε μεθύσω κόρη μου κέρναμε ώσπου να φέξει. Ώσπου να σκάσει ο αυγερινός να πάει η πούλια γιόμα. Να κάτσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα ντέρτια. Από μικρός ορφάνεψα από μάνα και πατέρα και πήγα και λογιάστηκα σε μια κυρά Βουλγάρα…. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ (συρτό, «ραφτάδικο») Ένα μικρό βλαχόπουλο στο λόγγο από πέρα τραγούδι λέγει με καημό και παίζει τη φλογέρα Μια βλαχοπούλα όμορφη του καίει την καρδούλα που έβοσκε τα αρνάκια της αντίκρυ στη ραχούλα Πάει και την αντάμωσε στη βρύση παρακάτω για να καθίσουνε τα δυο στον ίσκιο από κάτω…. ΕΒΓΑΤΕ Ν' ΑΓΝΑΝΤΕΨΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΡΡΑΚΙΩΤΟΠΟΥΛΕΣ (τσάμικο της αγάπης) Εβγάτε ν' αγναντέψουμε τις Συρρακιωτοπούλες πώς ροβολάν για το χορό στον Πλάτανο στην Γκούρα. Άλλες πηγαίνουν για χορό κι άλλες να κάνουν χάζι. Μα μια ψηλή λεβεντονιά κλαίει και αναστενάζει. ΕΜΕΙΣ ΤΩΡΑ ΒΡΕ ΣΥΜΠΕΘΕΡΟΙ ΜΟΥ (συρτό του γάμου) Εμείς τώρα βρε συμπεθέροι μου, εμείς τώρα θα φύγουμε. Εμείς τώρα θα φύγουμε και το πουλί τα’ αφήνουμε. Να μη μας το μαλώσετε και το περιφρονήσετε. Ώσπου να μάθ’ τα χούγια σας, τα σπίτια, τα συγύρια σας. Θα πάει στη βρύση για νερό, να φέρει για τον πεθερό. Θα βαλ’ τη πίττα στη φωτιά, να ξαποστάσ’ την πεθερά… Ενώ μια παραλλαγή αναφέρει: Εμείς τώρα βρε συμπέθεροι μου, εμείς τώρα θα φύγουμε και το πουλί τ` αφήνουμε. Να μη μας το μαλώνετε και μην το παραπαίρνετε , όσο να πάρει τα χούγια σας και τα φερσίματά σας Για τους συγγενείς του γαμπρού τα όργανα ανταπέδιδαν: Δεν το ‘χουμε για μάλωμα, ούτε για παραπέταμα. Θα πάει στη βρύση για νερό να πλύν’ τα πόδια του γαμπρού, να φερ’ νερό της πεθεράς, να φερ’ νερό του πεθερού… ΞΥΠΝΑ ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ ΜΟΥ (πατινάδα του γάμου αλλά και τσάμικο) Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου. Χρυσά στολίδια σου ‘φερα να πλέξεις στα μαλλιά σου. -Αν ήρθες καλωσόρισες κι ας έκανες και κόπο. -Δεν το ‘ξερα λεβέντη μου πως είν’ η αφεντιά σου, να πεταχτώ σαν πέρδικα να ‘ρθω στην αγκαλιά σου, να γίνω γη να με πατείς γεφύρι να περάσεις… Μια παραλλαγή του τραγουδιού αναφέρεται στην αντιφώνηση των συγγενών της νύφης που απαντούν στους πρώτους στίχους λέγοντας: «Κι αν τα ‘φερες τι τα ‘θελες κι αν τα ‘χεις τι τα θέλεις Εγώ τα μαλλιά μου τα ‘πλεξα απ’ το Σαββάτο βράδυ…». ΓΙΑ ΣΗΚΩ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ ΜΟΥ ( Της ξενιτιάς) Για σήκω νοικοκύρη μου και μη βαριά κοιμάσαι Και τα καρβάνια φεύγουνε κι η συντροφιά σου πάει Πολύ με βιάζεις ρούσα μου, πολύ με παραπήρες Να ‘χω τη φούρκα μου συνοδειά και τ΄ άλογα μ’ κουβέντα Να ‘χω τη φορτωτήρα μου, φορτώνω ξεφορτώνω… ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΤΟ ΒΛΑΧΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Ως γνωστό, οι Συρρακιώτες εκτός της ελληνικής γλώσσας, χρησιμοποιούν και το βλάχικο προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, αποτέλεσμα της κατάκτησης της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και της χρησιμοποίησης ντόπιων πληθυσμών ως οριοφύλακες κατά μήκος της Εγνατίας οδού, στο οποίο περιέχονται λέξεις ελληνικές και λατινογενείς. Αυτό συναντάται και στα τραγούδια, τα οποία είναι λίγα σχετικά με άλλα βλαχοχώρια της Ελλάδας. Σε όλα τα βλαχοχώρια, τα τραγούδια αυτά έχουν προσαρμοστεί στα τοπικά εκάστοτε δεδομένα και εμφανίζουν ορισμένες παραλλαγές από χωριό σε χωριό, που τις συναντούμε, εκτός του ρυθμού, και σε ορισμένες λέξεις. Παρακάτω αναφέρονται ορισμένα τραγούδια στο βλάχικο γλωσσικό ιδίωμα που τραγουδιούνται και σήμερα. ΒΟΥΛΑ (βλάχικο τραγούδι της αγάπης, συρτό) Βούλα μωρ’ Βούλα, σώρανι Παρασκευούλα, τσιάι κουσίτσα γκάλμπινα, φάτσα σα τριαντάφυλλα. Λέτς πούνου λα γκούρα,, ίτι μπάσου μέσου του γκούρα. Λέτς πούνου λα κάλι, ίτσ ντάου ούνα πορτοκάλι. Λέτς πούνου λα μουάρα, ίτι μπάσου νιγκανουάρα. Λέτς πουν λα βιτσίνου, τράι τι μπάσιου του σίνου… (Βούλα, μωρ’ Βούλα, αδερφή μου Παρασκευούλα έχεις την κοτσίδα κίτρινη, μάγουλο σαν τριαντάφυλλο βγες ως την αγορά, να σε φιλήσω στο στόμα βγες ως το δρόμο, να σου δώσω ένα πορτοκάλι βγες ως το μύλο να σε φιλήσω άλλη μια φορά βγες ως το γείτονα να σε φιλήσω στο στήθος…..). ΝΤΙ ΚΟΥ ΝΙΚΑ (βλάχικο τραγούδι της αγάπης «στα τρία») Ντι κου νίκα τι αστιπτάι σι τι κρέστι, σι τι λιάου, Βαγγελίτσα νι, σι τι κρέστι σι τι λιάου πω, πω μαρ’ νίκα νι. Άπα αράτσι ντι λα γκούρα σι τι μπάσου μες του γκούρα Τι κρισκούτς ντι τα΄αναλτάς, σι τι φιάτσις τρι μαρτάρι, Βαγγελίτσα νι σι τι φιάτσις τρι μαρτάρι πω, πω μαρ’ νίκα νι. Φρίτζι βιάρντι μιριτζίνου, σι τι μπάσου μέσου του σίνου… Νου ι πάρι αρέου κα τι μαρτάς, τι νι άλτου τζόνι λοάσι. (Από μικρή σε περίμενα, να μεγαλώσεις να σε πάρω, Βαγγελίτσα μου, να μεγαλώσεις να σε πάρω*, μικρή μου. Νερό κρύο από τη βρύση, να σε φιλήσω στο στόμα. Και μεγάλωσες και μου ψήλωσες και έγινες για παντρειά Φύλλο πράσινο (από βάτο), να σε φιλήσω στο στήθος. Δεν με πειράζει που παντρεύτηκες και ένα άλλο λεβέντη πήρες). *(να σε παντρευτώ). ΒΙΡΓΙΝΑΔΑ – ΝΤΟΟΥ ΦΙΑΤΙ («κλειστός», συνηθισμένο γύρισμα σε τσάμικα) Βιργινάδα που κοιμάσαι, σε καινούριο περιβόλι μπαίνω Κάνει τα σταφύλια μαύρα, το κρασί γλυκό σα μέλι Ντόου φιάτι λάι μουσάτι, σι λιτίρι κάλι μάρι. Καρ ιάστι ατσιά, τσι μι ματριάστι τρι α μι λιά. (Δυο όμορφες κοπέλες, βγήκαν στο μεγάλο δρόμο. Ποια είναι αυτή, που με κοιτάει για να με πάρει*). *να με παντρευτεί. ΝΟΥ ΤΙ ΡΙΝΤΙ (…των αρραβώνων, στις κινήσεις του «Γιάν’ Κώστα»). Νου τι ρίντι φιάτα νίκα, νου βα γιν λα νόι Άστι μούντι μούλτου μάρι, νου βα πότς ι τρέτς Τρί χατίρι ατά ρε τζόνι τρι σιμπέλου ατέου Πετρουνίκλι βι μι φάκου σι λα βόι βα γίνου Βάφλι ρίου μούλτου μάρι νου βα πότς ι τρέτς Τρι χατίρι ατά ρε τζόνι, στρι σιμπέλου ατέου Πέσκου μάρι βα μι φάκου, σι λα βόι βα γίνου. Βάφλι σουάκρα μούλτου ράου, νου βα ποτε ι φάτς. Σουάκρα ράου νιβάστα μπούνα, γκίνι βα τριτσέμ. Μη γελιέσαι μικρή κόρη, δεν θα ‘ρθεις σε ‘μας. είναι βουνό πολύ μεγάλο, δεν θα μπορέσεις να περάσεις. Για το δικό σου χατίρι, για τον δικό σου καημό πέρδικα μικρή θα γίνω και σε σας θα ‘ρθω. Θα βρεις ποτάμι πολύ μεγάλο, δεν θα μπορέσεις να περάσεις. Ψάρι μεγάλο θα γίνω και σε σας θα ‘ρθω. Θα βρεις πεθερά πολύ κακιά, δεν θα μπορέσετε να τα ταιριάξετε. Κακιά πεθερά, καλή νύφη, καλά θα περάσουμε. ΒΙΝΙ ΟΥΑΡΑ ΣΙ ΦΟΥΤΖΙΜΟΥ (βλάχικο συρτό της αγάπης). Βίνι ουάρα σι φουτζίμου, Μάρα μουσιάτα Σι να τσέμου μούντι αλι νάλτου, Μάρα κου όκλιου λάιου* Σι αλντονέμου βασιλάκου, σι αλ μπαγκάμου του γυαλί Βου τσι αντάρου νιέλου ντι ασήμι, τσι αντάρου τσαρούχι ρόσα *(ή - Τρι να τσέμου Μπιλιογράτι, ντι βα τσι λιάου νέλου ντι ασήμι σι παπούτσ’ ντι αλουστρίν, νέλου ντι ασήμι νιάμου ντι μούμα νι). Ήρθε η ώρα να φύγουμε, όμορφη Μαρία Για να πάμε σε ψηλό βουνό, Μαρία με το μαύρο μάτι. Να μαζέψουμε βασιλικό, να το βάλουμε στο γυαλί. Θα σου κάνω ασημένιο δαχτυλίδι, θα σου κάνω κόκκινα τσαρούχια. *(ή – Για να πάμε στο Μπιλιογράτι. Θα σου πάρω ασημένιο δαχτυλίδι και παπούτσια από λουστρίνι. Δαχτυλίδι έχω από τη μάνα μου). Νανουρίσματα - Μοιρολόγια Εκπληκτικά δείγματα τραγουδιών μας δίνουν οι Συρρακιώτες για τις δύο ακραίες στιγμές της ζωής τους, της γέννησης και του θανάτου. Ιδίως όσων αφορά στα μοιρολόγια, δύσκολα κάποιος δεν έχει λυγίσει ακούγοντάς τα, έστω και αν δεν έχει σχέση με το θλιβερό γεγονός. Ορισμένα από αυτά είναι τα παρακάτω: ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ: Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο Μικρό μικρό σου το ‘δωσα μεγάλο φέρε μου το Έλα ύπνε αγάλι αγάλι απ την πόρτα τη μεγάλη Έλα ύπνε ύπνωσέ το και γλυκά αποκοίμισέ το Κοιμήσου και παρήγγειλα στην πόλη τα προικιά σου Στη Βενετιά του ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου Νάνι του νανάκια του, ύπνος στα ματάκια του ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ: Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα Αυτούς τους νιούς που στείλαμε να μη τους αραχνιάσεις Και τα σγουρά τους τα μαλλιά να μη τους τα χαλάσεις. Βάλ’ τους να φαν’ βάλ’ τους να πιουν, βάλ’ τους να τραγουδήσουν. ‘μένα με λένε μαύρη γης κι αραχνιασμένο χώμα, που τρώω τους νιους και χαίρομαι, τις νιες και καμαρώνω. Παίρνω τους νιους απ’ το χορό, τις νιες απ’τα τραγούδια.. ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΣΑΝ ΤΗ ΣΗΜΕΡΝΗ ΜΕΡΟΥΛΑ Που ακούω τα φτυάρια να βροντάν και τα τσαπιά που σκάβουν Που ακούω και το σήμαντρο που κράζει το όνομά μου. Μάστοροι που δουλεύεται που φτιάχνετε το κιβούρι Σκάψτε βαθιά σκάψτε βαθιά, σκάψτε καμαρωμένα. Να κάτσω ορθός να ντύνομαι, να διπλωθώ να κάτσω. Και στη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι. Να μπουν να βγούνε τα πουλιά της Άνοιξης τ’ αηδόνι. Να δω πότε είναι Άνοιξη και πότε καλοκαίρι. ΈΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ ΠΕΡΑΣΕ ΣΕ ΠΗΡΕ ΣΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ Ουδέ σε δέντρο ακούμπησε, ουδέ σ’ ελιάς κλωνάρι. Μον’ πήγε και ακούμπησε της εκκλησιάς την πόρτα. Κι ο χάρος τον περίμενε σε γρίβο καβαλάρι. Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέρους από πίσω. Παρακαλούν οι γέροντες κι οι νέοι γονατίζουν Για να τους παν από χωριό και από την κρύα βρύση Ούτ’ από χωριό τους πήγαινε, ούτ’ από κρύα βρύση. Παν’ οι μανάδες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά τους. Είναι παιδιά που παίζουνε γνωρίζουν τους γονείς τους. Η φορεσιά Η ΦΟΡΕΣΙΑ. «Όλη μέρα, τα καλοκαίρια, βρίσκονταν σε κίνηση. Όταν δεν διάβαζε στις ρεματιές, γύρναε άσκοπα μες στο χωριό ή άκουγε τους μαραμπάδες πού ανιστορούσαν στο μεϊντάνι οι γερόντοι. Ανεβοκατεβαίνοντας σ' όλα τα καλντερίμια, στέκονταν όπου έβλεπε τις γυναίκες να υφαίνουν στους αργαλειούς τα χειμωνιάτικα λάρια. Εκεί όμως πού χασομέραε περσότερο ήταν έξω από τ' αργαστήρια. Οι άνυφαντήδες κι οι χρυσοκεντιστάδες, για δροσιά, δούλευαν έξω, στη ρούγα, κάτω απ' τα δέντρα· κι ήταν χαρά των ματιών να βλέπεις πώς έπαιζαν τα δάχτυλα, πλουμίζοντας με χρυσάφια και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους». (Μ. Περάνθη «Ο Τσέλιγκας» όπου περιγράφεται ως μυθιστόρημα ο βίος του Συρρακιώτη ποιητή του «Βουνού και της Στάνης» Κώστα Κρυστάλλη) ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ. Μετά από τις πλεχτές φούστες και «πόλκες» οι κοπέλες στο σπίτι φορούσαν λουλουδάτες φανελένιες ρόμπες το χειμώνα με πετο- γιακά, κουμπιά μέχρι κάτω και δύο τσέπες ή καρώ με άλλο ειδικό ύφασμα. Από μέσα φορούσαν μπλούζα με λαιμόκοψη. Στα πόδια αφού έβγαλαν τις μάλλινες κάλτσες φόρεσαν «χουλαχούπ» (μπεζ κάλτσες) και από πάνω πλεχτές κοντές κάλτσες μέχρι τη γάμπα (σοσονάκια). Για καλό ντύσιμο φορούσαν φορέματα κόκκινα – πράσινα – μπλε – καφέ – κεραμιδί. Τα καλά υφάσματα ήταν μεταξωτά, ζορζέτα και αργότερα τα «μπροκάρ». Το καλοκαίρι «τσιτάκια» για κάθε μέρα και αργότερα φούστες από τσόχα, φορέματα από βελούδο, μπροκάρ κα. Άρχισαν σταδιακά να κόβουν τα μαλλιά που τα είχαν κοτσίδες και τα έκαναν περμανάντ ή ρολό όποια δεν τα είχε κόψει. Έβγαλαν το «φακιόλι» που ήταν άσπρο μαντήλι το οποίο φορούσαν κάθε μέρα, καθώς και το μαύρο μαντήλι με την κλάρα που το έδεναν πεταλούδα. Φόρεσαν παρδαλά φορέματα, φουρό εσωτερικά για να «φουσκώνει» το εξωτερικό φόρεμα και ψιλό λεπτό τακούνι στα πέλματα. Συρρακιώτισες μες τα «καλά» τους Οι ηλικιωμένες γυναίκες αφού έβγαλαν τις μάλλινες φούστες, φόρεσαν το «ντρίλι», που ήταν μαύρο ύφασμα με ρίγα μαύρη ή καφέ στην ύφανση. Ήταν αμάνικο και με τρία κουμπιά μπροστά. Από τη μέση και κάτω είχε πιετούλες και 15 πόντους περίπου κάτω από τη μέση δίπλωναν και γάζωναν το ύφασμα γύρω – γύρω, 5 πόντους περίπου. Αυτό λέγονταν (πόστα). Από τα κουμπιά προς τα αριστερά 10 πόντους, περίπου ήταν ανοιχτό και το έκλειναν με μία κόπτσα που λέγονταν «τοκάδι». Από πάνω φορούσαν πόλκα. Ποδιές ριγέ, σκούρες υφασμάτινες. Πλεχτές ζακέτες, στο χέρι ή στη μηχανή. Κάλτσες μάλλινες στα πόδια. Παπούτσια λαστιχένια για κάθε μέρα, τα οποία είχαν κολλημένο και ένα φιογκάκι από πάνω, φτιαγμένο από το ίδιο λάστιχο, ή χωρίς αυτό. ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Οι άνδρες αφού έβγαλαν τις μπουραζάνες, φόρεσαν παντελόνια μάλλινα από «σκαλτερό» (χοντροσκούτι). Τα σακάκια ήταν από «δίμιτο». Μετά φόρεσαν παντελόνια υφασμάτινα. Τα σακάκια επίσης ήταν υφασμάτινα από «σκούλα» που ήταν σαν τσόχα. Επίσης ήταν φτιαγμένα και από άλλα υφάσματα. Τα πουκάμισα ήταν ριγέ μπλε- άσπρο και μαύρο-άσπρο με «παπαδίστικο» γιακά και κουμπιά μπροστά. Φορούσαν αμάνικο γιλέκο πλεχτό, συνήθως μπλε, που σχηματίζε «βε V» στο λαιμό (το έλεγαν και «μυτερό»), με σχέδια στο πλέξιμο. Οι κάλτσες ήταν μάλλινες και μακριές και τα παπούτσια σκαρπίνια. Τα αγόρια παλιότερα φορούσαν τα μάλλινα κοντά παντελόνια που έφταναν ως κάτω από το γόνατο και ήταν υφαντά καρό μπλε ή κόκκινο, σκούρο ή ανοιχτό, με λεπτές γραμμές. Είχαν κουμπιά μπροστά και λουρί στη μέση. Το σακάκι που φορούσαν ήταν από δίμιτο και έβαζαν βελούδο στο γιακά που λέγονταν «θέλπα». Είχαν κάλτσες μάλλινες μέχρι το γόνατο με γιρλάντα ή ρίγες πάνω από τη γάμπα, και είχαν ένα σχοινάκι δεμένο στο τέλος το οποίο το έφερναν γύρω από το πόδι για να σφίγγει και να μην πέφτει η κάλτσα. Στα πέλματα φορούσαν παλιότερα τσαρούχια και αργότερα σκαρπίνια. Μετά φόρεσαν παντελόνια μπλέ μέχρι κάτω από το γόνατο από «ντρίλι», και αργότερα φτιαγμένο από άλλα υφάσματα. Τα παιδιά φορούσαν παλιότερα (με τα μάλλινα) πουκάμισο ριγέ με «παπαδίστικο» γιακά και αργότερα με κανονικό γιακά (όπως τα σημερινά). Μετά από τα 15 χρόνια τους, περίπου, φορούσαν μακριά υφασμάτινα παντελόνια, πουκάμισα με γιακά, σακάκι υφασμάτινο με πέτο - γιακά (σαν τα σημερινά). Το χειμώνα φορούσαν πλεχτά πουλόβερ κόκκινα , πράσινα , μπλε, καφέ σκούρο ή ανοιχτό με γιακά και κουμπιά μπροστά ή φερμουάρ 7-8 πόντους κάτω από το λαιμό. Παλιότερα, από όταν περπατούσαν ως την ηλικία 4-5 χρονών περίπου, τα αγόρια και τα κορίτσια φορούσαν μάλλινα υφασμάτινα φορέματα. Ζωνάρι πλεχτό στη μέση με βελονάκι το οποίο από μέσα είχε σχέδια. Στο κεφάλι φορούσαν πλεχτή «κατσιούλα» (σκουφάκι) στο σχήμα του κεφαλιού, με κορδονάκια που να δένουν στο λαιμό και κάτω από αυτό, 7-8 πόντους περίπου, ήταν πλεχτό με σχέδιο «ψαροκόκαλο» και άλλα τρυπητά σχέδια. Στα πόδια φορούσαν «πατουνάκια» πλεχτά με βελόνες ή βελονάκι. Αξίζει να σημειωθεί ότι για να μάθουν να περπατούν τα μικρά παιδιά έβαζαν δύο παράλληλους κοντούς πασσάλους με διάστημα δύο μέτρων περίπου, στο ύψος του παιδιού, με ένα ξύλο που τα ένωνε, για να πηγαίνουν πέρα δώθε και να συνηθίζουν. Αργότερα τα κοριτσάκια φορούσαν πλεχτά φορεματάκια με σχεδιάκια στην πλέξη ή γιρλάντα κάτω. Κάλτσες μάλλινες πολλές φορές στη μέση της γάμπας. Οι πιο όμορφες κάλτσες ήταν άσπρες «ψαροκόκαλο» πλεγμένες και το τελείωμα ήταν κόκκινο κρεμέζι. Είχαν επίσης πλεχτές ζακετούλες. Μετά φόρεσαν υφασμάτινα ρούχα. Φούστες από τσόχα, φορέματα βελούδινα κ.α. Στα πόδια είχαν άσπρα κοντά καλτσάκια. Παπούτσια δερμάτινα ή λουστρίνι. Καρώ φορεματάκια με σούρα στη μέση ή πιέτες. Φανελένια εμπριμέ «τσιτάκια» το καλοκαίρι. Στα μαλλιά έδεναν φιόγκο κορδέλες άσπρες κόκκινες ή ροζ. Ο φιόγκος γίνονταν πάνω στο κεφάλι όταν ήταν κοντό το μαλλί ή κάτω στις κοτσίδες όταν υπήρχαν. Στους βοσκούς χαρακτηριστική ήταν η κάπα με την κατσούλα (ταλαγκάνα) από τραγόμαλλο, της οποίας το ύφασμα που παρασκευάζονταν στον αργαλειό λέγονταν «καπρίνα». Ήταν φημισμένη η Συρρακιώτικη κάπα και λέγεται ότι και ναύτες του Ναπολέοντα τις φορούσαν. «Εκ των παραλίων της Αλβανίας και Ηπείρου ιδόντες τους ναύτας της Μεσογείου φορούντας τας καπότας των, επεχείρησαν αμέσως να ράψωσι και τοιαύτας προμηθευόμενοι το ύφασμα καπόταν και βλαχ. σκούτικο λεγόμενον, εκ των βλαχοχωρίων του Ασπροποτάμου, όπου κατασκευάζεται και σήμερον ακόμη περίφημον» Τις κάπες τις έραβαν πρώτα και μετά τις έβαφαν, αφού ως τότε ήταν χρώματος γκρι. Πάνω από την κάπα χρησιμοποιούσαν πολλές φορές λόγω των καιρικών συνθηκών άλλο ένα μεγάλο κομμάτι, σαν κάπα, για το οποίο χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή του και λίγο πρόβειο μαλλί. Στοιχεία του γάμου στους συρρακιώτες της Πρέβεζας Ο Γάμος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εκφάνσεις του βίου της παραδοσιακής κοινωνίας. Επρόκειτο για μια κοινωνική λειτουργία η οποία στηρίζονταν στις αξίες τα πρότυπα και τις προτεραιότητες που έθεταν οι γενιές τις κάθε περιόδου αλλά και αυτές που προϋπήρξαν. Ήταν μια διαδικασία που στηρίζονταν σε συγκεκριμένο τελετουργικό το οποίο ήταν γεμάτο συμβολισμούς και επιρροές που μας οδηγούν χιλιάδες χρόνια πίσω. Ο Γάμος και το Πανηγύρι ήταν ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης και ψυχαγωγίας της παραδοσιακής κοινωνίας των Συρρακιωτών. Στο Συρράκο γινόταν πάντα καλοκαίρι και τούτο γιατί μόνο τότε ανταμώνανε όλοι οι Συρρακιώτες στο χωριό. Οι «Κτηνοτρόφοι» που γυρνούσαν από τα χειμαδιά και οι «Ραφτάδες» που επέστρεφαν από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού και της Ελλάδας όπου πουλούσαν τα εμπορεύματα τους. Με την μόνιμη εγκατάσταση στην Πρέβεζα, κάποιες διαδικασίες μεταβλήθηκαν ή προσαρμόστηκαν στις καινούριες συνθήκες, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η ουσία της διαδικασίας και του γεγονότος. ΠΡΟΞΕΝΙΟ Η υποχρέωση για την αποκατάσταση των νέων ήταν καθήκον τω |