Βιβλιοπαρουσιάσεις

Λεξικό Αρωμανικής (Βλάχικης) Γλώσσας των Βλαχόφωνων Ελλήνων των Μεγάλων ΛιβαδίωνΚυκλοφόρησε το Λεξικό Αρωμανικής (Βλάχικης) Γλώσσας των Βλαχόφωνων Ελλήνων των Μεγάλων Λιβαδίων (Livaetzi ή Kalivi) Πάικου Κιλκίς με καταγωγή από την Πίνδο της Κούλας Λέντζιου-Τρίκου. Στις περίπου χίλιες (1000) σελίδες του εμπεριέχει πρωτογενές υλικό με λέξεις που έχουν εκλείψει από το βλάχικο λεξιλόγιο. Πρόκειται για μια προσπάθεια διάσωσης του γλωσσικού θησαυρού που έχει τις ρίζες του στα βάθη των προηγούμενων αιώνων. Πλούσιο σε υλικό και πρωτότυπο στη δομή του, ξεπερνάει την απλή παράθεση λέξεων με τη σημασία γραμμένη δίπλα τους και λειτουργεί ως οδηγός εκμάθησης της γλώσσας με απλά παραδείγματα και ευκολοδιάβαστο οδηγό προφοράς της γλώσσας σε ελληνικό και λατινικό αλφάβητο. Ένα λεξικό που μπορούν όσοι δε γνωρίζουν βλάχικα να τα μάθουν, όσοι τα ξέχασαν να τα ξαναθυμηθούν, ενώ όσοι τα μιλούν θα συγκινηθούν.
Προλογίζουν οι: Ι.Ν. Καζάζης {Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας} και Σταμάτης Μπέης {Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών).

 

Για πληροφορίες: ΚΟΥΛΑ ΛΕΝΤΖΙΟΥ - ΤΡΙΚΟΥ
κιν. 6976855033.
e-mail: koulent[papaki]yahoo.gr

 

Προλογικό Σημείωμα του Ι. Ν. Καζάζη

Το αναλυτικό Λεξικό της Αρωμανικής (Βλαχικής) Γλώσσας των Βλάχων Μ. Λιβαδίων Πάικου Κιλκίς, μόχθος πολλών ετών της ακαταπόνητης Κούλας Λέντζιου-Τρίκου, στην οποία οφείλουμε τα Τρία Παραμύθια στα βλάχικα, 2007, και τα Βλάχικα Τραγούδια και ποιήματα των Μεγάλων Λιβαδίων, 2010, ανήκει στην κατηγορία των διαλεκτικών γλωσσαρίων: καταγράφει λέξεις και εκφράσεις του ιδιώματος, με λεξιλογικό και λιτό λαογραφικό σχολιασμό και με ετυμολογικές και γραμματικές διασαφήσεις.

Η συλλογή φέρνει στην επιφάνεια υλικό καθημερινό αλλά και σπάνιο, το οποίο μαρτυρεί τη μεικτή προέλευση του ιδιώματος: έτσι, πλάι στα: αυλάκι, αύρα, πιρουστία, προυζίμι (= προζύμι), πραματεύτου, ο, (‘πραματευτής’), χαράου (‘χαρά’), όλα ελληνικού ετύμου, καταγράφονται και «λατινογενή» όπως: πισκάρ(ου), ο, (‘ψαράς’), σίντζα, η, (‘αίμα’), φάγκου, η, (‘οξιά’), φούνντου (‘πυθμένας’), φούρκα (‘ρόκα, δίκρανο’). Όλες όμως λέξεις ζυμωμένες με την ιστορία και τον πολιτισμό των ομιλητών στη συγκεκριμένη περιοχή του Κιλκίς.

Με την ίδια, ωστόσο, την ετυμολογία (έδαφος ολισθηρό ακόμη και για ειδικούς), ορθώς η συγγραφέας σπάνια καταπιάνεται. Ακόμη πιο σπάνια γίνεται τολμηρότερη, όπως όταν προτείνει ως ετυμολογία του Σαρούνα (‘Σαλονίκη’) το σουν-ρ-ούνα, που ως συμπρωτεύουσα «είναι μαζί με την πρώτη», δηλ. την πρωτεύουσα. Προτιμά την ουσιαστικότερη συμβολή, που είναι να δίνει, για κάθε λήμμα, ακριβή προφορά και ερμήνευμα, μαζί με δείγματα της γλωσσικής χρήσης, αντλημένα μέσα από γνήσια συμφραζόμενα γλωσσικά και ‘πραγματικά’ (realia). Ζωντανεύει έτσι μαζί με τη λέξη και το ίδιο το πράγμα, καθώς φανερώνεται, μέσα από τις λιγόλογες και εύστοχες περιγραφές της Λέντζιου, το έδαφος όπου φύτρωσε η αγαπημένη λέξη. Πράγματι, αντίθετα από όσα μπορεί να πίστευαν παλαιότεροι συλλογείς, το γλωσσικό υλικό, για την πλήρη κατανόησή του, απαιτεί περισσότερο ανασκαφές στις συνθήκες της πραγματικής ζωής της κοινότητας και των συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε, παρά «παιχνίδια» με τις φωνητικές μεταβολές των λέξεων μέσα στον χρόνο, εύκολα αλλά συχνά παρακινδυνευμένα.

Ακραίο, αλλά πρότυπο δείγμα τέτοιας γλωσσολογικής εργασίας αποτελεί η ετυμολόγηση της λέξης χαβιάρι από τον Δημήτριο Γεωργακά, όπου ο διαπρεπής γλωσσολόγος -αντίθετα προς όλες τις προηγούμενες άκαρπες προτάσεις- σε μια μονογραφία των 350 σελίδων, αποδεικνύει την ελληνική ετυμολογία:Ονόματα δηλωτικά του Οξυρύγχου και οι διεθνείς όροι botargo, caviar και συγγενή: μονογραφία γλωσσοϊστορική, φιλολογική, με ετυμολογικήν αναφοράν εις την ιστορίαν γλώσσης και πολιτισμον. (στα αγγλικά) Αθήναι [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 43] 1978.Το ελληνικό έτυμον δεν εξηγείται μόνον γλωσσολογικά, αλλά τεκμηριώνεται προπάντων πραγματολογικά, με αναλυτική αποκατάσταση στην οποία προβαίνει ο Γεωργακάς της βυζαντινής βιομηχανίας χαβιαριού, την οποία παρέλαβαν και συνέχισαν οι κατοπινοί κατακτητές της Μικράς Ασίας –υιοθετώντας και την ελληνική λέξη μαζί με το ελληνικό πράγμα. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίο η πανεπιστημιακή καθοδήγηση που ανέκαθεν παρεχόταν προς τους φοιτητές-συλλογείς λαογραφικού και γλωσσικού υλικού επέμενε στη συνεξέταση και των δύο πλευρών του ίδιου φαινομένου, που είναι συνολικά ό,τι παλαιότερα ονόμαζαν «λαϊκό πολιτισμό». Τρεις πολύ χρήσιμους τέτοιους οδηγούς εξέδωσε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, χάρη στους καθηγητές Στίλπωνα Κυριακίδη, Δημήτρη Πετρόπουλο και Χρυσούλα Χατζητάκη-Καψωμένου, για την καθοδήγηση των φοιτητών που αλώνιζαν την ύπαιθρο συλλέγοντας λαογραφικό υλικό στις διακοπές τους και διασώζοντας τα πολύτιμα της παράδοσης. Σήμερα οι οδηγοί αυτοί έχουν αναρτηθεί και είναι ευρύτερα προσβάσιμοι στην «Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα» (www.greek-language.gr) του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

Σημειώνω δείγματος χάριν λίγα μόνον από τα πολλά αξιόλογα σχόλια της Λέντζιου: Κουλάστρα (το πρωτόγαλα του προβάτου), μπουκουβάλα, η, (ειδικό ψωμοτύρι), νάστουρου (ο), (‘αφαλός’), στρίνα, η, ‘ξένη γυναίκα’, σουιάλλι ‘κωλοκουρέματα’. Για τα ρήματα, καλώς δίνεται αναλυτικό τυπολόγιο. Στην παρουσίαση του υλικού, ακολουθείται μια μάλλον ιδιόρρυθμη, αλλά σαφής, διάταξη: σ’ ένα πρώτο μέρος, οι λέξεις παρουσιάζονται αλφαβητικά καταταγμένες και γλωσσικά σχολιασμένες (: ουσιαστικά, επίθετα και αντωνυμίες, ρήματα, άκλιτα και αριθμητικά) και σε ένα δεύτερο, πολύ μικρότερο, μέρος, όπου κυριαρχεί ο πραγματολογικός σχολιασμός, οι λέξεις ομαδοποιούνται σε κατηγορίες: φυσικά φαινόμενα, φυτικό και ζωικό βασίλειο, τομείς του πολιτισμού. Η περιγραφή είναι ακριβής. Και η αξία της δεν μειώνεται από το γεγονός ότι, στην φωνητική απόδοση του ιδιώματος, ήταν μάλλον αναμενόμενο για έναν μη ειδικό γλωσσολόγο να προτιμήσει την τροποποιημένη χρήση των συμβόλων του ελληνικού αλφαβήτου, και όχι του διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου, που χρησιμοποιεί η επιστήμη σήμερα. Σημασία έχει ότι η Λέντζιου χρησιμοποιεί το δικό της σύστημα με απόλυτη συνέπεια. (Να σημειωθεί η σύγχρονη επισκόπηση των φωνητικών συμβόλων που παρέχει η Χριστίνα Μπασέα στον: Κανονισμό Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής [Λεξικογραφικό Δελτίο Παράρτημα 6], Αθήνα 2012, σελ.79-100. Για την εξυπηρέτηση των μελετητών και του γενικού κοινού, το κεφάλαιο αυτό έχει αναρτηθεί στην «Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα», για την ευρύτερη δυνατή χρήση).

Η βοήθεια που προσφέρουν έργα αυτής της κατηγορίας είναι πολύ σημαντική για την ολοκληρωμένη εικόνα των νεοελληνικών διαλέκτων, που απασχολεί την ιστορική γλωσσολογία και προπάντων το Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού των Διαλέκτων της Νέας Ελληνικής, όπου εκπονείται και το Λεξικό που εκδίδει το οικείο ερευνητικό Κέντρο της Ακαδημίας Αθηνών. Αυτά υπό έναν απαράβατον όρο: ότι πρόκειται για υλικό αντλημένο από πρώτο χέρι, καταγραμμένο με σχολαστική ακρίβεια και διασταυρωμένο με προσφυγή σε αξιόπιστους μάρτυρες που εξασφαλίζουν την αυθεντικότητά του. Η αξία μάλιστα του πονήματος μεγαλώνει ανάλογα με την καθαρότητα του παρουσιαζόμενου ιδιώματος από προσμείξεις, συνήθεις ύστερα από τις τόσες μετακινήσεις πληθυσμών αλλά και συγκατοίκηση με προσφυγικές ομάδες που μιλούσαν δικά τους ιδιώματα, και την απουσία εκεί δασκάλων ξενοσπουδασμένων – όλοι όροι που πληρούνται στη μονογραφία της Λέντζιου.

Από την άποψη αυτήν, η παρέμβαση της συγγραφέως είναι καίρια και έγκαιρη, στην εποχή αυτή της ραγδαίας και αμετάκλητης υποχώρησης των ελληνικών διαλέκτων και των ιδιωμάτων, λόγω της μεταβολής των συνθηκών της κοινωνικής ζωής που άρχισε μέσα στον εικοστό κυρίως αιώνα και συνεχίζεται έκτοτε αμείωτη –όταν οι σωστικές καταγραφές είναι το πρώτο καθήκον μας απέναντι στο πλούσιο και πολυστρωματικό γλωσσικό μας παρελθόν.

Γι’ αυτό, πέρα από τη μετριοφροσύνη της Λέντζιου, δεν βλέπω κανένα λόγο να απολογείται η ίδια για τυχόν ατέλειες ή να ζητά την άδεια των ειδικών επιστημόνων, για να προσφέρει το γλωσσο-λαογραφικό υλικό, σχολιασμένο με τόση φροντίδα. Ίσα ίσα είναι η επιστημονική κοινότητα που πρέπει να είναι ευγνώμων για την ευσυνείδητη αυτή δουλειά, για την οποία οι επόμενες γενιές των Μεγαλολιβαδιωτών -που δεν ευτύχησαν να ακούσουν και να χρησιμοποιήσουν τη ντοπιολαλιά τους- της οφείλουν γνήσια ευγνωμοσύνη. Γιατί και η παραμικρή λέξη αποτελεί σύμβολο πολιτισμού, και οι επόμενοι πρέπει να συνδέονται με τους προηγούμενους, αν είναι να διαφυλαχτεί, και από αυτή την πλευρά, το πολύτιμο αγαθό της κοινωνικής συνοχής.

Η Λέντζιου συνεχίζει την ευγενή παράδοση των παλαιών δασκάλων, που επιδίδονταν σε συστηματικές καταγραφές με τις οποίες εφοδίαζαν με ανεκτίμητο υλικό τις Φιλοσοφικές Σχολές και το Αρχείο της Ακαδημίας. Είναι ανάγκη η παράδοση αυτή να βρίσκει συνεχιστές προτού να είναι πολύ αργά –όπως διδάσκει το γνωστό επεισόδιο που αφηγείται ο Νίκος Καζαντζάκης από την περιοδεία του στη Μυτιλήνη με τον Άγγελο Σικελιανό για τη λέξη που χάθηκε με τον θάνατο της μόνης γριούλας που το γνώριζε, μία μόλις μέρα προτού την καταφτάσουν οι καταγραφείς.

 

Ι. Ν. Καζάζης, Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ

και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

 

 

 

Πρόλογος του Σταμάτη Μπέη

Αντικείμενο αυτού του βιβλίου, που ανήκει στην κατηγορία των διαλεκτικών γλωσσαρίων, αποτελεί η καταγραφή του λεξιλογίου ενός τμήματος της γλωσσικής κληρονομιάς της βλάχικης γλώσσας, ενός ελάχιστα μελετημένου ιδιώματος του ελληνικού χώρου, που δεν αποτελεί ποικιλία της νέας ελληνικής γλώσσας αλλά προέρχεται από τη λατινική γλώσσα, που διαδόθηκε στον ελληνικό χώρο την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Aυτό που χαρακτηρίζει τη βλάχικη γλώσσα είναι η μεγάλη διασπορά των ομιλητών της αφού δεν υπάρχει γεωγραφική συνέχεια στις περιοχές, όπου ομιλείται. Οι περιοχές αυτές αποτελούν γλωσσικές νησίδες που δεν σχηματίζουν μεταξύ τους μία ενιαία γεωγραφική περιοχή. Στην Ελλάδα η παρουσία των Βλάχων εντοπίζεται περισσότερο στο βόρειο και το κεντρικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου. Το Μέτσοβο αποτελεί την πιο σημαντική κοινότητα αυτής περιοχής. Οι υπόλοιπες βλαχόφωνες γλωσσικές νησίδες εντοπίζονται παντού στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στα βουνά Όλυμπος, Βέρμιο, Βέρνο και Γράμμος αλλά και στις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Τα Μεγάλα Λιβάδια (Λιβαέτζι ή Καλίβι στα βλάχικα) μαζί με το γειτονικό τους οικισμό Μικρά Λιβάδια αποτελούν γλωσσική νησίδα ανάμεσα σε αλλόφωνες περιοχές. Μια συγγενική με τη βλάχικη γλώσσα, η μεγλενίτικη ή μεγλενορουμάνικη, ομιλείται στα γειτονικά με τα Μεγάλα Λιβάδια χωριά Σκρα, Περίκλεια, Νότια και Αρχάγγελος, από τους επονομαζόμενους «Mεγλενίτες Βλάχους» που διαφέρουν αισθητά από τους υπόλοιπους Βλάχους ως προς τη διάλεκτο, τα ήθη και έθιμα, τις ασχολίες, την ενδυμασία. Η γλώσσα αυτή παρουσιάζει έντονη διαφοροποίηση από το βλάχικο ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων, το οποίο μοιάζει περισσότερο με τα υπόλοιπα βλάχικα ιδιώματα της Πίνδου και άλλων περιοχών με τις οποίες δεν υπάρχει γεωγραφική συνέχεια. Οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της γλωσσικής νησίδας προέρχονται από την περιοχή του όρους Γράμμου. Το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον για τη νεοελληνική διαλεκτολογία, γιατί ο χώρος που ομιλείται το ιδίωμα αυτό αποτελεί τόπο επαφής γλωσσών. Κατά συνέπεια, είναι αναπόφευκτες οι επιδράσεις τoυ βλάχικου ιδιώματος στα γειτονικά βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα.

Η περίπτωση της βλάχικης δεν είναι διαφορετική από άλλες γλώσσες προφορικής παράδοσης που κινδυνεύουν να αφανιστούν. Η απουσία γραπτής ενοποιημένης και επίσημης μορφής της γλώσσας αυτής είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη γλωσσική διαφοροποίηση ανάμεσα στις διάφορες περιοχές όπου ομιλείται αυτή η γλώσσα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα σύνολο ιδιωμάτων που δεν έχουν γεωγραφική συνέχεια και διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα η ενότητα της γλώσσας, που βασίζεται σε μεγάλο αριθμό κοινών χαρακτηριστικών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτή η μεγάλη διαφοροποίηση είναι αποτέλεσμα και των διαδοχικών μετακινήσεων των Βλάχων στον βαλκανικό χώρο, αφού ομιλητές διαφορετικών βλάχικων ιδιωμάτων συνυπάρχουν στις ίδιες κοινότητες και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο είναι ασφαλέστερο επιστημονικά να μελετήσει κανείς ένα συγκεκριμένο βλάχικο ιδίωμα και όχι μια ενιαία κοινή βλάχικη γλώσσα. Η καταγραφή της βλάχικης γλώσσας σ’ όσον το δυνατόν περισσότερα βλαχόφωνα χωριά είναι απαραίτητη όχι μόνο για τις συγκρίσεις στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ιδιωμάτων, αλλά και για την επιστημονική περιγραφή της βλάχικης γλώσσας εν γένει που δεν έχει αποκτήσει ενοποιημένη μορφή. Η περιγραφή του λεξικολογικού πλούτου των Μεγάλων Λιβαδίων αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο σημαντική γιατί τα γλωσσάρια, οι μελέτες που αφορούν στο λεξιλόγιο μεμονωμένων βλάχικων ιδιωμάτων είναι μέχρι σήμερα απειροελάχιστες και το βιβλίο της Κούλας Λέντζιου συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπανιότατα έργα διαλεκτικής λεξικογραφίας που αφορούν συγκεκριμένα βλάχικα ιδιώματα του ελληνικού χώρου και όχι μια υποτιθέμενη «κοινή βλάχικη γλώσσα» και περιλαμβάνουν το Λεξικό της Κουτσοβλαχικής του ιδιώματος του Λιβαδίου Ολύμπου του Κώστα Προκόβα1 και το Ερμηνευτικό Λεξικό Ονομάτων και Ρημάτων του ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα 2 .

Από την άποψη της βλάχικης διαλεκτολογίας η μελέτη αυτή παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού το βλάχικο ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων αποτελεί ένα ιδιαίτερο βλάχικο ιδίωμα, απομακρυσμένο γλωσσικά και γεωγραφικά από το μεγάλο κορμό των βλάχικων ιδιωμάτων της Πίνδου. Σύμφωνα με την παλαιότερη διαίρεση των βλάχικων ιδιωμάτων που έχει γίνει από τον Theodor Capidan, διακρίνονται δυό μεγάλες κατηγορίες: τα βόρεια και τα νότια βλάχικα ιδιώματα 3 . Η διάκριση αυτή επιτρέπει να εντάξουμε σε γενικές γραμμές το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων στα βόρεια βλάχικα ιδιώματα, γιατί παρουσιάζει τουλάχιστον δυό σημαντικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να το εντάξουμε σ’ αυτή την κατηγορία:

α) την μορφή του ρήματος «είμαι»: έσκου των βόρειων βλάχικων ιδιωμάτων αντί χίου ή χίμου των νότιων βλάχικων ιδιωμάτων

β) την μορφή του μορίου βα σ’ των βόρειων βλάχικων ιδιωμάτων που δηλώνει τον μέλλοντα αντί για τη μορφή: βάϊ των νότιων βλάχικων ιδιωμάτων

Από αυτή την άποψη, το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων συγγενεύει με τα υπόλοιπα βόρεια βλάχικα ιδιώματα και ιδιαίτερα με το ιδίωμα του Γράμμου και τα βλάχικα ιδιώματα των γειτονικών βαλκανικών χωρών, ενώ διαφέρει από τα νότια βλάχικα ιδιώματα της περιοχής της Πίνδου, στα οποία ανήκουν τα ιδιώματα του Μετσόβου.

Η Κούλα Λέντζιου, στην προσπάθεια της να αποδώσει με γραπτό τρόπο την ακριβή προφορά των λέξεων που περιγράφει, έθεσε ένα σημαντικό μεθοδολογικό πρόβλημα, το πρόβλημα της γραπτής απόδοσης με τρόπο που αποτυπώνει τις σημαντικότερες φωνητικές ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου βλάχικου ιδιώματος. Το σύστημα της ελληνικής γραφής που προτείνεται είναι διαφορετικό από τις εκδοχές του λατινικού αλφαβήτου που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη γραφή της βλάχικης γλώσσας ακόμα και στην Ελλάδα. Έχει όμως το πλεονέκτημα της ευκολότερης πρόσβασης στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού γνωστικού κοινού, ενώ ταυτόχρονα η μορφή των λημμάτων δίνεται σε μια εκδοχή του λατινικού αλφαβήτου με σύμβολα σε πλήρη αντιστοιχία με τα συγκεκριμένα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου που χρησιμοποιούνται εδώ. Η χρήση έστω και αποσπασματικά του λατινικού αλφαβήτου επιτρέπει την ανάγνωση της μορφής των λημμάτων από το διεθνές κοινό.

Η χρήση όμως οποιουδήποτε αλφαβήτου είτε του ελληνικού είτε του λατινικού, δεν εξασφαλίζει από μόνο του την αποτύπωση της ακριβούς προφοράς των ιδιαζόντων φθόγγων του ιδιώματος των Μεγάλων Λιβαδίων, οι οποίοι δεν αποδίδονται με τα γνωστά σύμβολα. Το πιο σημαντικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο μελετητής όταν περιγράφει γλωσσικό υλικό που προέρχεται από διαλέκτους και ιδιώματα είναι η επιλογή ενός συστήματος μεταγραφής που θα αποδίδει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια την προφορά των φθόγγων που αποκλίνουν από τη νόρμα και θα αναδεικνύει τις λεπτές διαφορές στις πραγματώσεις παρόμοιων φθόγγων από περιοχή σε περιοχή. Παραδείγματος χάριν, φθόγγοι συχνοί στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους και ιδιώματα αλλά και σε άλλες γλώσσες, που επονομάζονται ως «παχιά σ και ζ» ή ως «παχιά λ και ν» δεν αποδίδονται από το ελληνικό αλφάβητο. Τα προβλήματα της ακριβούς απόδοσης των ιδιαζόντων φθόγγων με το ελληνικό αλφάβητο αντιμετωπίζονται με πιο αποτελεσματικό τρόπο από το σύστημα απόδοσης των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων που χρησιμοποιείται από το Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής όπως αποτυπώνεται στον Κανονισμό Συντάξεως του (βλ. σελ. 12). Το σύστημα αυτό αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα φωνητικής μεταγραφής που καλύπτει τα μεθοδολογικά κενά που εμφανίζουν άλλοι τρόποι μεταγραφής. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, για τον συμβολισμό των ιδιαζόντων φθόγγων χρησιμοποιούνται τα «φθογγόσημα», τα οποία είναι πεζά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου συνδυαζόμενα συχνά με διακριτικά σημάδια.

Η συγγραφέας προσπαθεί να επιλύσει αυτά τα μεθοδολογικά θεωρητικά προβλήματα με πρωτότυπο τρόπο. Η χρήση των «φθογγοσήμων» προϋποθέτει τη χρήση ειδικών συμβόλων, που αποφεύγεται επιτυχημένα σ’ αυτό το βιβλίο εφόσον στη θέση τους χρησιμοποιούνται διπλά γράμματα και γράμματα σε σμίκρυνση.. Προτείνει για παράδειγμα τη χρήση δύο όμοιων συμφώνων των <λλ>, <νν> και <σσ> για την απόδοση των ουρανικών πραγματώσεων των «λ», «ν» και «σ» που είναι περισσότερο γνωστές στο ευρύ κοινό ως «παχιά σύμφωνα» και τη χρήση γραμμάτων σε σμίκρυνση, των <ι>, <ου> και <α> για την απόδοση ημιφωνικών και άλλων πραγματώσεων. Αυτό το σύστημα γραφής τηρείται με συνέπεια σ’ όλο το βιβλίο.

Το βιβλίο αυτό αποτελείται από δύο μέρη και σε γενικές γραμμές έχει την ακόλουθη δομή. Στην αρχή, με τον τίτλο «Γραμματικές Διευκρινίσεις» παρουσιάζονται οι αναγκαίες φωνητικές διευκρινίσεις για το σύστημα γραφής που υιοθετείται από τη συγγραφέα, καθώς και οι πλέον σημαντικές μορφολογικές πληροφορίες που αφορούν στα άρθρα, τα γένη και τις κλίσεις των ονομάτων. Στο κυρίως μέρος οι λέξεις παρουσιάζονται με αλφαβητική κατάταξη με τη μορφή τους και τη σημασία τους. Δίνεται σε κάθε λήμμα ένας μεγάλος αριθμός παραδειγμάτων που μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε τα πεδία χρήσης της κάθε λέξης, ενώ αποφεύγεται η ετυμολογία.

Η ιδιαιτερότητα του λεξικού αυτού φαίνεται περισσότερο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόθεση της συγγραφέως είναι όχι απλά η αυστηρή καταγραφή του λεξικολογικού πλούτου που χάνεται αλλά η κατανόηση των μηχανισμών της γλώσσας και η επικοινωνιακή της διάσταση. Δίνονται μορφολογικές και πραγματολογικές πληροφορίες με στόχο να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει τις δικές του προτάσεις στο βλάχικο ιδίωμα. Οι μορφολογικές αυτές πληροφορίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος και αφορούν στην παρουσίαση της κλίσης πολλών ρημάτων, μεταξύ των οποίων και πολλά ανώμαλα ρήματα και τη χρήση των προσωπικών και κτητικών αντωνυμιών σε συνδυασμό με ρήματα και ονόματα.

Η επικοινωνιακή διάσταση φαίνεται περισσότερο στο τελευταίο τμήμα του δεύτερου μέρους του βιβλίου, όπου κυριαρχεί ο πραγματολογικός σχολιασμός και ομαδοποιούνται οι λέξεις σε σημασιολογικά πεδία. Η συγγραφέας δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τη συνδρομή κοινωνικών, ανθρωπολογικών και πολιτισμικών πληροφοριών – επεξηγήσεων, που αποδεικνύονται απαραίτητες για την πληρέστερη παρουσίαση της ετυμολογίας, της προέλευσης των λημμάτων του λεξικού και της σχέσης με συγκεκριμένο σημασιολογικό πεδίο (αριθμοί, χλωρίδα, πανίδα, ανθρώπινο σώμα, φυσικά φαινόμενα, χρόνος, ώρες, μήνες, χρώματα) και την κατανόηση της βαθύτερης σημασίας των λημμάτων του πρώτου μέρους. Το βιβλίο τελειώνει με την παρουσίαση λαϊκών φράσεων που αναδεικνύουν τον βιωματικό χαρακτήρα του ιδιώματος. Άλλωστε, βασικός στόχος της μελέτης αυτής, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, δεν είναι η επιστημονική ανάλυση του λεξιλογίου του ιδιώματος, που χαρακτηρίζεται από ακρίβεια περιγραφής και αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία, αλλά η αποθησαύριση γλωσσικών πληροφοριών που κινδυνεύουν να χαθούν. Δεν είναι μόνο αυτές οι πληροφορίες, αυτές καθ’ αυτές που είναι πολύτιμες αλλά και η αποτύπωση του ιδιαίτερου γλωσσικού αισθήματος της συγγραφέως, της προσωπικής αντίληψης του ομιλητή για τα φαινόμενα της μητρικής γλώσσας του, γιατί βοηθούν τον ειδικό επιστήμονα, μελετητή της γλώσσας να επικεντρωθεί σε κάποια φαινόμενα και να κατανοήσει καλύτερα τις μαρτυρίες και τα παραδείγματα που παρέχονται.

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, συνειδητοποιούμε το καθήκον της ελληνικής γλωσσικής επιστήμης, της ιστοριογραφίας και της ανθρωπολογίας να διασώσουν, έστω και αργά, τα πολιτιστικά κατάλοιπα των Βλάχων, αυτού του τμήματος των Ελλήνων, των οποίων η συμβολή στην αναγέννηση του νεοελληνικού κράτους υπήρξε καθοριστική. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα κινείται και η μελέτη της Κούλας Λέντζιου που επιτελεί ένα σωστικό έργο με τη συλλογή και ανάδειξη ενός πλήθους πληροφοριών από το γλωσσικό και πολιτισμικό θησαυρό του βλάχικου αυτού ιδιώματος που βρίσκεται σε φάση έντονης συρρίκνωσης που οδηγεί στην εξαφάνιση. Γιατί όπως λέει και μια φράση στο λήμμα «λίμμπα» που αποθησαύρισε η συγγραφέας:

«Λίμμπα ιάστι σούφλιτλου α ντουνιάουλλιι. Κιρού λίμμπα, κιρού βιντεάλα» (= Η γλώσσα είναι η ψυχή του κόσμου. Έχασε τη γλώσσα, έχασε το φως του -τον πολιτισμό του-).

 

Σταμάτης Μπέης

Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

1 Κώστας Προκόβας, 2006, Λεξικό της Κουτσοβλαχικής του Λιβαδίου Ολύμπου.Λέξεις, ιστορία, παράδοση και λαϊκός πολιτισμός, Θεσσαλονίκη, Σύλλογος Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης «Γεωργάκης Ολύμπιος»

2 Δασούλας Φάνης, 2013, Η αποκωδικοποίηση ενός πολιτισμού μέσα από το πεδίοτης γλωσσικής του έκφρασης, Το βλαχικό ιδίωμα του Μετσόβου, 2η ψηφιακή έκδοση, δημοσίευση - διαθέσιμο στο http://metsovoidioma.blogspot.gr

3 CAPIDAN Theodor, 1932, Aromânii dialectul aromân. Studiu lingvistic, Bucuresti, ed. Academiei Române, p.94

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Χρόνια αφουγκραζόμουν τους συμπολίτες μου και τη θλίψη τους όσον αφορά την τύχη της βλάχικης γλώσσας. Τα εγγόνια τους δεν έμαθαν τη βλάχικη γλώσσα, απέτυχαν να τους μεταλαμπαδεύσουν την όμορφη αυτή κληρονομιά του τόπου τους, των Μεγάλων Λιβαδίων.

Τα Μεγάλα Λιβάδια, μαζί με τον οικισμό Μικρά Λιβάδια, (Ν.Κιλκίς) ήταν πάντα θερινός τόπος κατοικίας, χωρίς μόνιμους κατοίκους, με αμιγώς βλάχικο πληθυσμό, που έφτανε τις πέντε χιλιάδες (5.000). Στις 4 Μαΐου 1944 καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς, οπότε και οι Μεγαλολιβαδιώτες παρέμειναν μόνιμα στους τόπους όπου ξεχειμώνιαζαν, δηλαδή στους νομούς Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης. Μετά το 1950 επέστρεψαν λιγοστοί για την καλλιέργεια της πατάτας, μα και λίγοι κτηνοτρόφοι. Το 1970 δόθηκαν οικόπεδα από τη Νομαρχία Κιλκίς κι έτσι δημιουργήθηκε ξανά ένας μικρός οικισμός. Από το 1985 και μετά, το χωριό άρχισε να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, κυρίως λόγω της ασφαλτόστρωσης του δρόμου Γουμένισσας- Μεγάλων Λιβαδίων, αλλά και γιατί δόθηκαν και άλλα οικόπεδα.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα άρχισε και η καμπή όσον αφορά τη γλώσσα. Το καθιερωμένο καλοκαιρινό αντάμωμα όλων των Μεγαλολιβαδιωτών στα Μ. Λιβάδια (Livaetzi) (υψ. 1260 μ.) σταμάτησε να γίνεται. Οι Μεγαλολιβαδιώτες συμβιβάστηκαν με το νέο τρόπο ζωής που τους τον επέβαλλε ο πόλεμος. Μιλούσαν τα βλάχικα μόνο στο σπίτι μεταξύ τους ή με τους συγγενείς τους, που συναντούσαν μόνο στους γάμους ή σε κάποιο δυσάρεστο γεγονός. Από τη νεότερη γενιά κάποιοι θεώρησαν ότι είναι υποτιμητικό να μιλούν πια τη γλώσσα και δεν θέλησαν να τη μάθουν. Και πάλι όμως, υπήρχαν και αρκετές οικογένειες, όπως η δική μου, που τα νεότερα μέλη έμαθαν τα βλάχικα. Τα έμαθαν χωρίς πίεση και αναστολές, αυθόρμητα και φυσικά, παράλληλα και ισότιμα με τα ελληνικά, τη γλώσσα του σχολείου. Η γλώσσα επέζησε.

Ωστόσο, η βλάχικη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν έχει γραφή και έτσι, μετά το 1960, που χαλάρωσαν και οι ενδογαμίες, ήταν φυσικό η καμπύλη μετάδοσης της γλώσσας να αρχίσει να φθίνει και να χάνεται μέσα στους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής. Επηρεασμένοι ίσως και από τη σημερινή κουλτούρα, ακούσαμε ή είπαμε φράσεις όπως «σιγά τη γλώσσα!», «σε τι θα μας βοηθήσει;», «μη μας κατηγορήσουν για ρουμάνικη προπαγάνδα…», «ντρέπομαι να μιλώ τη βλάχικη γλώσσα..», «δε λέω ότι είμαι Βλάχος, γιατί από πολλούς θεωρείται βρισιά».

Στην οικογένειά μου θεωρούσαμε πάντα πως ό, τι μάθεις είναι καλό. Οι δικοί μου άνθρωποι, που τους ευχαριστώ γι’ αυτό, φρόντισαν να μάθουν σε μένα, στ’ αδέλφια και στα ξαδέλφια μου τη βλάχικη γλώσσα. Έτσι αβίαστα. Χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στο σχολείο ή ότι μας εμποδίζει στην επικοινωνία μας με τα παιδιά στο παιχνίδι μιλώντας την τοπική διάλεκτο του Δρυμού. Άλλωστε ο παππούς μου, μεγάλος τυρέμπορας, μιλούσε πέντε γλώσσες (ελληνικά, βλάχικα, τούρκικα, σέρβικα, βουλγάρικα), γιατί έτσι του ήταν ευκολότερο να επικοινωνεί με τους ανθρώπους που εμπορεύονταν.

Εγώ, και όλοι όσοι έχουν ανάλογα βιώματα με εμένα, είμαστε η τελευταία γενιά που έχουμε τα ακούσματα από τη γιαγιά, τον παππού, τη μάνα, τον πατέρα, τους συγγενείς μας, που επικοινωνούσαν μ’ αυτή μόνο τη γλώσσα μέσα στο σπίτι. Είναι ευθύνη μας να την καταγράψουμε έτσι όπως την παραλάβαμε από τους προγόνους μας, ανέγγιχτη και αυθεντική. Δεν την μάθαμε όλοι στα παιδιά μας, αλλά έχουμε ακόμη ανθρώπους που ζουν και είναι οι ζωντανές μαρτυρίες αυτές που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Η αφορμή για να αρχίσω να καταγράφω τη βλάχικη γλώσσα, όπως την ήξερα και την άκουγα, δόθηκε σε μια Χριστουγεννιάτικη οικογενειακή γιορτή το 2005, στην οποία τα νεότερα μέλη της οικογένειας, επιστήμονες πια, με πολλές αναζητήσεις, μου ζήτησαν να καταγράψω τη βλάχικη γλώσσα των Μεγάλων Λιβαδίων. Γνώριζαν ότι ασχολούμαι και καταγράφω τη γλώσσα αποσπασματικά με σκοπό να την αφήσω παρακαταθήκη στους νέους της στενής και ευρύτερης οικογένειάς μου. Με ρώτησαν: «Γράφεις, αλλά πότε θα δούμε κάτι;». Αισθάνθηκα μεγάλη ευθύνη κι αμέσως άρχισα να δίνω μορφή στην πρώτη ιδέα που είχα˙ να χρησιμοποιήσω τα παραμύθια ως ένα πρώτο εργαλείο καταγραφής της γλώσσας. Έτσι κυκλοφόρησε το 2007 το βιβλίο μου «Τρία Παραμύθια» στη βλάχικη και ελληνική γλώσσα. Το 2010 ολοκλήρωσα και το βιβλίο «Βλάχικα τραγούδια και ποιήματα των Μεγάλων Λιβαδίων», καταγράφοντάς τα κι αυτά στη βλάχικη και στην ελληνική γλώσσα.

Αυτά τα δύο βιβλία στάθηκαν και η αφορμή για τη συγκρότηση αυτού του λεξικού. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό βιβλίο για μένα.

Έχοντας δίπλα μου τον πατέρα μου Μιχάλη Γ.Λέντζιο (έτος γέν. 1922), αναζήτησα λέξεις που άρχιζαν να εκλείπουν και εγώ η ίδια κόντευα να ξεχάσω. Με αυτόν δίπλα μου αυστηρό κριτή, μα και ανεξάντλητη πηγή, που ακριβολογούσε για το κάθε τι, μπόρεσα να θυμηθώ λέξεις και μου εξήγησε εκφράσεις που τις άκουγα, μα δεν είχα εμβαθύνει στην πραγματική τους ερμηνεία. Αυτός μου είπε πολλές λέξεις που σχεδόν χάθηκαν από το βλάχικο λεξιλόγιο των Μ. Λιβαδίων αλλά και πολλά τραγούδια και ποιήματα που δεν τα είχαμε ακούσει και μέσα από αυτά βρέθηκαν καινούριες λέξεις. Ο αδελφός μου Σωκράτης Μιχ. Λέντζιος, εκπαιδευτικός, συμπλήρωσε πολλές λέξεις σπάνιες ερμηνεύοντας και τη διττή σημασία τους και έκανε πολλές γραμματικές διευκρινίσεις. Ο ξάδελφός μου Δημήτ. Γ. Γεροκώστας, εκπαιδευτικός, ήλεγξε λεπτομερώς το όλο πόνημα. Οι δυο κόρες μου, Γιώτα και Ξένια, εκπαιδευτικοί, με βοήθησαν στην επιμέλεια (επεξεργασία και μορφοποίηση) των κειμένων και με ενεθάρρυναν στη προσπάθειά μου, εκφράζοντας την πίστη τους στην σημασία του εγχειρήματός μου, λέγοντάς μου ότι αυτό που κάνω δεν είναι ασήμαντο.

Ο σύζυγός μου Σπύρος Τρίκος, εκπαιδευτκός, Δρ. Επιστημών Αγωγής, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα, γιατί χωρίς την επιστημονική του συμβολή, και ηθική του στήριξη δεν θα μου ήταν εύκολο να προβάλλω και να διαφυλάξω το όλο έργο μου. Παρ’ όλο που δεν έχει βλάχικη καταγωγή, αγόγγυστα με πήγαινε στους συγγενείς για να συλλέξω στοιχεία και υλικό, ενώ ασχολήθηκε και με την έκδοση και διαφήμιση των βιβλίων. Με παρότρυνε να μην σταματήσω ακόμη κι όταν

συνάντησα μη αναμενόμενους σκοπέλους υποκινούμενους από προσωπικά συμπλέγματα και αντιζηλίες κάποιων. Μου συνέστησε, τονίζοντάς μου το χρέος μου να αφήσω αυτή την κληρονομιά των προγόνων μας στις νεότερες γενιές. Αυτό υπήρξε απαίτηση και πολλών συμπατριωτών και φίλων μου, τους οποίους ευχαριστώ για την υποστήριξή τους.

Χωρίς την ψυχολογική μα και την ουσιώδη αυτή βοήθεια δε νομίζω ότι θα έφθανα στο τελικό αυτό αποτέλεσμα. Τ’ αδέλφια μου, τα ξαδέλφια μου οι θείοι/ες μου, οι συμπατριώτες μου, όλοι είχαν κάτι να μου δώσουν στις συζητήσεις και τους ευχαριστώ. Πολλές φορές το έκαναν και χωρίς να το αντιληφθούν. Εγώ πάντα συγκέντρωνα λέξεις. Άγνωστες και γνωστές που μου τις θύμιζαν πάνω στην κουβέντα μας. Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο ανακάλυπτα. Είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν όλες οι λέξεις. Στο μέλλον ίσως να συμπληρωθεί το λεξικό.

Προσωπικά νιώθω πια ξαλαφρωμένη, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να αφήσω στους νέους αυτά που γνωρίζω. Ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δίδαξα με πάθος την ελληνική γλώσσα, ιστορία, παράδοση. Στα τελευταία χρόνια της εκπαιδευτικής μου καριέρας ένιωθα ότι είχα ένα κενό. Δεν έδωσα όλα όσα ήξερα. Έμενε το προσωπικό κομμάτι των γνώσεων. Ό,τι αφορά τη γλώσσα και την παράδοση του τόπου καταγωγής των γονιών μου και των παππούδων μου. Τα Μεγάλα Λιβάδια. Δεν ευτύχησα να γεννηθώ εκεί, γιατί είχε προλάβει ο πόλεμος και οι Γερμανοί το πυρπόλησαν, όπως ο Αλή Πασάς, παλιότερα τη Γράμμουστα, ( σήμερα: Γράμμος Πίνδου), την πατρίδα του 70% και πλέον των Μεγαλολιβαδιωτών και το υπόλοιπο από Περιβόλι, Σαμαρίνα κι αλλ.

Τόλμησα κάτι, που όταν το άρχισα δεν είχα κατά νου να το κάνω γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Δηλαδή να συγγράψω και να εκδώσω ένα τέτοιο βιβλίο. Ζητώ συγγνώμη από τους ειδικούς επιστήμονες. Όμως ένιωθα την ανάγκη να καταγράψω αυτά που έμαθα από μικρή ηλικία κι ένιωθα ότι τα ξεχνάω. Έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους, που μπορούσαν να τα καταγράψουν καλύτερα από μένα, ότι δεν είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο. Άρχισα να αισθάνομαι ένα βάρος, ότι όλα θα χαθούν.

Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι λαογράφος, δεν είμαι γλωσσολόγος. Είμαι δασκάλα, Μεγαλολιβαδιώτισσα και καταγράφω και δίνω αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοί μου, τα βιώματά μου και τις μαρτυρίες των δικών μου ανθρώπων. Ελπίζω το ίδιο να το κάνουν και άλλοι. Η αγάπη και η ιστορία του χωριού μας δεν είναι μονοπώλιο κανενός.

Στο παρόν λεξικό φρόντισα να συμπεριληφθεί μόνο το λεξιλόγιο των Μ.Λιβαδίων. Ανατρέχοντας και στα βλάχικα λεξικά του Κ. Νικολαίδη «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής Γλώσσης» (Αθήνα, 1909) και του Κ. Προκόβα «Λεξικό της Κουτσοβλαχικής Λιβαδίου Ολύμπου» (Θεσσαλονίκη 2006), μπόρεσα να δω τις διαφορές που υπάρχουν σε αρκετές λέξεις. Με επιβεβαίωσε και ο Κ. Προκόβας, ο οποίος σε μια συζήτησή μας ενθάρρυνε την προσπάθειά μου λέγοντας:

«Συνέχισε, εφ’ όσον δεν έχει καταγραφεί η γλώσσα των Μεγάλων Λιβαδίων. Έτσι θα έχουμε την καταγραφή της βλάχικης γλώσσας σε όλα τα βλαχοχώρια. Αυτό θα βοηθήσει αργότερα τους μελετητές για τις συγκρίσεις στις διαφορές που τυχόν υπάρχουν ».

Στις περισσότερες λέξεις γράφτηκαν ο αριθμός, η πτώση, το πρόσωπο, η μετοχή, τα παράγωγά τους. Απαραίτητα θεωρώ το ένα ή περισσότερα παραδείγματα, έτσι ώστε να μπορέσει ο καθένας να σχηματίσει και μια δική του πρόταση, χρησιμοποιώντας τις κλιτές και άκλιτες λέξεις.

Στο τέλος έχει γίνει μια ομαδοποίηση λέξεων για να είναι εύκολο στον καθένα να βρει συγκεντρωμένες τις λέξεις που αφορούν το σώμα, τη φύση, τη χλωρίδα - πανίδα, την ώρα κ.λ.π.

Πρώτα άρχισα να συγκεντρώνω λέξεις γνωστές. Αυτές που μιλούσαμε καθημερινά με τους δικούς μας μέσα στο σπίτι μας. Μετά τις λέξεις που σπάνια χρησιμοποιούνταν ή λέξεις που λέγονταν μόνο μέσα σε διάφορες εκφράσεις ή ακούγονταν στα τραγούδια.

Στην αρχή θεώρησα σκόπιμο να αποφύγω να καταγράψω τις λέξεις που είναι σχεδόν ίδιες με τις ελληνικές, σκεπτόμενη ότι εννοούνται και δεν χρειάζεται να αναγραφούν. Νόμισα ότι οι αντίστοιχες βλάχικες είχαν εκλείψει και είχαν αντικατασταθεί με ελληνικές. Όμως συζητώντας με Βλάχους Μεγαλολιβαδιώτες και Γραμμουστιάνους της διασποράς, αντιλήφθηκα ότι το ίδιο ελληνικό λεξιλόγιο υπήρχε και σ’ αυτούς. Συνδυάζοντας δε ότι η βλάχικη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δημιουργήθηκε στην περίοδο της Ρωμαϊκής εποχής, σκέφτηκα ότι πολλά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας παρέμειναν σχεδόν ανέπαφα. Γι’ αυτό πολλές λέξεις παρέμειναν ελληνικές ως έχουν ή λέγονται με την προσθήκη κάποιας κατάληξης. Σ’ αυτό με ενθάρρυνε και η παρόμοια εργασία που έχουν κάνει εξαιρετικοί επιστήμονες στα άλλα βλαχοχώρια, οι οποίοι έχουν συμπεριλάβει και το ελληνικό λεξιλόγιο προσαρμοσμένο στα βλάχικα. Συμβουλεύτηκα και τα ελληνικά Λεξικά: Γ.Μπαμπινιώτη «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» (Αθήνα 2002, β΄εκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας) και του Α. Γεωργοπαπαδάκου «Το Μεγάλο Λεξικό» (Αθήνα 1984, Μαλλιάρης Παιδεία)

Επίσης θεώρησα απαραίτητο να γραφούν και μερικές νοηματικές, ετυμολογικές και πολιτισμικές επεξηγήσεις για να αντιληφθούν και να κατανοήσουν καλύτερα οι αναγνώστες της σύγχρονης εποχής τον ιδιαίτερο αυτόν πολιτισμό.

Είναι δύσκολο ο γραπτός λόγος να προσεγγίσει τον προφορικό. Αλλά ακόμα και η γλώσσα να μη συνεχιστεί να μιλιέται ακριβώς όπως μιλιόταν, είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεχαστεί, οπότε άξιζε να προσπαθήσω.

Μία από τις κυριότερες δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν γράφοντας τις λέξεις να τις αποδώσω όσο το δυνατόν καλύτερα έτσι ώστε διαβάζοντάς τες κανείς, να μπορεί να τις προφέρει όσο το δυνατόν πιο κοντά στην προφορά των γερόντων Μεγαλολιβαδιωτών. Ήταν δύσκολο. Μετά από κόπο κατέληξα στο καλύτερο για μένα δυνατό σύστημα μεταφοράς από τον προφορικό στο γραπτό λόγο, το οποίο εξηγώ παρακάτω στις γραμματικές διευκρινίσεις. Αποδέχθηκα ότι αυτούσια η προφορική γλώσσα των Βλάχων δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί σε γραπτή μορφή. Για καλύτερη προφορά θα βοηθήσουν τα ηχογραφημένα κείμενα, τραγούδια και ποιήματα.

Επίσης, θέλοντας να καταγραφεί το λεξιλόγιο έπρεπε ουσιαστικά ή ρήματα, των οποίων μόνο παράγωγα συναντούσαμε στον προφορικό λόγο και μέσα σε φράσεις, να γραφτούν στην ονομαστική ή στην οριστική του Ενεστώτα. Κάποιες λέξεις, όμως, δεν χρησιμοποιούνταν στην καθημερινή ζωή σε αυτή τη μορφή, αλλά περισσότερο σε άλλες πτώσεις ή εγκλίσεις. Μετά από πολλή έρευνα και μέσα από πολλά παραδείγματα, με τη βοήθεια των συγγενών και συμπατριωτών μου, που και αυτοί στην αρχή αντιμετώπισαν το ίδιο δίλημμα με μένα, ξεδιαλύναμε και βρήκαμε τις πιο σπάνιες μορφές και ερμηνείες των λέξεων που ψάχναμε ( βλ. ούνγκου,μβαψέσκου, ντάου, ούμσιου κλ.π. ή παρζίνα, λέμνου κ.λ.π.).

Ορισμένες λέξεις ήταν αδύνατον να ερμηνευθούν με μια λέξη, διότι θα ταυτιζόταν η έννοιά τους με κάποια άλλη κι έτσι θα αλλοιωνόταν το νόημά τους. Έτσι μετά από αναζήτηση, χρησιμοποιήθηκε η περιγραφική μετάφραση για καλύτερη κατανόηση κι ο καθένας να μπορεί κατάλληλα να τη χρησιμοποιήσει (σφρεάντινου, κ.λ.π.).

Οι λέξεις γράφτηκαν και στο «χαλκιδικό ελληνικό αλφάβητο» (το σημερινό «λατινικό») σκεπτόμενη ότι ίσως βοηθήσει στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου από τους Βλάχους (Αρμάνους-Armannilli) της Διασποράς.

Η βλάχικη γλώσσα είναι πολύ πλούσια σε λεξιλόγιο και νοήματα, σε συνδυασμό με την ελληνική και λατινική γλώσσα. Έχει πολύ πλούτο τον οποίο ανακαλύπτεις μέσα στις εκφράσεις του καθημερινού λόγου. Μπορείς να τη συνδυάσεις με τις μάνες γλώσσες, ελληνική και λατινική, αλλά και με τις διάφορες ντοπιολαλιές του τόπου σου.

Ένα σημαντικό μέρος της νομίζω ότι διασώζεται και με αυτό το έργο.

Αυτό το εγχειρίδιο απευθύνεται σε όσους ήθελαν να αφήσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους κάτι που να αφορά τη βλάχικη γλώσσα όπως μιλιόταν στα Μεγάλα Λιβάδια και δεν είχαν μέχρι τώρα την ευκαιρία. Επίσης, απευθύνεται σε αυτούς που θέλουν να μάθουν τη γλώσσα, σε Βλάχους και φίλους Βλάχων, έτσι ώστε με τη βοήθεια των παραδειγμάτων και την ομαδοποίηση των λέξεων, να σχηματίσουν έστω μια δική τους πρόταση. Να αρχίσουν να κατανοούν τη δομή της γλώσσας. Είναι ένα πόνημα καρδιάς, άλλα ίσως και να αποτελέσει και ένα χρήσιμο εργαλείο για τους επιγενόμενους ερευνητές της Βλάχικης

-Αρμάνικης- γλώσσας. (armaneaska limba).

Η ιδιαιτερότητα της γλώσσας των Μ. Λιβαδίων (Livaetzi ή Kalivi στα βλάχικα), όπως ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, έγκειται στο γεγονός ότι παρέμεινε αναλλοίωτη, ακριβώς όπως την έφεραν από τον τόπο καταγωγής τους, την Πίνδο (περίπου το 1790), καθ’ όλη την περίοδο ακμής του χωριού (μέχρι πριν την καταστροφή του το 1944).

Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες:

Α) Οι Διευθυντές και οι δάσκαλοι των Σχολείων στα Μεγάλα Λιβάδια, ήταν Βλάχοι Μεγαλολιβαδιώτες και μιλούσαν το ιδίωμα του χωριού.

Β) Στο χωριό επίσης δεν υπήρξαν ούτε δίδαξαν, Μεγαλολιβαδιώτες ή από άλλα βλαχοχώρια, λόγιοι δηλαδή άνθρωποι με ευρωπαϊκές σπουδές και ευρωπαϊκό προσανατολισμό έτσι ώστε να εμποτίσουν την κοινωνία, την εκπαίδευση, και τελικά το ιδίωμα του χωριού με μοντέρνες επιρροές από τα κέντρα ευρωπαϊκού πνεύματος εκείνης της εποχής.

Το λεξικό αυτό λοιπόν είναι μια προσπάθεια διάσωσης του γλωσσικού θησαυρού που έχει τις ρίζες του στα βάθη των προηγούμενων αιώνων.

(Το πόνημα αυτό δεν θα ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί και να φθάσει στην τελική του μορφή χωρίς την σημαντικότατη συμβολή του αειμνήστου πατέρα μου Μιχάλη Γεωργίου Λέντζιου -Mihali G. Lentziu-, γεννημένος τον Ιούλιο του 1922 στα Μεγάλα Λειβάδια Πάικου Κιλκίς (Livaetzi -Kalivi-, Paiku Kilkis).

Ως βαθύς γνώστης της βλάχικης γλώσσας, από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη είχε τη δική του συμμετοχή με διορθώσεις, συγκρίσεις, λαογραφικές παρεμβάσεις, πληθώρα παραδειγμάτων, βιωματικές εκφράσεις ντοπιολαλιάς των Μ. Λειβαδίων. Ήταν εκπληκτική η μνήμη του σε λέξεις και εκφράσεις που είχαν λησμονηθεί και κάθε φορά που συζητούσαμε ή επεξεργαζόμασταν το λεξιλόγιο πρόσθετε και νέα στοιχεία. Γι αυτό αυξάνονταν και οι σελίδες του έργου.

Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένη την έκδοση του βιβλίου. Έφυγε μέσα σε λίγες μέρες, χωρίς να το καταλάβουμε, στα ενενήντα του χρόνια, μια ηλιόλουστη μέρα στις 12 Νοεμβρίου του 2012.)

 

 

Κούλα Λέντζιου-Τρίκου

 

Πρόλογος: Νικόλαος Ι. Μέρτζος

Ένα κερί αρκεί

Δεν χρειάζεται συστάσεις ένα βιβλίο σαν αυτό εδώ που μέσα σε λίγους μήνες εξαντλείται και ακόμη ζητείται τόσο ώστε πάνω στον χρόνο επανεκδίδεται.

΄Ετσι κι αλλιώς κάθε βιβλίο ταξιδεύει στον Χρόνο από μόνο του. Δεν ξέρεις ποιός και πότε θα το συναντήσει, ποιός θα ανοίξει τα σεντούκια του, πώς θα ιδεί και θα ζυγιάσει όσα το χάρτινο καραβάκι μεταφέρει: πληροφορίες και παραδόσεις, σκέψεις και ιδέες, ευαισθησίες και εικόνες. Ούτε μπορείς να μαντέψεις πόσο θα κρατήσει και τι θα φέρει εκείνη η συνάντηση.

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα, τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, λέει ο Αλεξανδρινός ποιητής.

Η Κούλα Λέντζιου είναι δασκάλα κι έμαθε καλά πως ούτε τα γινόμενα γνωρίζουν οι άνθρωποι άμα αυτά ξεμακρύνουν απ’το μουράγιο της δικής τους ζωής. Στον αέναο κύκλο των καιρών οι μνήμες χάνονται, οι άνθρωποι περνούν, ο Κόσμος αλλάζει. Όλα τα καταπίνει η λησμονιά -ακόμη και τη δική μας πια λαλιά. Γι’αυτό έγραψε τούτο το βιβλίο: για να πλέει μαζί του στον Χρόνο ένας αρειμάνιος Κόσμος χαμένος πια οριστικά. Για να ακούγεται η λαλιά της και να τραγουδάει ακόμη πάνω στα ψηλά βουνά της η γενιά της, η Λατινόφωνη Ρωμιοσύνη μας.

Ο όρος Βλάχοι αποτελεί ετεροπροσδιορισμό. ΄Ετσι ορίζονται από τρίτους όσοι αυτόχθονες ΄Ελληνες, προ πάντων ορεσίβιοι, λατινοφώνησαν στην προφορική αποκλειστικά λαλιά επειδή υπηρέτησαν ως στρατιώτες και αξιωματούχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής.

Ανέκαθεν εμείς οι αποκαλούμενοι Βλάχοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Αρμάνοι, δηλαδή Ρωμαίοι πολίτες της καθ’ημάς Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία τους τελευταίους αιώνες της επονομάζονταν και Ρωμανία. Ως Ρωμαίοι, άλλωστε, αυτοπροσδιορίζονταν επί χίλια διακόσια και άνω χρόνια όλοι ανεξαιρέτως οι ΄Ελληνες. Και, όταν πάρθεν η Ρωμανία, όλοι οι ΄Ελληνες με πολύ καμάρι αυτοπροσδιορίζονταν Ρωμιοί άλλα πεντακόσια χρόνια από την ΄Αλωση της Πόλης.

Η επωνυμία Ρωμαίος ήταν πολιτικός τίτλος τιμής: δικαίωμα ισονομίας και ίσης συμμετοχής στην εξουσία. Ουδέποτε, ανά τους αιώνες, προσδιόρισε εθνική καταγωγή. Γι’αυτό, όλα εκείνα τα χρόνια όλοι οι Έλληνες ισότιμοι πολίτες της Ρωμαϊκής και, έπειτα, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επονομάσθηκαν μόνοι τους Ρωμαίοι και ήσαν υπερήφανοι γι΄αυτό. Πολύ περισσότερο οι Βλάχοι που συνεχώς ήσαν επίλεκτοι στρατιώτες και αξιωματούχοι της Αυτοκρατορίας. ΄Ετσι ακριβώς εμείς οι Βλάχοι επονομάζουμε τον εαυτόν μας: Αρμάνι, δηλαδή Ρωμάνοι - προφέροντας βραχύτατα και κωφά τα δύο τελικά φωνήεντα όπως οι Πορτογάλοι! Ρωμανία, εξ άλλου, ονομάζονταν κατά τους τελευταίους αιώνες της η πατρώα μας Αυτοκρατορία. Αρειμάνιος στην ελληνική σημαίνει αγέρωχος πολεμιστής.

Όμως, τι ακριβώς είναι οι Βλάχοι και από πού προήλθαν; Το διπλό ερώτημα τίθεται συνεχώς τα τελευταία χίλια χρόνια και λαμβάνει ποικίλες απαντήσεις, αντιτιθέμενες μεταξύ τους. Παρ’ότι καθεμιά απάντηση αναιρεί όλες τις υπόλοιπες, όλες οι απαντήσεις συμφωνούν ότι οι Βλάχοι είναι λατινόφωνοι, απρόοπτοι, ανυπότακτοι, εύστροφοι και σκληροί πολεμιστές. Επίσης οι οκτώ από τις εννέα απαντήσεις, που δεν είναι του παρόντος, δεν λογαριάζουν διόλου τις προηγούμενες ιστορικές πηγές ούτε εξηγούν αυταπόδεικτα γεγονότα όπως τα ακόλουθα:

1. Γλώσσα, παρόμοια με τα βλάχικα, αναγνωρισμένη επίσημα μάλιστα στην Ελβετία, ομιλούν και γράφουν μέχρι σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες ορεσίβιοι Ελβετοί.

2.΄Ολοι οι Βλάχοι κατανοούν πολύ περισσότερο την ελβετική ραιτορωμανική, την πορτογαλική, την ισπανική και την ιταλική παρά την ρουμανική.

3. Οι Γερμανοί ονόμασαν Volke όλους τους λατινόφωνους Λαούς πέραν του Ρήνου ανεξάρτητα από την εθνική καταγωγή τους. Αργότερα, περνώντας από τα γερμανικά εδάφη, βρήκαν την ονομασία οι Σλάβοι και τους ονόμασαν παρεφθαρμένα Βλάχους. Γι’αυτό το όνομα Βλάχοι εμφανίζεται μόνον μετά την εμφάνιση των Σλάβων στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Δεν ήλθαν, λοιπόν, τότε οι Βλάχοι, όπως νόμισαν αρκετοί μεταγενέστεροι. Απλώς τότε ήλθε και τους βρήκε στον τόπο τους αυτή η ονομασία τους. Η Πολωνία μέχρι σήμερα ονομάζει επίσημα Wloshy, δηλαδή Βλαχία, την Ιταλία.

4.Οι Βλάχοι της πατρώας μας Αυτοκρατορίας και, αργότερα, του χώρου της ουδέποτε έγραψαν την προφορική τους γλώσσα. ΄Εγραψαν μόνον στην ελληνική- και μάλιστα περισπούδαστα έργα της νεότερης Ελληνικής Γραμματείας.

5. Βλάχοι στην Ελλάδα ήσαν οι περισσότεροι και μεγαλύτεροι Εθνικοί Ευεργέτες και Αρματολοί, καθώς επίσης ξακουστοί ήρωες της Εθνεγερσίας, Πρωθυπουργοί και εκατοντάδες άλλες εξέχουσες προσωπικότητες της ελληνικής Ιστορίας.

Ο Ρουμάνος Nicolae Jorga, σοφός ιστορικός ερευνητής, καθηγητής, ακαδημαϊκός, πολιτικός και λογοτέχνης έγραψε ότι: 1

Από την Μακεδονία και την Θεσσαλία οι Βλάχοι ανήλθαν μέχρι τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Και τα έγραφε αυτά, το 1905, οπότε το νεαρό τότε Κράτος της Ρουμανίας είχε αποδυθεί, με πακτωλούς χρημάτων, σχολές και εκκλησιές, σε ολόπλευρη προπαγάνδα για να πείσει τους - αμετάπειστους, όμως - Βλάχους της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου ότι «είναι Ρουμάνοι».

Τέτοιες πολιτικές σκοπιμότητες αλλά και, πολύ ενωρίτερα, παρανοήσεις και άγνοια των πρωτογενών πηγών συνθέτουν έναν πολύπλοκο Λαβύρινθο. Για να βγεις στο φως της ημέρας απ’αυτόν τον Λαβρύρινθο, αρκεί να πιάσεις τον μίτο της Αριάδνης και να ακολουθήσεις τον ειρμό της Ιστορίας που μας φανερώνουν οι εγκυρότεροι και υπεράνω πάσης υποψίας μάρτυρες από πηγή σε πηγή κι από εποχή σε εποχή. Μάρτυρες που αυταποδείκτως δεν υπηρετούσαν καμμιά σκοπιμότητα ούτε κατέχονταν από προσωπική εμπάθεια ούτε τους έλειπε η βαθειά παιδεία.

Πρώτος αδιαμφισβήτητος μάρτυρας είναι ο ιστορικός Πλούταρχος. Μελέτησε, συνέκρινε και έγραψε την ζωή και το έργο μεγάλων αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων ανδρών στο βιβλίο του Βίοι παράλληλοι. Επί πλέον έζησε από το 50 μέχρι το 120 μ.Χ. και βρίσκονταν σε απόσταση εκατό μόλις ετών από την επικράτηση των Ρωμαίων στον ελληνικό χώρο και στα Βαλκάνια. Είδε με τα μάτια του την πραγματική κατάσταση και πληροφορήθηκε ζωντανά την παλαιότερη που την παρέδωσαν αυθεντικά από πατέρα σε γιό οι μόλις τρεις προηγούμενες γενεές. Καταθέτει, λοιπόν, ότι στον καιρό του «όλοι οι άνθρωποι στην προφορική του λαλιά, στον λόγο τους, χρησιμοποιούσαν τη λαλιά των Ρωμαίων». Γράφει:2

Ως δοκεί μοι περί Ρωμαίων λέγειν, ων μεν λόγω νυν ομού τι πάντες άνθρωποι χρώνται

Δηλαδή « Νομίζω να πω για τους Ρωμαίους πως τη λαλιά τους, τον λόγο τους, τώρα όλοι μαζί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν».

΄Ηταν φυσικό. Είχε επικρατήσει ήδη, πριν δύο αιώνες, ακλόνητη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και όσοι τουλάχιστον υπήκοοί της συναλλάσσονταν με την ρωμαϊκή εξουσία ή την υπηρετούσαν ή απλώς ήσαν αναγκασμένοι να καταλαβαίνουν τις εντολές της, τους νόμους της, τις δικαστικές και διοικητικές αποφάσεις, βρέθηκαν αναγκασμένοι να κατανοούν και προφορικά να μιλούν την λατινική γλώσσα της.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Δίων Κάσσιος (163-235 μ.Χ.), που γεννήθηκε 43 χρόνια μετά τον θάνατο του Πλουτάρχου, αναφέρει στα «Ρωμαϊκά» του 3 ότι ο Αυτοκράτωρ Αντωνίνος ο Ευσεβής, που εβασίλευσε από το 138 έως το 161 μ.Χ., συγκρότησε επί τόπου τρεις Λεγεώνες από γηγενείς Μακεδόνες, Ηπειρώτες και Αιτωλούς: την 5η,7η, και 6η. Στα βλάχικα η 5η ονομάζεται «τσίντσι» και, γι’αυτό, οι Σέρβοι ονόμασαν «Τσίντσαρ» τους Βλάχους.

Κάθε Λεγεώνα αποτελούσαν 16.000 άνδρες βαρειά οπλισμένοι που υπηρετούσαν επί 25 συνεχή χρόνια ακολουθούμενοι στο στρατόπεδο, ακόμη και στις εκστρατείες, από τις οικογένειές τους. Αυτοί όλοι, ένας συνολικός πληθυσμός 150.000 περίπου ενόπλων και επί πλέον αμάχων συγγενών τους, λατινοφώνησαν, φυσικά.

Αμέσως μετά την συγκρότηση των παραπάνω Λεγεώνων με αυτόχθονες ΄Ελληνες, ο Αυτοκράτωρ Καρακάλλας, το 212 μ.Χ., απένειμε σ΄όλους τους υπηκόους του το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη ανυψώνοντάς τους στην έως τότε απρόσιτη τάξη της έννομης ισοτιμίας και ισοπολιτείας. Λατινοφώνησαν, λοιπόν.

Μετά μια συναρπαστική διαδρομή αιώνων στην Ιστορία, άρχισαν τα τελευταία πενήντα χρόνια να εγκαταλείπουν πρώτη φορά τη λατινόφωνη λαλιά τους. Δεν την χρειάζονται πια γιατί ο Κόσμος τους, η κλειστή κοινωνία τους, τα ολοκληρωμένα τους δίκτυα παραγωγής, μεταφοράς, ασφαλείας και εμπορίας χάθηκαν οριστικά. Δεν χρειάζονται, λοιπόν, τον μυστικό εκείνον κώδικα της μεταξύ τους επικοινωνίας. Γι’αυτό, άλλωστε, πρώτη φορά μετά πολλούς αιώνες οι οικογένειές τους προχωρούν ανοικτά σε επιγαμίες αδιανόητες μέχρι πριν εβδομήντα χρόνια.

Ωστόσο, η παράδοση μένει ζωντανή και είναι πράγματι εκπληκτικό με πόση ευλάβεια μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και με πόση υπερηφάνεια την μεταλαμβάνουν, κυριολεκτικά, οι νέοι και οι νέες των καιρών μας που στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν μιλούν τα βλάχικα. Σ’αυτά τα παιδιά η Δασκάλα παραδίδει τα τραγούδια των πάππων τους και των προπάππων τους που κι εκείνοι είχαν παραλάβει από τους δικούς τους προπάτορες.

Γι’αυτό η Κούλα Λέντζιου, σαν καλή Δασκάλα, μεταφράζει στα παιδιά τα βλάχικα τραγούδια. Για τα παιδιά μα και για τους επιγενόμενους ερευνητές της Ρωμιοσύνης μας. ΄Ετσι θα ταξιδεύουν στον Χρόνο τα τραγούδια τούτα πέρα από τους ασφοδελούς λειμώνες, μακρυά απ’το νερό της λησμονιάς. Αρκούν.

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό/ αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές/ για νάρθουν της Αγάπης, για νάρθουν οι Σκιές, λέει ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης.

Για να ανάψει τούτο το Κερί και για να μη σβήσει ποτέ, η Λέντζιου μάζεψε ένα-ένα τα τραγούδια, σαν λουλούδια, από τα Μεγάλα Λιβάδια. Είναι το αγαπημένο της χωριό ψηλά στο κατάφυτο Πάϊκο. Ωστόσο, είναι τραγούδια που, σε ώρες χαράς και σε ώρες νοσταλγίας, αναβλύζουν στα χείλη των πιο πολλών, σχεδόν όλων, των Βλάχων. Και, τι περίεργο! Μια τέτοια αγέρωχη ράτσα πολεμιστών, όλο τραγούδια της Αγάπης.

Ζώντας μέσα στη Φύση σε τόπους μοναδικούς εκπάγλου φυσικού κάλλους και βιώνοντας κατάκαρδα μέρα τη μέρα και νύχτα τη νύχτα την έρπουσα εναλλαγή των Εποχών, επαγρυπνώντας κάτω από τον έναστρο ουρανό, οι Βλάχοι είμαστε ποιητές. Μα δεν το μολογάμε. Μας μαρτυράνε, όμως, τα τραγούδια μας. Γι’αυτό τα τραγουδάμε στη λαλιά μας -μη μάθουν οι άλλοι το μυστικό μας και μας περιγελάνε-κοτζαμάν άντρες με μουστάκια άγρια και με αυστηρή ματιά, γοργή.

Δασκάλα, σε ευχαριστούμε.

Η αγάπη σου μας άνοιξε την Ωραία Πύλη. Κοινωνούμε.

 

Νικόλαος Ι.Μέρτζος

Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

 

1 N.Jorga, Geschihte des rumanischen Volkes, 1905, τόμος 1, σελ. 52

2 Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, VIII, 8

3 Δίωνος Κασσίου LXXVIII,7,1,σελ 380

 

 

8